Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51200-51220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50675τηλεπληροφορικήτη-λε-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συνδυασμένη χρήση συστημάτων πληροφορικής και τηλεπικοινωνιακών μέσων· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: ~ και δίκτυα υπολογιστών. Μηχανικός/τεχνικός ~ής. Πβ. τηλεματική. [< αγγλ. teleinformatics, γαλλ. téléinformatique, 1974]
50676τηλεπληροφορικόςτη-λε-πλη-ρο-φο-ρι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ή τεχνικός ειδικευμένος στην τηλεπληροφορική: διαχειριστής δικτύων-~.
50677τηλεποπτείατη-λε-πο-πτεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπιτήρηση.
50678τηλεπρογραμματισμόςτη-λε-προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προγραμματισμός μηχανής ή συστήματος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ μέσω Η/Υ. Βλ. τηλεδιαχείριση. [< αγγλ. remote programming]
50679τηλεπρόνοιατη-λε-πρό-νοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. παροχή υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας από απόσταση, με χρήση τηλεματικών εφαρμογών: ~ υπερτασικών ασθενών. ~ για άτομα τρίτης ηλικίας/ευπαθείς ομάδες/πάσχοντες από άνοια. Δίκτυο/κέντρο/πρόγραμμα ~ας του Δήμου ... Βλ. τηλεϊατρική. ΣΥΝ. τηλεφροντίδα [< αγγλ. telecare]
50680τηλεπροώθησητη-λε-προ-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.): τηλεμάρκετινγκ.
50681τηλεπώλησητη-λε-πώ-λη-ση ουσ. (θηλ.) {συνηθέστ. στον πληθ.}: εμπορική προώθηση προϊόντων ή υπηρεσιών μέσω τηλεφώνου, τηλεόρασης ή διαδικτύου· συνεκδ. οτιδήποτε πωλείται με τον αντίστοιχο τρόπο: εκπομπή ~ης. ~ήσεις βιβλίων/κοσμημάτων/χαλιών. Ζώνη ~ήσεων. Πβ. πώληση εξ αποστάσεως. Βλ. τηλεαγορά, τηλεμπόριο. [< αγγλ. telesales, γαλλ. télévente, 1971]
50682τηλεραδιολογίατη-λε-ρα-δι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τηλεακτινολογία.
50683τηλεργαζόμενος, η, ο τη-λερ-γα-ζό-με-νος επίθ.: εργαζόμενος που απασχολείται εκτός του συμβατικού χώρου εργασίας, συνήθ. κατ' οίκον, και χρησιμοποιεί ηλεκτρονικά και τηλεπικοινωνιακά μέσα: ~ες: μητέρες.|| (ως ουσ.) Αυτοαπασχολούμενοι ~οι. ~οι με ευέλικτο ωράριο εργασίας/σε τηλεκέντρα. [< αγγλ. telecommuter, 1975, teleworker, 1982]
50684τηλεργασίατη-λερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.) & τηλεεργασία: απασχόληση εκτός του συμβατικού χώρου εργασίας, κατ' οίκον ή σε απομακρυσμένα γραφεία, με χρήση των τεχνολογιών της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών: διάσπαρτη (: οι τηλεργαζόμενοι μετατίθενται από περιοχή σε περιοχή ανάλογα με τις ανάγκες της επιχείρησης)/νομαδική (: οι τηλεργαζόμενοι δεν έχουν σταθερό χώρο εργασίας, βλ. ψηφιακοι νομάδες) ~. ~ στο Δημόσιο. ~ με τη βοήθεια κινητού γραφείου. Κέντρο (βλ. τηλεκέντρο, τηλεσταθμός)/μορφές/υπηρεσίες ~ας. Εφαρμογή ~ας σε νησιωτικές περιοχές. Βλ. τηλεσυνεργασία. [< γαλλ. télétravail, 1978, αγγλ. telecommuting, 1974, teleworking, 1984, distance/remote working]
