Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51220-51240]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50695τηλεσυμβουλευτικήτη-λε-συμ-βου-λευ-τι-κή ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. εξ αποστάσεως παροχή εξειδικευμένης συμβουλευτικής βοήθειας, συνήθ. από επαγγελματία ή κατάλληλα εκπαιδευμένο άτομο, με χρήση τηλεπικοινωνιακών και ηλεκτρονικών μέσων: ~ μέσω ιμέιλ/τηλεφώνου. ~ φοιτητών. Πρόγραμμα/υπηρεσίες ~ής σε γονείς παιδιών με αναπηρίες. Ανοιχτή γραμμή ψυχολογικής υποστήριξης και ~ής. Βλ. τηλεψυχιατρική. [< αγγλ. remote consultation/counseling, teleconsultation, telecounseling]
50696τηλεσύνδεσητη-λε-σύν-δε-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. η δυνατότητα σύνδεσης του χρήστη με έναν ή περισσότερους υπολογιστές δικτύου. 2. ΤΗΛΕΟΡ. επικοινωνία μέσω μονάδας εξωτερικών μεταδόσεων ή τηλεπικοινωνιακού συστήματος. Βλ. λινκ. 3. ΜΕΤΕΩΡ. αιτιακή σύνδεση ή συσχέτιση μεταξύ μετεωρολογικών ή άλλων περιβαλλοντικών φαινομένων που συμβαίνουν σε απομακρυσμένες μεταξύ τους περιοχές. [< 1: αγγλ. remote login 3: αγγλ. teleconnection, 1934]
50697τηλεσυνδιάσκεψητη-λε-συν-δι-ά-σκε-ψη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεδιάσκεψη.
50698τηλεσυνεδρίατη-λε-συ-νε-δρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΗΛΕΠ. τηλεσυνεδρίαση, τηλεδιάσκεψη: ~ες διαβουλεύσεων. 2. ΨΥΧΟΛ. -ΤΕΧΝΟΛ. καθεμία από τις θεραπευτικές συναντήσεις ψυχολόγου ή ψυχιάτρου και ασθενούς μέσω ηλεκτρονικού δικτύου: υποστήριξη με ~ες. Βλ. τηλεψυχιατρική. 3. ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. τηλεμάθημα.
50699τηλεσυνεδρίασητη-λε-συ-νε-δρί-α-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. συνάντηση ή σύσκεψη των μελών μιας ομάδας μέσω ηλεκτρονικού δικτύου· τηλεδιάσκεψη: ακουστική/δορυφορική ~. Συστήματα/τηλεματικές υπηρεσίες ~ης και τηλεκπαίδευσης. ΣΥΝ. τηλεδιάσκεψη, τηλεσυνεδρία (1) [< αγγλ. teleconference, 1953, teleconferencing, 1963, γαλλ. téléconférence, 1974]
50700τηλεσυνεργασίατη-λε-συ-νερ-γα-σί-α ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. συνεργασία απομακρυσμένων συνομιλητών μέσω ηλεκτρονικού και τηλεπικοινωνιακού δικτύου: (α)σύγχρονη ~. ~ μεταξύ τηλετάξεων (βλ. τηλεκπαίδευση). Αίθουσα/εργαλεία/εφαρμογές ~ας. [< αγγλ. telecollaboration, telecooperation]
50701τηλεσυντήρησητη-λε-συ-ντή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. απομακρυσμένος έλεγχος και συντήρηση ηλεκτρονικού ή μηχανικού συστήματος μέσω τεχνολογιών τηλεματικής: ~ λογισμικού μέσω διαδικτύου. Σύστημα ~ης φωτοαντιγραφικών. Βλ. τηλε-έλεγχος, -παρακολούθηση, -ϋποστήριξη. [< αγγλ. remote maintenance]
50702τηλεσχολιαστήςτη-λε-σχο-λι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΟΡ. δημοσιογράφος, συνήθ. συνεργάτης εκπομπής, που σχολιάζει γεγονότα της επικαιρότητας ή αθλητικούς αγώνες σε τηλεοπτική μετάδοση: ~ δελτίου ειδήσεων/σε πάνελ (= πανελίστας). Απόψεις/εκτιμήσεις ~ών για τις εκλογές. Βλ. τηλεπαρουσιαστής.|| ~ ποδοσφαίρου. Βλ. ραδιοσχολιαστής.
50703τηλεταινίατη-λε-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. ταινία που έχει γυριστεί για την τηλεόραση· ειδικότ. τηλεοπτική σειρά σε μορφή αυτοτελών ιστοριών: δραματική/κοινωνική ~. Σενάριο για ~. ~ες μικρού μήκους. [< αγγλ. telefilm, 1939, γαλλ. téléfilm, 1965]
50704τηλετάξητη-λε-τά-ξη ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. αίθουσα τηλεκπαίδευσης με κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό για ηλεκτρονική επικοινωνία των μελών μιας ομάδας εργασίας, εικονική τάξη. [< αγγλ. teleclassroom]
50705τηλετύπηματη-λε-τύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΤΗΛΕΠ. γραπτό μήνυμα που μεταδίδεται μέσω δικτύου τηλετύπων. Πβ. τέλεξ, τηλετυπία. Βλ. τηλεγράφημα.
