| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50735 | τήξη | τή-ξη ουσ. (θηλ.) {-ης (λόγ.) -εως}: ΦΥΣ. μεταβολή ενός στερεού σώματος σε υγρό με απορρόφηση θερμότητας: επαγωγική/μερική/οξειδωτική ~. ~ κρυστάλλων/μετάλλων/χαλκού. ~ με καύση αερίων. Δοχείο/κλίβανος/συγκολλήσεις ~ης. Βλ. σύντηξη.|| (ΜΕΤΕΩΡ.) ~ πάγων/χιονιού.|| (ΦΥΣ. ΠΥΡ.) Πυρηνική ~. Πβ. λιώσιμο. ΑΝΤ. πήξη ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο τήξης: η θερμοκρασία στην οποία ένα στερεό σώμα τήκεται: κράματα με υψηλό/χαμηλό ~ ~. Βλ. υπέρτηξη. ΑΝΤ. σημείο πήξης [< γαλλ. point de fusion] [< αρχ. τῆξις] | |
| 50737 | τηράζω | τη-ρά-ω ρ. (μτβ.) {τηρ-άς ... | τήρα-γα, -ξα} & (σπάν.) τηράζω (διαλεκτ.): κοιτάζω, παρατηρώ: Τι ~άς; Τήρα (= πρόσεχε) μη φύγει! [< μεσν. τηρώ] | |
| 50738 | τήρηση | τή-ρη-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. διατήρηση, διαφύλαξη: πιστή ~ του νόμου. ~ του απορρήτου/της (έννομης) τάξης (= περιφρούρηση)/της κοινής ησυχίας.|| ~ των εθίμων/των παραδόσεων. Πβ. διάσωση, σεβασμός, συνέχιση. 2. αυστηρή εφαρμογή, εκπλήρωση: ~ διαδικασίας/προγράμματος/χρονοδιαγράμματος. Απαρέγκλιτη/πιστή ~ των κανόνων/του καταστατικού/του κώδικα δεοντολογίας/των μέτρων/της νομιμότητας/της (κείμενης) νομοθεσίας/των ορίων ταχύτητας (ΑΝΤ. υπέρβαση)/του Συντάγματος/του ωραρίου. ΑΝΤ. κατάλυση, καταπάτηση, καταστρατήγηση, παραβίαση.|| Σε περίπτωση μη ~ης της προθεσμίας (: μη συμμόρφωσης με αυτή).|| ~ δεσμεύσεων/όρκου/συμφωνίας/υπόσχεσης (ΑΝΤ. αθέτηση). 3. διαρκής ενημέρωση αρχειακού υλικού ή στοιχείων: ~ αντιγράφων/αρχείου/λογιστικών βιβλίων/μητρώου/πρακτικών/πρωτοκόλλου. Όροι/υποχρέωση ~ης προσωπικών δεδομένων.|| ~ τραπεζικού λογαριασμού. 4. υιοθέτηση συγκεκριμένης συμπεριφοράς: ~ εμπιστευτικότητας/εχεμύθειας/παθητικής στάσης.|| ~ ενός λεπτού σιγής. [< 1: μτγν. τήρησις] | |
| 50739 | τηρητής | τη-ρη-τής ουσ. (αρσ.) (λόγ.): αυτός που αναλαμβάνει την ευθύνη για την εφαρμογή κανόνων, που διαφυλάσσει αρχές και αξίες: ~ των θεσμών/της νομιμότητας (= φρουρός· ΑΝΤ. καταπατητής)/του Συντάγματος/της (έννομης) τάξης. Πβ. υπερασπιστής.|| Αυστηρός/συνεπής ~ του ηθικού/θείου νόμου. ΑΝΤ. παραβάτης.|| Πιστοί ~ές των εθίμων/των παραδόσεων. Πβ. θεματοφύλακας, συνεχιστής. Βλ. παρα~. [< μτγν. τηρητής ‘φρουρός’] | |
| 50745 | της1 | βλ. ο, η, το | |
| 50746 | της2 | βλ. αυτός | |
| 50747 | ΤΘ | (η): ταχυδρομική θυρίδα. | |
