Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51260-51280]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50721τηλεφωνικός, ή, ό τη-λε-φω-νι-κός επίθ. ΤΗΛΕΠ. 1. που σχετίζεται με το τηλέφωνο ή την τηλεφωνία: ~ός: αριθμός/θάλαμος/κώδικας/λογαριασμός. ~ή: αναμονή/ατζέντα/εγκατάσταση/καλωδίωση/κάρτα (= τηλεκάρτα)/κλήση/πρίζα/συσκευή. ~ό: δίκτυο/ευρετήριο/καλώδιο/κέντρο (πληροφοριών)/πρόθεμα/σήμα/σύστημα. ~ές: υπηρεσίες/χρεώσεις. ~ά: αρχεία/δεδομένα. Βλ. ραδιο~. 2. που γίνεται μέσω τηλεφώνου: ~ός: διαγωνισμός/διάλογος. ~ή: αίτηση/ειδοποίηση/ενημέρωση/εξυπηρέτηση/επαφή/επικοινωνία/επιταγή/καταγγελία/παραγγελία/παρακολούθηση/σύνδεση/συνδιάλεξη/συνεδρία (βλ. τηλεσυμβουλευτική)/συνέντευξη/συνεργασία/συνομιλία/(τεχνική) υποστήριξη. ~ό: μήνυμα/ραντεβού (για γιατρό). ~ές: απάτες/πλάκες/υποκλοπές/φάρσες. Απομακρυσμένη ~ή πρόσβαση (= ντάιαλ απ). ~ή προώθηση προϊόντων. Παροχή ~ής βοήθειας σε εξαρτημένα άτομα. Βλ. -φωνικός. ● επίρρ.: τηλεφωνικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]: Θα τα πούμε ~ (= από το τηλέφωνο). ● ΣΥΜΠΛ.: τηλεφωνικό σεξ: τηλεφωνική συνομιλία σεξουαλικού περιεχομένου, συνήθ. με κλήση σε ροζ γραμμή. [< αγγλ. phone sex, 1982] , ανοιχτή γραμμή (επικοινωνίας) βλ. γραμμή, τηλεφωνική γραμμή βλ. γραμμή, τηλεφωνικός κατάλογος βλ. κατάλογος [< γαλλ. téléphonique, αγγλ. telephonic]
50722τηλέφωνοτη-λέ-φω-νο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ώνου} 1. ΤΗΛΕΠ. -ΤΕΧΝΟΛ. συσκευή, συνήθ. με πίνακα πλήκτρων από το μηδέν έως το εννέα, που μετατρέπει τα ηχητικά σήματα σε ηλεκτρομαγνητικά κύματα και αντίστροφα, επιτρέποντας την τηλεπικοινωνία· συνεκδ. τηλεφώνημα: αναλογικό ή ψηφιακό/ασύρματο ή ενσύρματο/έξυπνο (= σμάρτφον) κινητό/ντούμπλεξ/φορητό ~. ~ τοίχου. ~ με μετρητή ή τηλεκάρτα/με φωτιζόμενη οθόνη/(παλαιότ.) με καντράν. ~ για το κοινό (= δημόσιο/κοινόχρηστο ~). Πενταψήφιο ~. Βάση/καλώδιο/μνήμη/ρυθμίσεις/φις ~ώνου. Συναλλαγές/σύνδεση (στο ίντερνετ) μέσω ~ώνου. Τον καλώ στο ~, αλλά δεν απαντά. Χτυπάει το ~. Το ~ είναι νεκρό (= δεν δίνει σήμα, δεν λειτουργεί). Σήκωσε το ~ (ενν. το ακουστικό). Μου έκλεισε το ~. Ποιος είναι στο ~; Σε ζητούν στο ~. Μιλώ στο ~. Πληροφορίες από το ~/(λόγ.) από (/διά) ~ώνου. Βλ. βιντεο~, εικονο~, θυρο~, καρτο~, κερματο~, μικρο~, πολυ~, ραδιο~.|| (Υπερ)αστικό ~. Κάνε μου/πάρε με ένα ~ (= τηλεφώνησέ μου).|| (ως παιχνίδι:) Μουσικό ~. 