Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51300-51320]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50764τικ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΒΟΤ. μεγάλο φυλλοβόλο δέντρο (επιστ. ονομασ. Tectona grandis) που ευδοκιμεί κυρ. στην Ινδία και τη νοτιοανατολική Ασία. 2. (συνεκδ.) τροπικό ξύλο μέτριας πυκνότητας με υψηλή ανθεκτικότητα στην υγρασία: ινδονησιακό ~. Τραπέζι από ~ μασίφ. Βλ. μαόνι.|| (ως επίθ.) ~ έπιπλα. Καρέκλες ~. Δάπεδα/πατώματα από σανίδες ~. Κατάστρωμα με επένδυση ~. Βλ. ιρόκο.|| Λάδι ~ (: που προστατεύει το ξύλο). [< αγγλ. teak]
50765τικ3ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. σημάδι επιλογής ή τσεκαρίσματος (σύμβ. √): Βάζω/σημειώνω (ένα) ~ (= μάρκαρω). Βλ. χι2. ΣΥΝ. τσεκ (2) 2. ρυθμικός, σύντομος χτύπος κυρ. ρολογιού. Πβ. τικ-τακ. ● ΦΡ.: ένα τικ πιο ...: πολύ λίγο, ελάχιστα: Το τιμόνι θέλει ~ ~ πάνω. ΣΥΝ. ένα κλικ πιο ... [< αγγλ. tick]
50766τικάρισματι-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαρκάρισμα ή τσεκάρισμα με σημάδι επιλογής (τικ): ~ του πεδίου ... ~ στο κουτάκι/τετραγωνάκι. Βλ. -ισμα. [< αγγλ. ticking]
50767τικάρωτι-κά-ρω ρ. (μτβ.) {τικάρ-ισα, -ιστεί, -ισμένος} (προφ.): μαρκάρω ή τσεκάρω με σημάδι επιλογής (τικ): ~ το κατάλληλο κουτάκι/τετραγωνάκι στο ερωτηματολόγιο.|| ~ τα ιμέιλ για διαγραφή. Βλ. κλικάρω. [< αγγλ. tick]
50770τίκτωτί-κτω ρ. (μτβ.) {έτεκε} (αρχαιοπρ.): γεννώ: (ΕΚΚΛΗΣ.) Η Παρθένος ~ει ... ο Λόγος σαρκούται.|| (ως στερεότυπη φρ.) Ο άνδρας γεννά και η γυναίκα ~ει (: για διαχωρισμό των ρόλων των δύο φύλων στην τεκνοποίηση). ● ΦΡ.: τι τέξεται η επιούσα βλ. επιούσα, ώδινεν όρος και έτεκε μυν βλ. μυς [< αρχ. τίκτω]
50771τίλιατί-λι-α ουσ. (θηλ.) & τιλιά: ΒΟΤ. φλαμουριά: ~ η Ευρωπαϊκή ή σφεντάμι. ΣΥΝ. φιλύρα
50772τίλιοτί-λι-ο ουσ. (ουδ.) 1. αφέψημα ή εκχύλισμα από αποξηραμένα φύλλα και άνθη του ομώνυμου δέντρου: αντιβηχικό σιρόπι με ~ και μολόχα. Το ~ καταπραΰνει τον οργανισμό.|| Ανθόνερο/λοσιόν από ~. Βλ. βάλσαμο, βότανο, φασκόμηλο, χαμομήλι. 2. ΒΟΤ. ψηλό δέντρο (γένος Tilia) με πλατιά καρδιόσχημα φύλλα και λευκά-κίτρινα αρωματικά άνθη. ΣΥΝ. τίλια, φιλύρα, φλαμουριά [< ιταλ. tiglio]
50773τίλματίλ-μα ουσ. (ουδ.) {τίλμ-ατα, -άτων} (επίσ.): δέσμη από υφαντικές ίνες που χρησιμοποιείται κυρ. ως πανί καθαρισμού από τα λάδια και τα γράσα, στουπί: εργοστάσιο/παραγωγή ~άτων. [< αρχ. τίλμα ‘γάζα’ < τίλλω ‘μαδώ’]
50774τίλντατίλ-ντα ουσ. (θηλ.): ΛΕΞΙΚΟΓΡ. κυματοειδής παύλα (~). [< γαλλ. tilde]
50775τιμουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): σύνολο ατόμων που συνεργάζονται ή συμμετέχουν σε συλλογική δράση ή δραστηριότητα, ομάδα: δυνατό/μεγάλο/οργανωμένο ~. Το ~ μιας εκπομπής/των ηθοποιών (μιας παράστασης ή ταινίας· πβ. καστ). Άλλαξε το ~ των συνεργατών του. Ανήκει στο ~ (= δυναμικό) των νομικών συμβούλων της εταιρείας.|| Το ~ των διαιτητών. Νέα πρόσωπα στο διοικητικό/ιατρικό/προπονητικό/τεχνικό ~ της ομάδας.|| ~ μάνατζερ. [< αγγλ. team]
50776τιμαλφή[τιμαλφῆ] τι-μαλ-φή ουσ. (ουδ.) (τα) (λόγ.): πολύτιμα αντικείμενα, κυρ. κοσμήματα, χρυσαφικά: απώλεια/δήλωση/θυρίδα/κλοπή/πώληση ~ών. Εκποίηση ~ών με δημοπρασία. [< αρχ. τιμαλφής ‘πολύτιμος, δαπανηρός’]
50777τιμάριβλ. τιμάριο
50778τιμαριθμικός, ή, ό τι-μα-ριθ-μι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον τιμάριθμο: ~ός: δείκτης/έλεγχος. ~ή: (ανα)προσαρμογή/κλίμακα (φόρου εισοδήματος)/λογιστική/πολιτική/ρήτρα.
