| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50701 | τηλεσυντήρηση | τη-λε-συ-ντή-ρη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. απομακρυσμένος έλεγχος και συντήρηση ηλεκτρονικού ή μηχανικού συστήματος μέσω τεχνολογιών τηλεματικής: ~ λογισμικού μέσω διαδικτύου. Σύστημα ~ης φωτοαντιγραφικών. Βλ. τηλε-έλεγχος, -παρακολούθηση, -ϋποστήριξη. [< αγγλ. remote maintenance] | |
| 50702 | τηλεσχολιαστής | τη-λε-σχο-λι-α-στής ουσ. (αρσ.): ΤΗΛΕΟΡ. δημοσιογράφος, συνήθ. συνεργάτης εκπομπής, που σχολιάζει γεγονότα της επικαιρότητας ή αθλητικούς αγώνες σε τηλεοπτική μετάδοση: ~ δελτίου ειδήσεων/σε πάνελ (= πανελίστας). Απόψεις/εκτιμήσεις ~ών για τις εκλογές. Βλ. τηλεπαρουσιαστής.|| ~ ποδοσφαίρου. Βλ. ραδιοσχολιαστής. | |
| 50703 | τηλεταινία | τη-λε-ται-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΟΡ. ταινία που έχει γυριστεί για την τηλεόραση· ειδικότ. τηλεοπτική σειρά σε μορφή αυτοτελών ιστοριών: δραματική/κοινωνική ~. Σενάριο για ~. ~ες μικρού μήκους. [< αγγλ. telefilm, 1939, γαλλ. téléfilm, 1965] | |
| 50704 | τηλετάξη | τη-λε-τά-ξη ουσ. (θηλ.): ΠΑΙΔΑΓ. -ΤΕΧΝΟΛ. αίθουσα τηλεκπαίδευσης με κατάλληλο τεχνολογικό εξοπλισμό για ηλεκτρονική επικοινωνία των μελών μιας ομάδας εργασίας, εικονική τάξη. [< αγγλ. teleclassroom] | |
| 50705 | τηλετύπημα | τη-λε-τύ-πη-μα ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΤΗΛΕΠ. γραπτό μήνυμα που μεταδίδεται μέσω δικτύου τηλετύπων. Πβ. τέλεξ, τηλετυπία. Βλ. τηλεγράφημα. | |
| 50706 | τηλετυπία | τη-λε-τυ-πί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. τηλεγραφικό σύστημα για μετάδοση γραπτών μηνυμάτων μέσω τηλετύπου· συνεκδ. τηλετυπικό μήνυμα: συσκευή/υπηρεσίες ~ας. Πβ. τέλεξ. Βλ. τηλεγραφία.|| Αποστολή ~ας. Βλ. -τυπία. [< αμερικ. εμπορ. ονομασ. teletype, 1904, γαλλ. teletype, 1905] | |
| 50707 | τηλετυπικός | , ή, ό τη-λε-τυ-πι-κός επίθ.: ΤΗΛΕΠ. που σχετίζεται με το τηλέτυπο ή την τηλετυπία: ~ή: επικοινωνία/μετάδοση (εγγράφων)/σύνδεση/συσκευή/υπηρεσία. ~ό: δίκτυο/έγγραφο/κέντρο/μήνυμα/σήμα. Βλ. τηλεομοιοτυπικός. ● Ουσ.: τηλετυπικό (το): ενν. μηχάνημα. | |
| 50708 | τηλέτυπο | τη-λέ-τυ-πο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ύπου} 1. ΤΗΛΕΠ. ηλεκτρονική μηχανή με αλφαριθμητικό πληκτρολόγιο, για αποστολή και λήψη γραπτών μηνυμάτων μέσω τηλεφωνικού δικτύου: συσκευή ~ύπου. Διαβίβαση αιτήματος/υποβολή προσφορών με ~.|| (ΣΤΡΑΤ.) Χειριστής ~ύπου. ΣΥΝ. τέλεξ, τηλετυπία. Βλ. τηλέγραφος. 2. (συνεκδ.) τηλετυπικό μήνυμα. Πβ. τηλετυπία. Βλ. τηλεγράφημα. ΣΥΝ. τηλετύπημα [< 1: αγγλ. teletype, 1904, 2: αγγλ. ~, 1961] | |