2. ΤΗΛΕΠ. (συνεκδ.) τηλεφωνική σύνδεση ή τηλεφωνικό δίκτυο· ειδικότ. τηλεφωνικός αριθμός: ~ ενδοεπικοινωνίας. Μεταφορά/νούμερο/φραγή ~ώνου. Είμαστε χωρίς ~. Οικόπεδο με φως και ~. Δεν έχει/δεν της έχουν βάλει ακόμα ~. Ήρθε το ~ (= ο λογαριασμός). Η νέα γραμμή ~ώνου δεν έχει ενεργοποιηθεί. Δεν πλήρωσαν το ~ και τους το έκοψαν.|| Εσωτερικό (π.χ. γραφείου)/προσωπικό ~. Χρήσιμα ~α. ~ (έκτακτης) ανάγκης/δρομολογίων/εξυπηρέτησης κοινού/επικοινωνίας/καταγγελιών/παραπόνων/προσωπικού/τεχνικής υποστήριξης/υπηρεσιών. Ατζέντα/ευρετήριο/κατάλογος ~ώνων. Δώσε μου το ~ό σου. Να ανταλλάξουμε ~α. 3. (κατ' επέκτ.) απόληξη της μπαταρίας του λουτρού: σπιράλ και στήριγμα ~ώνου. ● Υποκ.: τηλεφωνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: κόκκινο/πορτοκαλί τηλέφωνο: απόρρητη τηλεφωνική γραμμή, συνήθ. για άμεση επικοινωνία ή σε περιπτώσεις έκτακτης ανάγκης (για στρατιωτικούς ή πολιτικούς σκοπούς): ~ ~ μεταξύ των υπουργείων Εξωτερικών των δύο χωρών. Πβ. κόκκινη γραμμή. [< γαλλ. téléphone rouge] , πενταψήφια νούμερα/αριθμοί κλήσεων/τηλέφωνα, βλ. πενταψήφιος, ροζ τηλέφωνα βλ. ροζ, σταθερό τηλέφωνο βλ. σταθερός ● ΦΡ.: δίνω (κάποιον) στο τηλέφωνο (προφ.): δίνω σε κάποιον το τηλέφωνο να μιλήσει ή τον συνδέω με τηλεφωνική γραμμή: Μου ~ετε στο τηλέφωνο, παρακαλώ, τον ...;, έσπασαν/άναψαν τα τηλέφωνα/οι γραμμές (μτφ.-προφ.): για αλλεπάλληλες τηλεφωνικές κλήσεις: ~ ~ του σταθμού από πολίτες που ζητούσαν πληροφορίες. Αναγνώστες έσπασαν τα τηλέφωνα της εφημερίδας., κατεβάζω το ακουστικό/το τηλέφωνο: μετακινώ το ακουστικό από την κανονική του θέση και το τοποθετώ σε τέτοια, ώστε να μη λειτουργεί η τηλεφωνική γραμμή και να μην μπορώ να δεχτώ κλήση· κλείνω το τηλέφωνο., σπασμένο/χαλασμένο τηλέφωνο 1. ομαδικό παιχνίδι, κατά το οποίο μια λέξη ή φράση μεταφέρεται από παίκτη σε παίκτη ψιθυριστά και γρήγορα, ώστε συχνά να ανακοινώνεται από τον τελευταίο παραποιημένη. 2. (μτφ.) για πληροφορία που μεταφέρεται από στόμα σε στόμα διαστρεβλωμένη., το τηλέφωνο μιλάει/βουίζει (προφ.): όταν ακούγεται παρατεταμένος ήχος στο ακουστικό, ενδεικτικό ότι η γραμμή είναι κατειλημμένη., κλείνω το τηλέφωνο στα μούτρα κάποιου βλ. μούτρο [< γαλλ. téléphone, αγγλ. telephone]
50723τηλεφωνοδότησητη-λε-φω-νο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΤΗΛΕΠ. εγκατάσταση τηλεφωνικού δικτύου, παροχή τηλεφωνικής γραμμής: ~ απομονωμένων περιοχών/οικισμού. Διακοπές/προβλήματα στην ~. Βλ. -δότηση.
