| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50760 | τιθάσευση | τι-θά-σευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) επιβολή ελέγχου, συγκράτηση, περιορισμός: ~ του ποταμού (με τη δημιουργία φράγματος). ~ της φύσης.|| ~ του κόστους/του πληθωρισμού.|| ~ των παθών. Πβ. χαλιναγώγηση. 2. εξημέρωση: ~ αλόγου. ΣΥΝ. δάμασμα [< 2: μτγν. τιθάσευσις] | |
| 50761 | τιθασεύω | τι-θα-σεύ-ω ρ. (μτβ.) {τιθάσευ-σα (προφ.) τιθάσε-ψα, τιθασεύ-σει (προφ.) τιθασέ-ψει, τιθασεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) θέτω υπό έλεγχο, συγκρατώ, περιορίζω: Καταβάλλονται προσπάθειες να ~τεί το έλλειμμα.|| ~ τους εξαγριωμένους οπαδούς. ~ τον εαυτό/τα ένστικτά/τον θυμό/τα νεύρα/την περιέργειά μου. Πβ. κοντρολάρω, χαλιναγωγώ. 2. εξημερώνω: ~ άγρια ζώα. ΣΥΝ. δαμάζω (2), ημερεύω (2) [< αρχ. τιθασεύω] | |
| 50762 | τίθεμαι | τί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {μεσοπαθ. ενεστ. του ρ. θέτω· τίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εσθε, -ενται, παρατ. ετίθ-ετο, -εντο | τέθηκε (λόγ.) ετέθη, τεθεί, τιθέ-μενος, τεθείς, τεθείσα, τεθέν} (επίσ.): τοποθετούμαι· εύχρηστο ιδ. σε φρ.: ~εται σε αργία/σε διαθεσιμότητα/σε ισχύ/σε κίνδυνο/σε κίνηση/σε λειτουργία. Τέθηκε στη διάθεση του .../στο περιθώριο. ~εται επί ποδός (= κινητοποιείται)/προ των ευθυνών του/υπέρ ή κατά μιας θέσης (= τάσσεται). ~εται υπό αίρεση/αμφισβήτηση/απαγόρευση/διαπραγμάτευση/διωγμό/έγκριση/επιτήρηση/κράτηση/παρακολούθηση. Τέθηκε υπό την αιγίδα/την κηδεμονία/την κρίση του ... (πβ. τελώ). Τέθηκε εκτός μάχης/νόμου/ομάδας. Σε δημόσια διαβούλευση ~εται το πολυνομοσχέδιο. Με την τελευταία ρύθμιση, ~ενται οι βάσεις/τα θεμέλια για ... Σε εφαρμογή ~ενται από αύριο τα νέα μέτρα για ... Τέθηκε (= μπήκε, τον έβαλαν) επικεφαλής του ψηφοδελτίου. Στη συνεδρίαση τέθηκε επί τάπητος/υπό συζήτηση και το θέμα της ... Στο αρχείο ετέθη η υπόθεση του ... Η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Τα θύματα τέθηκαν σε καθεστώς επικουρικής προστασίας. ~μενοι: στόχοι. Συχνά ~μενες ερωτήσεις (Βλ. FAQ). Τεθείσες προϋποθέσεις. Τεθέντα θέματα. ● ΦΡ.: δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση ● βλ. θέτω [< αρχ. τίθεμαι] | |
| 50769 | τικ-τακ | {άκλ.} & τικ τακ & τίκι-τάκ(α): ήχος μηχανισμού που βρίσκεται σε λειτουργία, γενικότ. ρυθμικός, μονότονος χτύπος: ~ ~ χτυπούσε η καρδιά του από την αγωνία. Πβ. τακ-τακ.|| (ως ουσ.) Το ~ ~ του εκκρεμούς/του μετρονόμου/του ρολογιού.|| Το ~ της βροχής στο τζάμι/της βρύσης που στάζει. Βλ. τάκα-τάκα. [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. tic-tac] | |
| 50763 | τικ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νευρική σύσπαση των μυών, συνήθ. του προσώπου, επαναλαμβανόμενη στερεοτυπική κίνηση: παιδικό ~. Κινητικά/λεκτικά/παροδικά/φωνητικά ~. Έχει ένα χαρακτηριστικό ~ να ανασηκώνει τους ώμους του. Έχει ένα ~ στο μάτι του. [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. tic] | |
| 50764 | τικ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΒΟΤ. μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Tectona grandis) που ευδοκιμεί κυρ. στην Ινδία και τη νοτιοανατολική Ασία. 2. (συνεκδ.) τροπικό ξύλο μέτριας πυκνότητας με υψηλή ανθεκτικότητα στην υγρασία: ινδονησιακό ~. Τραπέζι από ~ μασίφ. Βλ. μαόνι.|| (ως επίθ.) ~ έπιπλα. Καρέκλες ~. Δάπεδα/πατώματα από σανίδες ~. Κατάστρωμα με επένδυση ~. Βλ. ιρόκο.|| Λάδι ~ (: που προστατεύει το ξύλο). [< αγγλ. teak] | |
| 50765 | τικ3 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. σημάδι επιλογής ή τσεκαρίσματος (σύμβ. √): Βάζω/σημειώνω (ένα) ~ (= μάρκαρω). Βλ. χι2. ΣΥΝ. τσεκ (2) 2. ρυθμικός, σύντομος χτύπος κυρ. ρολογιού. Πβ. τικ-τακ. ● ΦΡ.: ένα τικ πιο ...: πολύ λίγο, ελάχιστα: Το τιμόνι θέλει ~ ~ πάνω. ΣΥΝ. ένα κλικ πιο ... [< αγγλ. tick] | |