50685τηλεσκηνοθεσίατη-λε-σκη-νο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. σκηνοθεσία τηλεοπτικών εκπομπών ή ζωντανών προγραμμάτων για μετάδοσή τους από την τηλεόραση: ~ διαφημιστικών σποτ/εκδήλωσης/συναυλίας. [< αγγλ. television/TV direction]
50686τηλεσκηνοθέτηςτη-λε-σκη-νο-θέ-της ουσ. (αρσ.): σκηνοθέτης που ασχολείται με την τηλεσκηνοθεσία: ~ δελτίου ειδήσεων. [< αγγλ. television/TV director]
50687τηλεσκίβλ. τελεσκί
50688τηλεσκόπησηβλ. τηλεπισκόπηση
50689τηλεσκοπίατη-λε-σκο-πί-α ουσ. (θηλ.): παρατήρηση αντικειμένων που βρίσκονται σε μεγάλη απόσταση με τη χρήση τηλεσκοπίου. Βλ. -σκοπία. [< γαλλ. télescopie, αγγλ. telescopy]
50690τηλεσκοπικός, ή, ό τη-λε-σκο-πι-κός επίθ. 1. ΟΠΤ. που σχετίζεται με το τηλεσκόπιο: ~ός: εξοπλισµός. ~ή: διόπτρα/κάμερα. ~ό: σύστημα. ~ές: παρατηρήσεις. ~ φακός με μεγάλο εστιακό μήκος. 2. (για κατασκευή ή μηχανισμό) που αποτελείται από κομμάτια που αναδιπλώνονται, μπαίνουν το ένα μέσα στο άλλο: ~ός: άξονας/βραχίονας/ιστός (κεραίας)/σωλήνας. ~ή: βάση (τριπόδου)/λαβή (βούρτσας)/ράβδος (μέτρησης)/σκάλα. ~ό: αλυσοπρίονο/έμβολο/καλάμι (ψαρέματος)/κλαδευτήρι/κοντάρι (ηλεκτρικής σκούπας)/μικρόφωνο/πιρούνι (ανάρτησης). Συρτάρι με ~ό οδηγό. Πβ. πτυσσόμενος, σπαστός.|| ~οί: κύλινδροι. 3. ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπισκοπικός. ● επίρρ.: τηλεσκοπικά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] [< ιταλ. telescopico, γαλλ. télescopique, αγγλ. telescopic]
50691τηλεσκόπιοτη-λε-σκό-πι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΠΤ. -ΤΕΧΝΟΛ. όργανο που αποτελείται από οπτικό σωλήνα και σύστημα κατόπτρων ή φακών για την παρατήρηση μακρινών αντικειμένων, κυρ. ουράνιων σωμάτων: αστρονομικό/διαθλαστικό/διοπτρικό/ισχυρό/κατοπτρικό/μεσημβρινό/ρομποτικό/υπέρυθρο ~. Αρθρωτά/γιγαντιαία ~α. ~ διαμέτρου ... ιντσών. Το ~ του αστεροσκοπείου/πλανητάριου. Η βάση/η στήριξη/το τρίποδο του ~ίου. Βλ. ραδιο~, -σκόπιο. ● ΣΥΜΠΛ.: διαστημικό τηλεσκόπιο/παρατηρητήριο: που τίθεται σε τροχιά γύρω από τη Γη και συλλέγει πληροφορίες από το Διάστημα. Βλ. διαστημικό λεωφορείο. [< ιταλ. telescopio, γαλλ. télescope, αγγλ. telescope]
50692τηλεσκουπίδιατη-λε-σκου-πί-δια ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): ΤΗΛΕΟΡ. τηλεοπτικά προγράμματα χαμηλής ποιότητας και αισθητικής, με σκανδαλοθηρικό συνήθ. περιεχόμενο: μεσημεριανά ~. [< αμερικ. trash television, 1983, trash TV, 1985]
50693τηλεσταθμόςτη-λε-σταθ-μός ουσ. (αρσ.) 1. τηλεοπτικός σταθμός, τηλεοπτικό κανάλι: επαρχιακός/ιδιωτικός/τοπικός ~. Βλ. ραδιοσταθμός. 2. σταθμός τηλεργασίας, μικρότερος από το τηλεκέντρο.
50694τηλεστάρτη-λε-στάρ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. σπάν. πληθ. -ς}: τηλεαστέρας.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.