50724τηλεφωνώ[τηλεφωνῶ] τη-λε-φω-νώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τηλεφων-είς ..., -ώντας | τηλεφών-ησα, -ήσει, -ιέμαι, -ήθηκα, -ηθεί} & τηλεφωνάω: μιλώ ή καλώ κάποιον στο τηλέφωνο: ~ (= παίρνω) από το εξωτερικό/με απόκρυψη/με τηλεκάρτα/στο ... (: για τηλεφωνικό νούμερο)/στο σπίτι/στον υδραυλικό. Μου ~ησε (για) να βγούμε/ότι θα αργήσει. Τηλεφωνήστε μου αργότερα.|| Τους ~ησαν (= μετέφεραν τηλεφωνικώς) τα νέα. ● Παθ.: τηλεφωνιέμαι: επικοινωνώ με κάποιον μέσω τηλεφώνου: ~ιόμαστε συχνά. Θα ~ηθούμε αύριο, για να κανονίσουμε το ραντεβού. [< γαλλ. téléphoner, αγγλ. telephone]
50725τηλεφωτογραφίατη-λε-φω-το-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΦΩΤΟΓΡ. μέθοδος φωτογράφισης απομακρυσμένων αντικειμένων με χρήση τηλεφακού· συνεκδ. η φωτογραφία που λαμβάνεται με τον αντίστοιχο τρόπο. Βλ. -γραφία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ.) αναπαραγωγή φωτογραφικών εικόνων ή σκηνών σε μεγάλες αποστάσεις με τη βοήθεια ηλεκτρικού ρεύματος. [< γαλλ. téléphotographie, αγγλ. telephotography]
50726τηλεφωτογραφικός, ή, ό τη-λε-φω-το-γρα-φι-κός επίθ. 1. ΦΩΤΟΓΡ. που σχετίζεται με την τηλεφωτογραφία: ~ή: λήψη. ~ό: ζουμ/σύστημα. 2. ΤΕΧΝΟΛ. (παλαιότ.) που αναφέρεται στη μετάδοση φωτογραφικών εικόνων με τη βοήθεια ηλεκτρικού ρεύματος: ~ή: συσκευή. [< πβ. αγγλ. telephotographic]
50727τηλεχειριζόμενος, η, ο τη-λε-χει-ρι-ζό-με-νος επίθ.: ΤΕΧΝΟΛ. που ενεργοποιείται και ελέγχεται με τηλεχειρισμό: ~ος: διακόπτης/μηχανισμός/συναγερμός. ~η: συσκευή. ~ο: κεντρικό κλείδωμα (αυτοκινήτου)/σύστημα κλιματισμού.|| (στον μοντελισμό:) ~ο: αεροπλανάκι (= τηλεκατευθυνόμενο). [< αγγλ. telecontrolled, γαλλ. télécommandé]
50728τηλεχειρισμόςτη-λε-χει-ρι-σμός ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. έλεγχος της λειτουργίας μηχανισμού ή ηλεκτρονικού συστήματος από απόσταση, με τηλεχειριστήριο: ~ μηχανών. ~-τηλεειδοποίηση μέσω ίντερνετ/τηλεφώνου. Δέκτης/πομπός (ασύρματου) ~ού (πβ. τηλεκατεύθυνση). Υπέρυθρος αισθητήρας ~ού. Γκαραζόπορτα/ηλεκτρομαγνητικές κλειδαριές/κάμερες παρακολούθησης/κεντρικό κλείδωμα/συναγερμός με ~ό.|| ~ δικτύου ύδρευσης/εγκατάστασης θέρμανσης (βλ. τηλεέλεγχος). [< γαλλ. télécommande, 1939, téléguidage, 1949, αγγλ. telecommand, 1972]
50729τηλεχειριστήριοτη-λε-χει-ρι-στή-ρι-ο ουσ. (ουδ.) (επίσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μικρή συσκευή για τον έλεγχο της λειτουργίας ηλεκτρονικού συστήματος από απόσταση: ασύρματο/ενσύρματο/καθολικό (= ~ γενικής χρήσης)/προγραμματιζόμενο/φωτιζόμενο/ψηφιακό ~. ~ υπερύθρων. ~ αποκωδικοποιητή/γκαραζόπορτας/ηχοσυστήματος/κλιματισμού/ντιβιντί/τηλεόρασης. ~ τιμονιού (: για το στερεοφωνικό του αυτοκινήτου). Μπαταρίες ~ίου. Τα κουμπιά/τα πλήκτρα/οι ρυθμίσεις του ~ίου. (Απ)ενεργοποίηση συναγερμού μέσω ~ίου. ΣΥΝ. τηλεκοντρόλ [< αγγλ. remote control, 1903, γαλλ. télécommande, 1939]
50730τηλεχειρουργικήτη-λε-χει-ρουρ-γι-κή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τομέας της τηλεϊατρικής που χρησιμοποιεί τα τεχνολογικά μέσα της τηλεματικής για τη σύνδεση χειρουργείων και την επικοινωνία χειρουργών από απόσταση· ειδικότ. χειρουργική χωρίς άμεση επαφή με τον ασθενή, μέσω οθόνης: ρομποτικό σύστημα (λαπαροσκοπικής) ~ής. [< αγγλ. telesurgery, remote surgery, γαλλ. téléchirurgie, 1990]
50731τηλεψηφοφορίατη-λε-ψη-φο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ψηφοφορία σε τηλεοπτική εκπομπή που διεξάγεται μέσω τηλεφώνου: ~ του κοινού. [< αγγλ. televoting]
50732τηλεψυχιατρικήτη-λε-ψυ-χι-α-τρι-κή ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας από απόσταση με χρήση τηλεματικών εφαρμογών. Βλ. τηλε-συμβουλευτική, -συνεδρία. [< αγγλ. telepsychiatry]
50733τηλοψίατη-λο-ψί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) : παρακολούθηση τηλεοπτικών εκπομπών· τηλεόραση: οι φωστήρες της ~ίας. Πβ. τηλεθέαση.
