Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51280-51300]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50746της2βλ. αυτός
50747ΤΘ(η): ταχυδρομική θυρίδα.
50748τιερωτημ. αντων. {άκλ.} 1. (ως ουσ.) ποιο πράγμα, ποια πράξη: ~ έκανες χθες/πήρες/σκέφτεσαι; ~ έπαθες και κάνεις έτσι; ~ πίνεις/θα πιεις (: για να το παραγγείλω); ~ παίζει στους κινηματογράφους; Σε τι (= που) οφείλεται η ταχυκαρδία; Με ~ ασχολείσαι (ενν. επαγγελματικά); ~ πρέπει να γνωρίζουμε για το ... ~ σημαίνει "μάζα"; ~ (ενν. είναι) πιο καλό από ...; (για να επαναληφθεί κάτι που δεν ακούσαμε:) ~ είπες; (για έκφραση απορίας) ~ συμβαίνει/τρέχει; (για έκφραση ενόχλησης:) ~ θες τέτοια ώρα; ~ θα γίνει τώρα, γιατί καθυστερούμε; (σε περίπτωση διάψευσης προσδοκιών:) ~ νόμιζες/φαντάστηκες; 2. (ως επίθ.) τι λογής, τι είδους: ~ νέα/χαμπάρια; ~ γνώμη έχεις/δώρο να πάρω/καλά μας φέρνεις/ώρα είναι; ~ (σόι) άνθρωπος είναι αυτός; Κι εσύ ~ πρόβλημα έχεις;|| (επιφωνηματικά, για έκφραση έκπληξης, επιδοκιμασίας, αποδοκιμασίας:) ~ τύχη! ~ καλά/όμορφα/ωραία (που ήταν)! ~ μέρες κι εκείνες! ~ αηδία/βλακεία/φρίκη! ~ κατάσταση είν' αυτή! Καλέ, ~ κόσμος είν' αυτός (ενν. πολύς)!|| (για διάψευση:) -Ωραία περάσατε; -~ ωραία; χάλια! 3. (ως επίρρ.) για ποιο λόγο ή σκοπό, σε τι: (συχνά με επιθετική διάθεση:) ~ γελάς/κλαις; ~ (= γιατί) ρωτάς/σε νοιάζει; Κι εσένα ~ σ' ενδιαφέρει; ~ την μαλώνεις/της φωνάζεις;|| Εγώ ~ φταίω; 4. για να δηλωθεί μέγεθος, ποσότητα, ποσό: ~ έδωσες/πλήρωσες/σου κόστισε; ~ (βαθμό) πήρες στο διαγώνισμα; 5. σε ρητορικές ερωτήσεις με αναμενόμενη απάντηση, "απολύτως κανένα, τίποτα": ~ καταφέραμε τελικά; Και ~ ξέρεις εσύ και μιλάς; Όλους στα πόδια σου τους έχεις, ~ άλλο θέλεις! ~ είχαμε, ~ χάσαμε! Και ~ ανάγκη έχει αυτός, καμία! ● ΦΡ.: και τι δεν ...! (προφ.-εμφατ.): για να δηλωθεί μεγάλη έκπληξη, επιθυμία, με αναμενόμενη απάντηση "πάρα πολλά, τα πάντα": ~ ~ έκανε για να μας ευχαριστήσει! ~ ~ δεν θα 'δινα για μια σοκολάτα! ~ ~ άκουσα/είπε!, και τι που ... (προφ.): δεν έχει σημασία που, δεν πειράζει: ~ ~ είναι μικρός, θα τα καταφέρει., προς τι; (προφ.): για ποιο λόγο ή σκοπό, γιατί; ~ ~ η έκπληξη/τόση απαξίωση;, τι ..., τι ... (προφ.): για να δηλωθεί ότι δεν υπάρχει διαφορά: ~ σήμερα ~ αύριο, αρκεί να έρθει. ~ πρώτος ~ δεύτερος, το ίδιο είναι., τι και τι; (προφ.): τι ακριβώς; ~ ~ έχεις εδώ;, τι κι αν ...; (προφ.): τι σημασία έχει αν: ~ ~ δεν συμφωνεί, δε(ν) με νοιάζει!|| (με επανάληψη:) ~ ~ έρθει, ~ ~ δεν έρθει, το ίδιο μου κάνει!, τι σου είναι ...! (προφ.): για να δηλωθεί έκπληξη, θαυμασμός για κάποιο πρόσωπο ή γεγονός: ~ ~ ο άνθρωπος/ο κόσμος! ~ ~ όμως τα παιδιά, ε;, το τι (προφ., για έκφραση θαυμασμού ή έκπληξης): αυτό που: ~ ~ έγινε, δεν λέγεται!, και τι έγινε/και τι μ' αυτό; βλ. γίνομαι, μα τι λέω βλ. λέω, ποιο το όφελος/(προς) τι το όφελος; βλ. όφελος, πώς και πώς/τι βλ. πώς, τι έκανε λέει; βλ. κάνω, τι θα έλεγες/τι λες ...; βλ. λέω, τι θα πει βλ. λέω, τι καλά, ... καλάθια! βλ. καλάθι, τι κάνεις; βλ. κάνω, τι λέει; βλ. λέω, τι μέλλει γενέσθαι βλ. γενέσθαι, τι να το κάνω βλ. κάνω, τι σου λέει αυτό; βλ. λέω, τι τέξεται η επιούσα βλ. επιούσα, τι χρείαν έχομεν (άλλων) μαρτύρων; βλ. χρεία [< αρχ. τί, ουδ. της αντων. τίς]
