Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51200-51220]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50661τηλεπαρουσιαστήςτη-λε-πα-ρου-σι-α-στής ουσ. (αρσ.) {θηλ. τηλεπαρουσιάστρια}: παρουσιαστής τηλεοπτικής εκπομπής: δημοσιογράφος-~. ~τρια ιδιωτικού σταθμού/της πρωινής ζώνης. Βλ. εκφωνητής, τηλεσχολιαστής. [< αμερικ. telecaster, 1940]
50662τηλεπειρατείατη-λε-πει-ρα-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. παράνομη αναμετάδοση προγράμματος χωρίς εξουσιοδότηση της εταιρείας παραγωγής ή υποκλοπή σήματος συνδρομητικής τηλεόρασης.
50663τηλεπεξεργασίατη-λε-πε-ξερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. επεξεργασία δεδομένων με χρήση δικτύου υπολογιστών και τηλεπικοινωνιακών μέσων. Βλ. τηλεπληροφορική. [< αγγλ. teleprocessing, 1960]
50664τηλεπεριοδικότη-λε-πε-ρι-ο-δι-κό ουσ. (ουδ.) 1. εβδομαδιαίο περιοδικό με το πρόγραμμα της τηλεόρασης, συνεντεύξεις προσώπων και νέα από τον κόσμο του θεάματος: ~ εφημερίδας. 2. ΤΗΛΕΟΡ. ενημερωτική ή/και ψυχαγωγική εκπομπή ποικίλης ύλης: πρωινό ~. Βλ. τηλεφημερίδα. [< αγγλ. television magazine, 1955]
50665τηλεπερσόνατη-λε-περ-σό-να ουσ. (θηλ.) (προφ.-συνήθ. ειρων.): τηλεοπτικό πρόσωπο, συνήθ. αμφιλεγόμενο· άτομο με συχνή παρουσία σε εκπομπές: γνωστή ~. Βλ. τηλεαστέρας.|| Οι ~ες των πάνελ. Πβ. τηλεμαϊντανός. Βλ. γλάστρα. ΣΥΝ. τηλεοπτική περσόνα
50666τηλεπίβλεψητη-λε-πί-βλε-ψη ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος χώρου ή συστήματος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ ασφάλειας κτιρίων/εγκαταστάσεων/(λειτουργίας) μηχανημάτων/οδοφωτισμού. Βλ. τηλε-διαχείριση, -χειρισμός. ΣΥΝ. τηλεέλεγχος, τηλεπαρακολούθηση (2), τηλεπιτήρηση, τηλεποπτεία [< γαλλ. télésurveillance, 1968]
50667τηλεπικοινωνίατη-λε-πι-κοι-νω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. επικοινωνία μεταξύ απομακρυσμένων σημείων, μέσω ενσύρματου ή ηλεκτρομαγνητικού συστήματος: γραπτή (βλ. τέλεξ)/κινητή/σταθερή/ψηφιακή ~. Υπηρεσίες ~ας.τηλεπικοινωνίες (οι): το σύνολο των τεχνικών μέσων για επικοινωνία εξ αποστάσεως· ο αντίστοιχος τεχνολογικός κλάδος: ~ οπτικών ινών. ~ και δίκτυα. Συσκευές ~ών (βλ. ραδιό-, τηλέ-φωνο, τηλεόραση). Εταιρεία ~ών και ίντερνετ. Εθνική Επιτροπή ~ών και Ταχυδρομείων (ακρ. ΕΕΤΤ).|| Ηλεκτρονική/πληροφορική και ~. ● ΣΥΜΠΛ.: δορυφορικές τηλεπικοινωνίες: μεταβίβαση πληροφοριών με τη βοήθεια ραδιοηλεκτρικών κυμάτων. Βλ. ραδιοπλοήγηση. [< γαλλ. télécommunication, 1904, αγγλ. telecommunication, 1932]
50668τηλεπικοινωνιακός, ή, ό τη-λε-πι-κοι-νω-νι-α-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με τις τηλεπικοινωνίες: ~ός: δορυφόρος/εξοπλισμός/κλάδος/κόμβος/όμιλος/οργανισμός/παροχέας/σύμβουλος/τομέας/φορέας. ~ή: αγορά/ζεύξη/ηλεκτρονική/μονάδα (εταιρείας)/σύνδεση/υποδομή. ~ό: κανάλι/κέντρο/κόστος/υλικό. ~ές: υπηρεσίες. ~ά: δεδομένα/δίκτυα/έργα/κυκλώματα/μέσα/πακέτα/προβλήματα/προϊόντα/συστήματα/τέλη. Απομακρυσμένες περιοχές χωρίς ~ή κάλυψη. Το σύγχρονο ~ό περιβάλλον. Το ~ό τοπίο μιας χώρας. Βλ. ραδιοφων-, τηλεοπτ-ικός.|| Εργάζεται ως ~ μηχανικός. ● επίρρ.: τηλεπικοινωνιακά & (σπάν.-λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεπικοινωνιακή απάτη βλ. απάτη
50669τηλεπιμόρφωσητη-λε-πι-μόρ-φω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. επιμόρφωση από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: αίθουσα τηλεδιάσκεψης και ~ης. Πλατφόρμα/πρόγραμμα/υλοποίηση υποδομών ~ης. Σεμινάρια ~ης εκπαιδευτικών/πτυχιούχων. Πβ. τηλεκατάρτιση, τηλεκπαίδευση.