50734Τηνιακός, ΤηνιακήΤη-νι-α-κός επίθ./ουσ.: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής την Τήνο.
50735τήξητή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως}: ΦΥΣ. μεταβολή ενός στερεού σώματος σε υγρό με απορρόφηση θερμότητας: επαγωγική/μερική/οξειδωτική ~. ~ κρυστάλλων/μετάλλων/χαλκού. ~ με καύση αερίων. Δοχείο/κλίβανος/συγκολλήσεις ~ης. Βλ. σύντηξη.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ πάγων/χιονιού.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) Πυρηνική ~. Πβ. λιώσιμο. ΑΝΤ. πήξη ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο τήξης: η θερμοκρασία στην οποία ένα στερεό σώμα τήκεται: κράματα με υψηλό/χαμηλό ~ ~. Βλ. υπέρτηξη. ΑΝΤ. σημείο πήξης [< γαλλ. point de fusion] [< αρχ. τῆξις]
50737τηράζωτη-ρά-ω ρ. (μτβ.) {τηρ-άς ... | τήρα-γα, -ξα} & (σπάν.) τηράζω (διαλεκτ.): κοιτάζω, παρατηρώ: Τι ~άς; Τήρα (= πρόσεχε) μη φύγει! [< μεσν. τηρώ]
50738τήρησητή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διατήρηση, διαφύλαξη: πιστή ~ του νόμου. ~ του απορρήτου/της (έννομης) τάξης (= περιφρούρηση)/της κοινής ησυχίας.|| ~ των εθίμων/των παραδόσεων. Πβ. διάσωση, σεβασμός, συνέχιση. 2. αυστηρή εφαρμογή, εκπλήρωση: ~ διαδικασίας/προγράμματος/χρονοδιαγράμματος. Απαρέγκλιτη/πιστή ~ των κανόνων/του καταστατικού/του κώδικα δεοντολογίας/των μέτρων/της νομιμότητας/της (κείμενης) νομοθεσίας/των ορίων ταχύτητας (ΑΝΤ. υπέρβαση)/του Συντάγματος/του ωραρίου. ΑΝΤ. κατάλυση, καταπάτηση, καταστρατήγηση, παραβίαση.|| Σε περίπτωση μη ~ης της προθεσμίας (: μη συμμόρφωσης με αυτή).|| ~ δεσμεύσεων/όρκου/συμφωνίας/υπόσχεσης (ΑΝΤ. αθέτηση). 3. διαρκής ενημέρωση αρχειακού υλικού ή στοιχείων: ~ αντιγράφων/αρχείου/λογιστικών βιβλίων/μητρώου/πρακτικών/πρωτοκόλλου. Όροι/υποχρέωση ~ης προσωπικών δεδομένων.|| ~ τραπεζικού λογαριασμού. 4. υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς: ~ εμπιστευτικότητας/εχεμύθειας/παθητικής στάσης.|| ~ ενός λεπτού σιγής. [< 1: μτγν. τήρησις]
50739τηρητήςτη-ρη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη για την εφαρμογή κανόνων, που διαφυλάσσει αρχές και αξίες: ~ των θεσμών/της νομιμότητας (= φρουρός· ΑΝΤ. καταπατητής)/του Συντάγματος/της (έννομης) τάξης. Πβ. υπερασπιστής.|| Αυστηρός/συνεπής ~ του ηθικού/θείου νόμου. ΑΝΤ. παραβάτης.|| Πιστοί ~ές των εθίμων/των παραδόσεων. Πβ. θεματοφύλακας, συνεχιστής. Βλ. παρα~. [< μτγν. τηρητής ‘φρουρός’]
40962τηρώ

[πληρῶ] πλη-ρώ ρ. (μτβ.) {πληρ-οί, -ούσε, -είται (λόγ.) -ούται, μτχ. πληρω-θείς, -θείσα, -θέν | μόνο σε ενεστ. κ. παρατ., συνήθ. στο γ΄πρόσ.} (λόγ.) 1. εκπληρώνω, ανταποκρίνομαι σε κάτι: ~οί τις απαιτήσεις/τα κριτήρια/τους όρους/τις προδιαγραφές/τις προϋποθέσεις. 2. γεμίζω, καλύπτω: ~θείσες: θέσεις εργασίας. Βλ. κενώνω, υπερ~. [< αρχ. πληρῶ]

50745της1βλ. ο, η, το

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.