| 50748 | τι | ερωτημ. αντων. {άκλ.} 1. (ως ουσ.) ποιο πράγμα, ποια πράξη: ~ έκανες χθες/πήρες/σκέφτεσαι; ~ έπαθες και κάνεις έτσι; ~ πίνεις/θα πιεις (: για να το παραγγείλω); ~ παίζει στους κινηματογράφους; Σε τι (= που) οφείλεται η ταχυκαρδία; Με ~ ασχολείσαι (ενν. επαγγελματικά); ~ πρέπει να γνωρίζουμε για το ... ~ σημαίνει "μάζα"; ~ (ενν. είναι) πιο καλό από ...; (για να επαναληφθεί κάτι που δεν ακούσαμε:) ~ είπες; (για έκφραση απορίας) ~ συμβαίνει/τρέχει; (για έκφραση ενόχλησης:) ~ θες τέτοια ώρα; ~ θα γίνει τώρα, γιατί καθυστερούμε; (σε περίπτωση διάψευσης προσδοκιών:) ~ νόμιζες/φαντάστηκες; 2. (ως επίθ.) τι λογής, τι είδους: ~ νέα/χαμπάρια; ~ γνώμη έχεις/δώρο να πάρω/καλά μας φέρνεις/ώρα είναι; ~ (σόι) άνθρωπος είναι αυτός; Κι εσύ ~ πρόβλημα έχεις;|| (επιφωνηματικά, για έκφραση έκπληξης, επιδοκιμασίας, αποδοκιμασίας:) ~ τύχη! ~ καλά/όμορφα/ωραία (που ήταν)! ~ μέρες κι εκείνες! ~ αηδία/βλακεία/φρίκη! ~ κατάσταση είν' αυτή! Καλέ, ~ κόσμος είν' αυτός (ενν. πολύς)!|| (για διάψευση:) -Ωραία περάσατε; -~ ωραία; χάλια! 3. (ως επίρρ.) για ποιο λόγο ή σκοπό, σε τι: (συχνά με επιθετική διάθεση:) ~ γελάς/κλαις; ~ (= γιατί) ρωτάς/σε νοιάζει; Κι εσένα ~ σ' ενδιαφέρει; ~ την μαλώνεις/της φωνάζεις;|| Εγώ ~ φταίω; 4. για να δηλωθεί μέγεθος, ποσότητα, ποσό: ~ έδωσες/πλήρωσες/σου κόστισε; ~ (βαθμό) πήρες στο διαγώνισμα; 5. σε ρητορικές ερωτήσεις με αναμενόμενη απάντηση, "απολύτως κανένα, τίποτα": ~ καταφέραμε τελικά; Και ~ ξέρεις εσύ και μιλάς; Όλους στα πόδια σου τους έχεις, ~ άλλο θέλεις! ~ είχαμε, ~ χάσαμε! Και ~ ανάγκη έχει αυτός, καμία! ● ΦΡ.: και τι δεν ...! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη, επιθυμία, με αναμενόμενη απάντηση "πάρα πολλά, τα πάντα": ~ ~ έκανε για να μας ευχαριστήσει! ~ ~ δεν θα 'δινα για μια σοκολάτα! ~ ~ άκουσα/είπε!, και τι που ... (προφ.): δεν έχει σημασία που, δεν πειράζει: ~ ~ είναι μικρός, θα τα καταφέρει., προς τι; (προφ.): για ποιο λόγο ή σκοπό, γιατί; ~ ~ η έκπληξη/τόση απαξίωση;, τι ..., τι ... (προφ.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει διαφορά: ~ σήμερα ~ αύριο, αρκεί να έρθει. ~ πρώτος ~ δεύτερος, το ίδιο είναι., τι και τι; (προφ.): τι ακριβώς; ~ ~ έχεις εδώ;, τι κι αν ...; (προφ.): τι σημασία έχει αν: ~ ~ δεν συμφωνεί, δε(ν) με νοιάζει!|| (με επανάληψη:) ~ ~ έρθει, ~ ~ δεν έρθει, το ίδιο μου κάνει!, τι σου είναι ...! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, θαυμασμός για κάποιο πρόσωπο ή γεγονός: ~ ~ ο άνθρωπος/ο κόσμος! ~ ~ όμως τα παιδιά, ε;, το τι (προφ., για έκφραση θαυμασμού ή έκπληξης): αυτό που: ~ ~ έγινε, δεν λέγεται!, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, μα τι λέω βλ. λέω, ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, πώς και πώς/τι βλ. πώς, τι έκανε λέει; βλ. κάνω, τι θα έλεγες/τι λες ...; βλ. λέω, τι θα πει βλ. λέω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, τι κάνεις; βλ. κάνω, τι λέει; βλ. λέω, τι μέλλει γενέσθαι βλ. γενέσθαι, τι να το κάνω βλ. κάνω, τι σου λέει αυτό; βλ. λέω, τι τέξεται η επιούσα βλ. επιούσα, τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; βλ. χρεία [< αρχ. τί, ουδ. της αντων. τίς] | |