50706τηλετυπίατη-λε-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεγραφικό σύστημα για μετάδοση γραπτών μηνυμάτων μέσω τηλετύπου· συνεκδ. τηλετυπικό μήνυμα: συσκευή/υπηρεσίες ~ας. Πβ. τέλεξ. Βλ. τηλεγραφία.|| Αποστολή ~ας. Βλ. -τυπία. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. teletype, 1904, γαλλ. teletype, 1905]
50707τηλετυπικός, ή, ό τη-λε-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με το τηλέτυπο ή την τηλετυπία: ~ή: επικοινωνία/μετάδοση (εγγράφων)/σύνδεση/συσκευή/υπηρεσία. ~ό: δίκτυο/έγγραφο/κέντρο/μήνυμα/σήμα. Βλ. τηλεομοιοτυπικός. ● Ουσ.: τηλετυπικό (το): ενν. μηχάνημα.
50708τηλέτυποτη-λέ-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύπου} 1. ΤΗΛΕΠ. ηλεκτρονική μηχανή με αλφαριθμητικό πληκτρολόγιο, για αποστολή και λήψη γραπτών μηνυμάτων μέσω τηλεφωνικού δικτύου: συσκευή ~ύπου. Διαβίβαση αιτήματος/υποβολή προσφορών με ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Χειριστής ~ύπου. ΣΥΝ. τέλεξ, τηλετυπία. Βλ. τηλέγραφος. 2. (συνεκδ.) τηλετυπικό μήνυμα. Πβ. τηλετυπία. Βλ. τηλεγράφημα. ΣΥΝ. τηλετύπημα [< 1: αγγλ. teletype, 1904, 2: αγγλ. ~, 1961]
50709τηλεϋπηρεσίεςτη-λε-ϋ-πη-ρε-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {τηλεϋπηρεσι-ών}: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που παρέχονται μέσω τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού δικτύου: ~ υγείας (βλ. τηλεϊατρική, τηλεπρόνοια)/υποστήριξης (= τηλεϋποστήριξη). ~ μέσω ίντερνετ. ~ για καταναλωτές (βλ. τηλεξυπηρέτηση). Προώθηση των ~ών στην κοινωνική ασφάλιση. Βλ. τηλεματική. [< αγγλ. teleservices]
50710τηλεϋποστήριξητη-λε-ϋ-πο-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. εξυπηρέτηση του κοινού μέσω τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού δικτύου· ειδικότ. απομακρυσμένη τεχνική υποστήριξη: ~ πελατών. Υπηρεσίες ~ης για άτομα με ειδικές ανάγκες (βλ. τηλε-πρόνοια, -φροντίδα).|| ~ εφαρμογών λογισμικού/μηχανογραφικού εξοπλισμού. Βλ. τηλεσυντήρηση. [< αγγλ. telesupport]
50711τηλεφακόςτη-λε-φα-κός ουσ. (αρσ.): ΟΠΤ. φακός μεγάλης εστιακής απόστασης και υψηλής μεγέθυνσης, με οπτική γωνία μικρότερη από σαράντα πέντε μοίρες: επαγγελματικός ~. ~ ανάκλασης/ζουμ/... χιλιοστών. ~ για κοντινές λήψεις. Ισχυρός ~ για πολύ απομακρυσμένα αντικείμενα. Φωτεινός ~ για ψηφιακές και αναλογικές μηχανές. Μετατροπέας ~ού. [< αγγλ. telephoto, γαλλ. téléobjectif, 1903]
50712τηλεφημερίδατη-λε-φη-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστότοπος ειδησεογραφικού περιεχομένου, ηλεκτρονική εφημερίδα. 2. ΤΗΛΕΟΡ. ενημερωτική τηλεοπτική εκπομπή: καθημερινή/πρωινή ~. Βλ. τηλεμαγκαζίνο, τηλεπεριοδικό. [< 2: γαλλ. téléjournal, 1964]
50713τηλεφορτώνωτη-λε-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {τηλεφόρτω-σε, τηλεφορτώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω και αντιγράφω δεδομένα σε υπολογιστή, δίσκο ή περιφερειακή συσκευή από άλλον υπολογιστή ή το διαδίκτυο: ~ει (= κατεβάζει) εικόνες από το ίντερνετ. ~ (= ανεβάζω) διαφημίσεις σε ιστότοπο. ~μένα: αρχεία. [< γαλλ. télécharger, 1987]
50714τηλεφόρτωσητη-λε-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά και αντιγραφή δεδομένων σε υπολογιστή, δίσκο ή περιφερειακή μονάδα από άλλον υπολογιστή ή το διαδίκτυο· συνεκδ. η αντίστοιχη διαδικασία ή το υλικό που τηλεφορτώνεται: ~ γραφικών/εγγράφων/εντύπων αίτησης. Δωρεάν ~ λογισμικού. Παράνομη ~ μουσικής/προγράμματος/ταινιών (= κατέβασμα).|| ~ περιεχομένου σε ιστοθέση (= ανέβασμα). Πβ. κατα-, μετα-φόρτωση. [< γαλλ. téléchargement, περ. 1985]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.