| 50709 | τηλεϋπηρεσίες | τη-λε-ϋ-πη-ρε-σί-ες ουσ. (θηλ.) (οι) {τηλεϋπηρεσι-ών}: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσίες που παρέχονται μέσω τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού δικτύου: ~ υγείας (βλ. τηλεϊατρική, τηλεπρόνοια)/υποστήριξης (= τηλεϋποστήριξη). ~ μέσω ίντερνετ. ~ για καταναλωτές (βλ. τηλεξυπηρέτηση). Προώθηση των ~ών στην κοινωνική ασφάλιση. Βλ. τηλεματική. [< αγγλ. teleservices] | |
| 50710 | τηλεϋποστήριξη | τη-λε-ϋ-πο-στή-ρι-ξη ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. εξυπηρέτηση του κοινού μέσω τηλεπικοινωνιακού και ηλεκτρονικού δικτύου· ειδικότ. απομακρυσμένη τεχνική υποστήριξη: ~ πελατών. Υπηρεσίες ~ης για άτομα με ειδικές ανάγκες (βλ. τηλε-πρόνοια, -φροντίδα).|| ~ εφαρμογών λογισμικού/μηχανογραφικού εξοπλισμού. Βλ. τηλεσυντήρηση. [< αγγλ. telesupport] | |
| 50711 | τηλεφακός | τη-λε-φα-κός ουσ. (αρσ.): ΟΠΤ. φακός μεγάλης εστιακής απόστασης και υψηλής μεγέθυνσης, με οπτική γωνία μικρότερη από σαράντα πέντε μοίρες: επαγγελματικός ~. ~ ανάκλασης/ζουμ/... χιλιοστών. ~ για κοντινές λήψεις. Ισχυρός ~ για πολύ απομακρυσμένα αντικείμενα. Φωτεινός ~ για ψηφιακές και αναλογικές μηχανές. Μετατροπέας ~ού. [< αγγλ. telephoto, γαλλ. téléobjectif, 1903] | |
| 50712 | τηλεφημερίδα | τη-λε-φη-με-ρί-δα ουσ. (θηλ.) 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστότοπος ειδησεογραφικού περιεχομένου, ηλεκτρονική εφημερίδα. 2. ΤΗΛΕΟΡ. ενημερωτική τηλεοπτική εκπομπή: καθημερινή/πρωινή ~. Βλ. τηλεμαγκαζίνο, τηλεπεριοδικό. [< 2: γαλλ. téléjournal, 1964] | |
| 50713 | τηλεφορτώνω | τη-λε-φορ-τώ-νω ρ. (μτβ.) {τηλεφόρτω-σε, τηλεφορτώ-σει, -θηκε, -θεί, -μένος}: ΠΛΗΡΟΦ. μεταφέρω και αντιγράφω δεδομένα σε υπολογιστή, δίσκο ή περιφερειακή συσκευή από άλλον υπολογιστή ή το διαδίκτυο: ~ει (= κατεβάζει) εικόνες από το ίντερνετ. ~ (= ανεβάζω) διαφημίσεις σε ιστότοπο. ~μένα: αρχεία. [< γαλλ. télécharger, 1987] | |
| 50714 | τηλεφόρτωση | τη-λε-φόρ-τω-ση ουσ. (θηλ.): ΠΛΗΡΟΦ. μεταφορά και αντιγραφή δεδομένων σε υπολογιστή, δίσκο ή περιφερειακή μονάδα από άλλον υπολογιστή ή το διαδίκτυο· συνεκδ. η αντίστοιχη διαδικασία ή το υλικό που τηλεφορτώνεται: ~ γραφικών/εγγράφων/εντύπων αίτησης. Δωρεάν ~ λογισμικού. Παράνομη ~ μουσικής/προγράμματος/ταινιών (= κατέβασμα).|| ~ περιεχομένου σε ιστοθέση (= ανέβασμα). Πβ. κατα-, μετα-φόρτωση. [< γαλλ. téléchargement, περ. 1985] | |
| 50715 | τηλεφροντίδα | τη-λε-φρο-ντί-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. -ΤΗΛΕΠ. τηλεπρόνοια. | |
| 50716 | τηλεφωνάω | βλ. τηλεφωνώ | |