| 50749 | τι σερτ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & τι-σερτ & τισέρτ: βαμβακερή συνήθ. μπλούζα με κοντά μανίκια, που σχηματίζει Τ, όταν είναι ξεδιπλωμένη: ανδρικό/γυναικείο/κολλητό/κοντό/λευκό/μακό/μακρύ/μαύρο/μονόχρωμο/στενό/φαρδύ ~. ~ με βε/λαιμόκοψη. [< αμερικ. T-shirt, 1920, γαλλ. tee-shirt, 1950] | |
| 50834 | τι σερτ | βλ. τι | |
| 50751 | τιάρα | τιά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. περίτεχνο γυναικείο κόσμημα για τα μαλλιά σε σχήμα πετάλου: βασιλική/διαμαντένια/πριγκιπική ~ από πολύτιμους λίθους (πβ. διάδημα, στέμμα). Νυφική ~ με κρύσταλλα/μαργαριταράκια. 2. ΘΡΗΣΚ. το τριπλό στέμμα που φέρει ο Πάπας της Ρώμης. Βλ. μίτρα. 3. ΑΡΧ. κάλυμμα της κεφαλής που έφεραν κυρ. Πέρσες αξιωματούχοι. [< 1,2: ιταλ. tiara 3: αρχ. τιάρα] | |
| 50752 | τιβί & τι-βι | τι-βί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ.): τηλεόραση: αραχτός μπροστά στην ~.|| (ως επίθ.) ~ περσόνα (= τηλεπερσόνα)/σταρ. ● Υποκ.: τιβούλα (η) [< αγγλ. TV, 1945] | |
| 55325 | Τιγκα | επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. γεμάτος· που υπάρχει ή γίνεται στον υπέρτατο βαθμό: Τα πρωινά λεωφορεία είναι ~ (= τίγκα, φίσκα). Καθημερινά έχει ~ πρόγραμμα.|| Κατά τη ~ σεζόν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια είναι ακριβότερα.|| Τρέχει με ~ γκάζι/ταχύτητα (= πολύ μεγάλη). Έχω ~ σήμα (: στο κινητό ή σε ασύρματο δίκτυο).|| Σε ~ (= έντονους) ρυθμούς η προετοιμασία για ... 2. (ως επίρρ.) πλήρως, απόλυτα, πάρα πολύ: Πωλείται αυτοκίνητο ~ έξτρα (: με πλήρη εξοπλισμό). Ενοικιάζεται ~ επιπλωμένο διαμέρισμα.|| Είναι ~ ερωτευμένος (πβ. κάργα). Δουλεύει ~ (= εντατικά). ● Ουσ.: φουλ (το): συνδυασμός φύλλων στο πόκερ και την πόκα, κατά τον οποίο τα τρία από τα πέντε χαρτιά είναι όμοια μεταξύ τους και τα άλλα δύο είναι επίσης όμοια: ~ του άσου (: συνδυασμός με τρεις άσους)/του ρήγα. Βλ. κέντα, χρώμα. [< γαλλ. full] ● ΦΡ.: πάω φουλ για ...: προχωρώ ακάθεκτα, γρήγορα και αποφασιστικά: Πάει ~ για μετάλλιο/τελικό/τίτλο. Πάμε ~ για εκλογές. Πβ. ολοταχώς., στο φουλ: στον ανώτατο βαθμό, στο έπακρο: Το καλοριφέρ/το μοτέρ δουλεύει/λειτουργεί ~ ~. Είχε τη μουσική/το ραδιόφωνο ~ ~ (= στη διαπασών).|| Ζει τη ζωή της ~ ~. Πβ. στο μάξιμουμ. [< αγγλ. full] | |
| 50753 | τίγκα | τί-γκα επίρρ. {άκλ.} & τίγγα (προφ.): μέχρι πάνω, ασφυκτικά γεμάτος: Η δεξαμενή είναι ~ (= ξέχειλη).|| Το μπαράκι ήταν ~ από/στον κόσμο. Πβ. κάργα, πήχτρα, φίσκα. [< ιταλ. tinga] | |