50749τι σερτουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & τι-σερτ & τισέρτ: βαμβακερή συνήθ. μπλούζα με κοντά μανίκια, που σχηματίζει Τ, όταν είναι ξεδιπλωμένη: ανδρικό/γυναικείο/κολλητό/κοντό/λευκό/μακό/μακρύ/μαύρο/μονόχρωμο/στενό/φαρδύ ~. ~ με βε/λαιμόκοψη. [< αμερικ. T-shirt, 1920, γαλλ. tee-shirt, 1950]
50834τι σερτβλ. τι
50751τιάρατιά-ρα ουσ. (θηλ.) 1. περίτεχνο γυναικείο κόσμημα για τα μαλλιά σε σχήμα πετάλου: βασιλική/διαμαντένια/πριγκιπική ~ από πολύτιμους λίθους (πβ. διάδημα, στέμμα). Νυφική ~ με κρύσταλλα/μαργαριταράκια. 2. ΘΡΗΣΚ. το τριπλό στέμμα που φέρει ο Πάπας της Ρώμης. Βλ. μίτρα. 3. ΑΡΧ. κάλυμμα της κεφαλής που έφεραν κυρ. Πέρσες αξιωματούχοι. [< 1,2: ιταλ. tiara 3: αρχ. τιάρα]
50752τιβί & τι-βιτι-βί ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (προφ.): τηλεόραση: αραχτός μπροστά στην ~.|| (ως επίθ.) ~ περσόνα (= τηλεπερσόνα)/σταρ. ● Υποκ.: τιβούλα (η) [< αγγλ. TV, 1945]
55325Τιγκα

επίθ. {άκλ.} (προφ.) 1. γεμάτος· που υπάρχει ή γίνεται στον υπέρτατο βαθμό: Τα πρωινά λεωφορεία είναι ~ (= τίγκα, φίσκα). Καθημερινά έχει ~ πρόγραμμα.|| Κατά τη ~ σεζόν τα ενοικιαζόμενα δωμάτια είναι ακριβότερα.|| Τρέχει με ~ γκάζι/ταχύτητα (= πολύ μεγάλη). Έχω ~ σήμα (: στο κινητό ή σε ασύρματο δίκτυο).|| Σε ~ (= έντονους) ρυθμούς η προετοιμασία για ... 2. (ως επίρρ.) πλήρως, απόλυτα, πάρα πολύ: Πωλείται αυτοκίνητο ~ έξτρα (: με πλήρη εξοπλισμό). Ενοικιάζεται ~ επιπλωμένο διαμέρισμα.|| Είναι ~ ερωτευμένος (πβ. κάργα). Δουλεύει ~ (= εντατικά). ● Ουσ.: φουλ (το): συνδυασμός φύλλων στο πόκερ και την πόκα, κατά τον οποίο τα τρία από τα πέντε χαρτιά είναι όμοια μεταξύ τους και τα άλλα δύο είναι επίσης όμοια: ~ του άσου (: συνδυασμός με τρεις άσους)/του ρήγα. Βλ. κέντα, χρώμα. [< γαλλ. full] ● ΦΡ.: πάω φουλ για ...: προχωρώ ακάθεκτα, γρήγορα και αποφασιστικά: Πάει ~ για μετάλλιο/τελικό/τίτλο. Πάμε ~ για εκλογές. Πβ. ολοταχώς., στο φουλ: στον ανώτατο βαθμό, στο έπακρο: Το καλοριφέρ/το μοτέρ δουλεύει/λειτουργεί ~ ~. Είχε τη μουσική/το ραδιόφωνο ~ ~ (= στη διαπασών).|| Ζει τη ζωή της ~ ~. Πβ. στο μάξιμουμ. [< αγγλ. full]

50753τίγκατί-γκα επίρρ. {άκλ.} & τίγγα (προφ.): μέχρι πάνω, ασφυκτικά γεμάτος: Η δεξαμενή είναι ~ (= ξέχειλη).|| Το μπαράκι ήταν ~ από/στον κόσμο. Πβ. κάργα, πήχτρα, φίσκα. [< ιταλ. tinga]
50754τιγκάρισματι-γκά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): ασφυκτικό γέμισμα, ξεχείλισμα: ~ της μπουκάλας με κρασί. Πβ. φουλάρισμα.|| ~ του σταδίου (από κόσμο). Πβ. παραγέμισμα. Βλ. -ισμα.