| 50717 | τηλεφωνείο | [τηλεφωνεῖο] τη-λε-φω-νεί-ο ουσ. (ουδ.) 1. τηλεφωνικό κέντρο: το ~ του νοσοκομείου/της Πυροσβεστικής/του σταθμού. 2. (κυρ. παλαιότ.) χώρος ή εγκατάσταση με τηλεφωνική συσκευή για χρήση από το κοινό: το ~-τηλεγραφείο του χωριού. Βλ. καρτο-, κερματο-τηλέφωνο. | |
| 50718 | τηλεφώνημα | τη-λε-φώ-νη-μα ουσ. (ουδ.) {τηλεφωνήμ-ατος | -ατα, -άτων}: επικοινωνία μέσω τηλεφώνου, τηλεφωνική κλήση· συνεκδ. το περιεχόμενο τηλεφωνικής συνομιλίας: (υπερ)αστικό/δωρεάν/νυχτερινό/τοπικό ~. Αλλεπάλληλα/διαφημιστικά/διεθνή/εισερχόμενα/επανειλημμένα ~ατα. ~ στο εξωτερικό. Διάρκεια/χρέωση ~ατος. Ραντεβού κατόπιν ~ατος. ~ατα μέσω ίντερνετ/σκάιπ. Φτηνά ~ατα από κινητά. ~ατα σε ακατάλληλες ώρες. Δέχτηκε/έλαβε/περιμένει/πήρε ένα ~ από ... Όταν ετοιμαστείς, κάνε μου ένα ~ (= τηλεφώνησέ μου). Δεν απάντησε στο ~.|| Απειλητικό/απόρρητο/επαγγελματικό/επείγον/προσωπικό/σημαντικό/συγχαρητήριο/ύποπτο ~. Εκβιαστικά/ενοχλητικά/ερωτικά/ροζ/υβριστικά ~ατα. Καταγραφή/παρακολούθηση/υποκλοπή ~άτων (= τηλεφωνικών συνδιαλέξεων). Ανώνυμο (ή ~ αγνώστου)/προειδοποιητικό ~ (σε εφημερίδα) για βόμβα. Το ~ αποδείχτηκε φάρσα. ● Υποκ.: τηλεφωνηματάκι (το) | |
| 50719 | τηλεφωνητής, τηλεφωνήτρια | τη-λε-φω-νη-τής ουσ. (αρσ. + θηλ.): υπάλληλος τηλεφωνικού κέντρου που λαμβάνει και διαβιβάζει τηλεφωνήματα: ~ σε εταιρεία/νοσοκομείο/υπουργείο. Ζήτησε από την ~τρια να τον συνδέσει απευθείας με ... ● ΣΥΜΠΛ.: αυτόματος τηλεφωνητής & (προφ.) τηλεφωνητής: ΤΕΧΝΟΛ. εξωτερική συσκευή ή ενσωματωμένη λειτουργία τηλεφώνου για την απάντηση κλήσεων και την ηχογράφηση μηνυμάτων από τους καλούντες: ψηφιακός ~ ~. Ενεργοποίηση του ~ου ~ή. Σας μιλάει ο ~ ~.|| Ενημέρωση για τα δρομολόγια των πλοίων από ~ο ~ή.|| Ασύρματος ~ ~ συναγερμού. [< αγγλ. answering machine, 1961, γαλλ. répondeur (téléphonique), 1963] , προσωπικός τηλεφωνητής: ΤΗΛΕΠ. υπηρεσία που ειδοποιεί τον χρήστη σταθερής ή κινητής τηλεφωνίας για τις κλήσεις που δέχεται, όταν το τηλέφωνο δεν είναι διαθέσιμο. Πβ. φωνητικό ταχυδρομείο. [< γαλλ. téléphoniste, αγγλ. telephonist] | |
| 50720 | τηλεφωνία | τη-λε-φω-νί-α ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. το σύστημα και οι τεχνολογίες της τηλεφωνικής επικοινωνίας: δωρεάν/υπεραστική ~. Εγκαταστάσεις/εξοπλισμός/κάρτες/συνδέσεις/τιμολόγια/υπηρεσίες ~ας. Συσκευές κοινόχρηστης ~ας.|| Ασύρματη/εναλλακτική ~. ~ μέσω διαδικτύου. Βλ. ραδιο~, -φωνία. ● ΣΥΜΠΛ.: κινητή τηλεφωνία βλ. κινητός, σταθερή τηλεφωνία βλ. σταθερός [< γαλλ. téléphonie, αγγλ. telephony] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