50670τηλεπισκόπησητη-λε-πι-σκό-πη-ση ουσ. (θηλ.) & τηλεσκόπηση: ΤΕΧΝΟΛ. συλλογή δεδομένων για την επιφάνεια της Γης μέσω δορυφόρων και ραντάρ: μικροκυματική/περιβαλλοντική ~ (σε περιοχή). Η ~ στην εφαρμοσμένη γεωλογία/ωκεανογραφία. Βλ. -σκόπηση, φωτοερμηνεία. ΣΥΝ. τηλεανίχνευση [< γαλλ. télédétection, περ. 1960]
50671τηλεπισκοπικός, ή, ό τη-λε-πι-σκο-πι-κός επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τηλεπισκόπηση: ~ή: απεικόνιση. ~οί: δέκτες δορυφόρων. ~ές: εικόνες/μέθοδοι. ~ά: δεδοµένα/μέσα/συστήματα. ΣΥΝ. τηλεσκοπικός (3)
50672τηλεπιτήρησητη-λε-πι-τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. επίβλεψη χώρου ή συστήματος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών συστημάτων: ~ εγκατάστασης/κτιρίου. ~ μέσω διαδικτύου. Μονάδα ~ης. ΣΥΝ. τηλεέλεγχος, τηλεπαρακολούθηση (2), τηλεπίβλεψη, τηλεποπτεία [< γαλλ. télésurveillance, 1968]
50673τηλεπληροφόρησητη-λε-πλη-ρο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. μεταβίβαση πληροφοριών από απόσταση, με χρήση των τεχνολογιών της πληροφορικής και των τηλεπικοινωνιών. Βλ. τελετέξτ. [< αγγλ. tele-information]
50674τηλεπληροφορίεςτη-λε-πλη-ρο-φο-ρί-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΤΗΛΕΠ. πληροφορίες που παρέχονται από απόσταση, συνήθ. μέσω ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού συστήματος, σε συγκεκριμένο αριθμό κλήσης: Ηχογραφημένες ~ για εφημερεύοντα νοσοκομεία και φαρμακεία. Υπηρεσίες γραπτών ~ών. Kάλεσε τις ~ για να μάθει τα δρομολόγια των πλοίων.
50675τηλεπληροφορικήτη-λε-πλη-ρο-φο-ρι-κή ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ.-ΠΛΗΡΟΦ. συνδυασμένη χρήση συστημάτων πληροφορικής και τηλεπικοινωνιακών μέσων· ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος: ~ και δίκτυα υπολογιστών. Μηχανικός/τεχνικός ~ής. Πβ. τηλεματική. [< αγγλ. teleinformatics, γαλλ. téléinformatique, 1974]
50676τηλεπληροφορικόςτη-λε-πλη-ρο-φο-ρι-κός ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ή τεχνικός ειδικευμένος στην τηλεπληροφορική: διαχειριστής δικτύων-~.
50677τηλεποπτείατη-λε-πο-πτεί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. τηλεπιτήρηση.
50678τηλεπρογραμματισμόςτη-λε-προ-γραμ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προγραμματισμός μηχανής ή συστήματος από απόσταση, με χρήση ηλεκτρονικών και τηλεπικοινωνιακών μέσων: ~ μέσω Η/Υ. Βλ. τηλεδιαχείριση. [< αγγλ. remote programming]
50679τηλεπρόνοιατη-λε-πρό-νοι-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. παροχή υπηρεσιών κοινωνικής μέριμνας από απόσταση, με χρήση τηλεματικών εφαρμογών: ~ υπερτασικών ασθενών. ~ για άτομα τρίτης ηλικίας/ευπαθείς ομάδες/πάσχοντες από άνοια. Δίκτυο/κέντρο/πρόγραμμα ~ας του Δήμου ... Βλ. τηλεϊατρική. ΣΥΝ. τηλεφροντίδα [< αγγλ. telecare]
50680τηλεπροώθησητη-λε-προ-ώ-θη-ση ουσ. (θηλ.): τηλεμάρκετινγκ.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.