50755τιγκάρωτι-γκά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τίγκαρ-α (σπάν.) τιγκάρ-ισα, -ισμένος} (προφ.) 1. είμαι ασφυκτικά γεμάτος: ~ε από κόσμο το γήπεδο/το νησί (πβ. βουλιάζει)/η παραλία/η πλατεία (πβ. ξεχειλίζω).|| ~ε στο φαΐ (= παράφαγε, φούσκωσε). 2. γεμίζω κάτι σε υπερβολικό βαθμό: ~ (= φουλάρω) το ντεπόζιτο (με βενζίνη). Ντουλάπα ~ισμένη στα ρούχα (πβ. φουλ). Πβ. καργάρω, φισκάρω. ΑΝΤ. αδειάζω.|| Την έχει ~ει την πιστωτική του (: την έχει υπερχρεώσει).
50756τιγκέλιτι-γκέ-λι ουσ. (ουδ.): μηχάνημα ραπτικής για ειδική ραφή: αυτόματο ~. Bελονιά ~ιού (= πλακοραφή). Γαζί/τελειώματα με ~. Βλ. κοπτοράπτης, ραπτομηχανή.
50757τιγρέτι-γρέ επίθ. {άκλ.}: που έχει ραβδώσεις ή/και χρώμα αντίστοιχο με αυτό του τριχώματος της τίγρης: ~ γατάκι.|| (για σχέδιο υφάσματος) ~ μπλουζάκι/φόρεμα (βλ. λεοπάρ). Πβ. τιγροειδής. [< γαλλ. tigré]
50758τίγρητί-γρη ουσ. (θηλ.) {τίγρ-εις, -εων} & τίγρης (ο/η) & (λόγ.) τίγρις (η) {τίγρ-εως} 1. ΖΩΟΛ. μεγάλο σαρκοβόρο θηλαστικό (επιστ. ονομασ. Panthera tigris) της οικογένειας των αιλουροειδών, συνήθ. με καφέ-κίτρινο τρίχωμα και μαύρες λωρίδες, που ζει απομονωμένο στα δάση κυρ. της Ασίας και της Σιβηρίας: ασιατική/κινέζικη/σπάνια λευκή ~. Ζωολογικό πάρκο με λιοντάρια, ~εις και άλλα (άγρια) ζώα της ζούγκλας.|| Βαλσαμωμένη ~. Πβ. καπλάνι. || Λύκος/τίγρης της Τασμανίας. || (κατ' επέκτ.) Δυνατός σαν ~. Όρμησε σαν ~. Βλ. ταύρος. 2. (μτφ.) άτομο αποφασιστικό, δυναμικό, φιλόδοξο ή με ιδιαίτερες σεξουαλικές επιδόσεις. ● Υποκ.: τιγράκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: μάτι της τίγρης/του τίγρη: ΟΡΥΚΤ. χαλαζίας καφέ χρώματος με γραμμωτούς ιριδισμούς. [< αγγλ. tiger('s)-eye] , χάρτινη τίγρη (μτφ.): (κυρ. για πρόσωπο ή χώρα) που δείχνει εξωτερικά ισχυρό/ή και δυναμικό/ή αλλά στην πραγματικότητα είναι ανίσχυρο/η: Ο φοβερός αντίπαλος αποδείχτηκε ~ ~. Βλ. πήλινα/ξύλινα/γυάλινα πόδια. [< αγγλ. paper tiger, 1952] , κουνούπι-τίγρης βλ. κουνούπι [< αρχ. τίγρις, γαλλ. tigre, αγγλ.tiger]
50759τιγροειδής, ής, ές τι-γρο-ει-δής επίθ. (λόγ.): που μοιάζει με τίγρη, τιγρέ: ~ή: γατάκια. Βλ. -ειδής.