| 50754 | τιγκάρισμα | τι-γκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ασφυκτικό γέμισμα, ξεχείλισμα: ~ της μπουκάλας με κρασί. Πβ. φουλάρισμα.|| ~ του σταδίου (από κόσμο). Πβ. παραγέμισμα. Βλ. -ισμα. | |
| 50755 | τιγκάρω | τι-γκά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τίγκαρ-α (σπάν.) τιγκάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.) 1. είμαι ασφυκτικά γεμάτος: ~ε από κόσμο το γήπεδο/το νησί (πβ. βουλιάζει)/η παραλία/η πλατεία (πβ. ξεχειλίζω).|| ~ε στο φαΐ (= παράφαγε, φούσκωσε). 2. γεμίζω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: ~ (= φουλάρω) το ντεπόζιτο (με βενζίνη). Ντουλάπα ~ισμένη στα ρούχα (πβ. φουλ). Πβ. καργάρω, φισκάρω. ΑΝΤ. αδειάζω.|| Την έχει ~ει την πιστωτική του (: την έχει υπερχρεώσει). | |
| 50756 | τιγκέλι | τι-γκέ-λι ουσ. (ουδ.): μηχάνημα ραπτικής για ειδική ραφή: αυτόματο ~. Bελονιά ~ιού (= πλακοραφή). Γαζί/τελειώματα με ~. Βλ. κοπτοράπτης, ραπτομηχανή. | |
| 50757 | τιγρέ | τι-γρέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ραβδώσεις ή/και χρώμα αντίστοιχο με αυτό του τριχώματος της τίγρης: ~ γατάκι.|| (για σχέδιο υφάσματος) ~ μπλουζάκι/φόρεμα (βλ. λεοπάρ). Πβ. τιγροειδής. [< γαλλ. tigré] | |
| 50758 | τίγρη | τί-γρη ουσ. (θηλ.) {τίγρ-εις, -εων} & τίγρης (ο/η) & (λόγ.) τίγρις (η) {τίγρ-εως} 1. ΖΩΟΛ. μεγάλο σαρκοβόρο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Panthera tigris) της οικογένειας των αιλουροειδών, συνήθ. με καφέ-κίτρινο τρίχωμα και μαύρες λωρίδες, που ζει απομονωμένο στα δάση κυρ. της Ασίας και της Σιβηρίας: ασιατική/κινέζικη/σπάνια λευκή ~. Ζωολογικό πάρκο με λιοντάρια, ~εις και άλλα (άγρια) ζώα της ζούγκλας.|| Βαλσαμωμένη ~. Πβ. καπλάνι. || Λύκος/τίγρης της Τασμανίας. || (κατ' επέκτ.) Δυνατός σαν ~. Όρμησε σαν ~. Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.) άτομο αποφασιστικό, δυναμικό, φιλόδοξο ή με ιδιαίτερες σεξουαλικές επιδόσεις. ● Υποκ.: τιγράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μάτι της τίγρης/του τίγρη: ΟΡΥΚΤ. χαλαζίας καφέ χρώματος με γραμμωτούς ιριδισμούς. [< αγγλ. tiger('s)-eye] , χάρτινη τίγρη (μτφ.): (κυρ. για πρόσωπο ή χώρα) που δείχνει εξωτερικά ισχυρό/ή και δυναμικό/ή αλλά στην πραγματικότητα είναι ανίσχυρο/η: Ο φοβερός αντίπαλος αποδείχτηκε ~ ~. Βλ. πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια. [< αγγλ. paper tiger, 1952] , κουνούπι-τίγρης βλ. κουνούπι [< αρχ. τίγρις, γαλλ. tigre, αγγλ.tiger] | |
| 50759 | τιγροειδής | , ής, ές τι-γρο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τίγρη, τιγρέ: ~ή: γατάκια. Βλ. -ειδής. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