| 50766 | τικάρισμα | τι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαρκάρισμα ή τσεκάρισμα με σημάδι επιλογής (τικ): ~ του πεδίου ... ~ στο κουτάκι/τετραγωνάκι. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. ticking] | |
| 50767 | τικάρω | τι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {τικάρ-ισα, -ιστεί, -ισμένος} (προφ.): μαρκάρω ή τσεκάρω με σημάδι επιλογής (τικ): ~ το κατάλληλο κουτάκι/τετραγωνάκι στο ερωτηματολόγιο.|| ~ τα ιμέιλ για διαγραφή. Βλ. κλικάρω. [< αγγλ. tick] | |
| 50770 | τίκτω | τί-κτω ρ. (μτβ.) {έτεκε} (αρχαιοπρ.): γεννώ: (ΕΚΚΛΗΣ.) Η Παρθένος ~ει ... ο Λόγος σαρκούται.|| (ως στερεότυπη φρ.) Ο άνδρας γεννά και η γυναίκα ~ει (: για διαχωρισμό των ρόλων των δύο φύλων στην τεκνοποίηση). ● ΦΡ.: τι τέξεται η επιούσα βλ. επιούσα, ώδινεν όρος και έτεκε μυν βλ. μυς [< αρχ. τίκτω] | |
| 50771 | τίλια | τί-λι-α ουσ. (θηλ.) & τιλιά: ΒΟΤ. φλαμουριά: ~ η Ευρωπαϊκή ή σφεντάμι. ΣΥΝ. φιλύρα | |
| 50772 | τίλιο | τί-λι-ο ουσ. (ουδ.) 1. αφέψημα ή εκχύλισμα από αποξηραμένα φύλλα και άνθη του ομώνυμου δέντρου: αντιβηχικό σιρόπι με ~ και μολόχα. Το ~ καταπραΰνει τον οργανισμό.|| Ανθόνερο/λοσιόν από ~. Βλ. βάλσαμο, βότανο, φασκόμηλο, χαμομήλι. 2. ΒΟΤ. ψηλό δέντρο (γένος Tilia) με πλατιά καρδιόσχημα φύλλα και λευκά-κίτρινα αρωματικά άνθη. ΣΥΝ. τίλια, φιλύρα, φλαμουριά [< ιταλ. tiglio] | |
| 50773 | τίλμα | τίλ-μα ουσ. (ουδ.) {τίλμ-ατα, -άτων} (επίσ.): δέσμη από υφαντικές ίνες που χρησιμοποιείται κυρ. ως πανί καθαρισμού από τα λάδια και τα γράσα, στουπί: εργοστάσιο/παραγωγή ~άτων. [< αρχ. τίλμα ‘γάζα’ < τίλλω ‘μαδώ’] | |
| 50774 | τίλντα | τίλ-ντα ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. κυματοειδής παύλα (~). [< γαλλ. tilde] | |
| 50775 | τιμ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): σύνολο ατόμων που συνεργάζονται ή συμμετέχουν σε συλλογική δράση ή δραστηριότητα, ομάδα: δυνατό/μεγάλο/οργανωμένο ~. Το ~ μιας εκπομπής/των ηθοποιών (μιας παράστασης ή ταινίας· πβ. καστ). Άλλαξε το ~ των συνεργατών του. Ανήκει στο ~ (= δυναμικό) των νομικών συμβούλων της εταιρείας.|| Το ~ των διαιτητών. Νέα πρόσωπα στο διοικητικό/ιατρικό/προπονητικό/τεχνικό ~ της ομάδας.|| ~ μάνατζερ. [< αγγλ. team] | |
| 50776 | τιμαλφή | [τιμαλφῆ] τι-μαλ-φή ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): πολύτιμα αντικείμενα, κυρ. κοσμήματα, χρυσαφικά: απώλεια/δήλωση/θυρίδα/κλοπή/πώληση ~ών. Εκποίηση ~ών με δημοπρασία. [< αρχ. τιμαλφής ‘πολύτιμος, δαπανηρός’] | |
| 50777 | τιμάρι | βλ. τιμάριο | |
| 50778 | τιμαριθμικός | , ή, ό τι-μα-ριθ-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον τιμάριθμο: ~ός: δείκτης/έλεγχος. ~ή: (ανα)προσαρμογή/κλίμακα (φόρου εισοδήματος)/λογιστική/πολιτική/ρήτρα. | |
| 50779 | τιμαριθμοποίηση | τι-μα-ριθ-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αναπροσαρμογή οικονομικών μεγεθών στις τιμαριθμικές αυξομειώσεις: ~ των μισθών/της φορολογικής κλίμακας. Εφαρμογή αυτόματης/ετήσιας ~ης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. indexation, 1948, αγγλ. ~, 1960] | |
| 50780 | τιμαριθμοποιώ | [τιμαριθμοποιῶ] τι-μα-ριθ-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τιμαριθμοποι-εί ... | τιμαριθμοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ούμενος}: ΟΙΚΟΝ. αναπροσαρμόζω οικονομικά μεγέθη στις τιμαριθμικές αυξομειώσεις: Η κυβέρνηση ~εί τους έμμεσους φόρους στα καύσιμα. ~είται η φορολογική κλίμακα. Αποδοχές/εισοδήματα/ποσά που ~ούνται. ~ημένοι ομολογιακοί τίτλοι. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. indexer, 1948, αγγλ. index] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