50760τιθάσευσητι-θά-σευ-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. (μτφ.) επιβολή ελέγχου, συγκράτηση, περιορισμός: ~ του ποταμού (με τη δημιουργία φράγματος). ~ της φύσης.|| ~ του κόστους/του πληθωρισμού.|| ~ των παθών. Πβ. χαλιναγώγηση. 2. εξημέρωση: ~ αλόγου. ΣΥΝ. δάμασμα [< 2: μτγν. τιθάσευσις]
50761τιθασεύωτι-θα-σεύ-ω ρ. (μτβ.) {τιθάσευ-σα (προφ.) τιθάσε-ψα, τιθασεύ-σει (προφ.) τιθασέ-ψει, τιθασεύ-τηκε (λόγ.) -θηκε, -τεί (λόγ.) -θεί, -οντας, -μένος} (λόγ.) 1. (μτφ.) θέτω υπό έλεγχο, συγκρατώ, περιορίζω: Καταβάλλονται προσπάθειες να ~τεί το έλλειμμα.|| ~ τους εξαγριωμένους οπαδούς. ~ τον εαυτό/τα ένστικτά/τον θυμό/τα νεύρα/την περιέργειά μου. Πβ. κοντρολάρω, χαλιναγωγώ. 2. εξημερώνω: ~ άγρια ζώα. ΣΥΝ. δαμάζω (2), ημερεύω (2) [< αρχ. τιθασεύω]
50762τίθεμαιτί-θε-μαι ρ. (αμτβ.) {μεσοπαθ. ενεστ. του ρ. θέτω· τίθ-εσαι, -εται, -έμεθα, -εσθε, -ενται, παρατ. ετίθ-ετο, -εντο | τέθηκε (λόγ.) ετέθη, τεθεί, τιθέ-μενος, τεθείς, τεθείσα, τεθέν} (επίσ.): τοποθετούμαι· εύχρηστο ιδ. σε φρ.: ~εται σε αργία/σε διαθεσιμότητα/σε ισχύ/σε κίνδυνο/σε κίνηση/σε λειτουργία. Τέθηκε στη διάθεση του .../στο περιθώριο. ~εται επί ποδός (= κινητοποιείται)/προ των ευθυνών του/υπέρ ή κατά μιας θέσης (= τάσσεται). ~εται υπό αίρεση/αμφισβήτηση/απαγόρευση/διαπραγμάτευση/διωγμό/έγκριση/επιτήρηση/κράτηση/παρακολούθηση. Τέθηκε υπό την αιγίδα/την κηδεμονία/την κρίση του ... (πβ. τελώ). Τέθηκε εκτός μάχης/νόμου/ομάδας. Σε δημόσια διαβούλευση ~εται το πολυνομοσχέδιο. Με την τελευταία ρύθμιση, ~ενται οι βάσεις/τα θεμέλια για ... Σε εφαρμογή ~ενται από αύριο τα νέα μέτρα για ... Τέθηκε (= μπήκε, τον έβαλαν) επικεφαλής του ψηφοδελτίου. Στη συνεδρίαση τέθηκε επί τάπητος/υπό συζήτηση και το θέμα της ... Στο αρχείο ετέθη η υπόθεση του ... Η πυρκαγιά τέθηκε υπό έλεγχο. Τα θύματα τέθηκαν σε καθεστώς επικουρικής προστασίας. ~μενοι: στόχοι. Συχνά ~μενες ερωτήσεις (Βλ. FAQ). Τεθείσες προϋποθέσεις. Τεθέντα θέματα. ● ΦΡ.: δεν είναι/δεν υπάρχει/δεν τίθεται/δεν υφίσταται/δεν γεννάται/δεν μπαίνει θέμα/ζήτημα βλ. θέμα, δεν υπάρχει/δεν γίνεται/δεν χωράει (καμία) σύγκριση βλ. σύγκριση ● βλ. θέτω [< αρχ. τίθεμαι]
50769τικ-τακ{άκλ.} & τικ τακ & τίκι-τάκ(α): ήχος μηχανισμού που βρίσκεται σε λειτουργία, γενικότ. ρυθμικός, μονότονος χτύπος: ~ ~ χτυπούσε η καρδιά του από την αγωνία. Πβ. τακ-τακ.|| (ως ουσ.) Το ~ ~ του εκκρεμούς/του μετρονόμου/του ρολογιού.|| Το ~ της βροχής στο τζάμι/της βρύσης που στάζει. Βλ. τάκα-τάκα. [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. tic-tac]
50763τικ1ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: νευρική σύσπαση των μυών, συνήθ. του προσώπου, επαναλαμβανόμενη στερεοτυπική κίνηση: παιδικό ~. Κινητικά/λεκτικά/παροδικά/φωνητικά ~. Έχει ένα χαρακτηριστικό ~ να ανασηκώνει τους ώμους του. Έχει ένα ~ στο μάτι του. [< λ. ηχομιμητ., γαλλ. tic]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.