50779τιμαριθμοποίησητι-μα-ριθ-μο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. αναπροσαρμογή οικονομικών μεγεθών στις τιμαριθμικές αυξομειώσεις: ~ των μισθών/της φορολογικής κλίμακας. Εφαρμογή αυτόματης/ετήσιας ~ης. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. indexation, 1948, αγγλ. ~, 1960]
50780τιμαριθμοποιώ[τιμαριθμοποιῶ] τι-μα-ριθ-μο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τιμαριθμοποι-εί ... | τιμαριθμοποί-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος, -ούμενος}: ΟΙΚΟΝ. αναπροσαρμόζω οικονομικά μεγέθη στις τιμαριθμικές αυξομειώσεις: Η κυβέρνηση ~εί τους έμμεσους φόρους στα καύσιμα. ~είται η φορολογική κλίμακα. Αποδοχές/εισοδήματα/ποσά που ~ούνται. ~ημένοι ομολογιακοί τίτλοι. Βλ. -ποιώ. [< γαλλ. indexer, 1948, αγγλ. index]
50781τιμάριθμοςτι-μά-ριθ-μος ουσ. (αρσ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίθμου}: ΟΙΚΟΝ. δείκτης των μεταβολών στο γενικό επίπεδο τιμών ανάμεσα σε δύο χρονικές περιόδους: δομικός (: εξαιρεί τις μεταβολές σε καύσιμα και οπωροκηπευτικά)/εναρμονισμένος ~. ~ κόστους ζωής. Άνοδος/αποκλιμάκωση/εκτίναξη/μείωση/υποχώρηση του ~ίθμου. ~οι χονδρικής και λιανικής πώλησης. Στο ...% διαμορφώθηκε/έπεσε/σκαρφάλωσε ο ~ το προηγούμενο έτος. Άλμα του ~ου/στα ύψη ο ~ παρά την ύφεση. ● ΣΥΜΠΛ.: ρήτρα συναλλάγματος/(ξένου) νομίσματος/χρυσού/τιμαρίθμου βλ. ρήτρα [< γερμ. Wertzahl, αγγλ. price index]
50782τιμάριοτι-μά-ρι-ο ουσ. (ουδ.) {τιμαρί-ου} & (λαϊκό) τιμάρι ΣΥΝ. τσιφλίκι, φέουδο 1. ΙΣΤ. έκταση γης που παραχωρούσε ο ανώτατος άρχοντας, κυρ. ο σουλτάνος, σε αξιωματούχο, με αντάλλαγμα την παροχή διοικητικών ή στρατιωτικών υπηρεσιών: τουρκικό ~. Ανάκληση ~ου. Ο θεσμός των ~ων.|| Φράγκικο ~. Ιπποτικά ~α. 2. (μτφ.) καθετί που γίνεται αντικείμενο αυθαίρετης οικειοποίησης και εκμετάλλευσης για εξυπηρέτηση οικείων συμφερόντων: θρησκευτικά/πολιτικά ~α. Τα ~α της εξουσίας. Το κόμμα δεν είναι ~ (= ιδιοκτησία) κανενός. [< 1: μεσν. τιμάριον]
50783τιμαριούχος[τιμαριοῦχος] τι-μα-ρι-ού-χος ουσ. (αρσ.) & τιμαριώτης: ΙΣΤ. δικαιούχος, κάτοχος τιμαρίου. Πβ. γαιοκτήμονας, τσιφλικάς, φεουδάρχης.|| (μτφ.-ειρων.) ~οι των κομμάτων (: στελέχη που νέμονται αξιώματα). Βλ. -ούχος1.
50784τιμαριωτικός, ή, ό τι-μα-ρι-ω-τι-κός επίθ.: ΙΣΤ. που σχετίζεται με τον τιμαριωτισμό: ~ή: ιδιοκτησία/ιεραρχία/οργάνωση. ~ό: σύστημα. ~ές: γαίες. ~ά: κατάστιχα. Πβ. φεουδαρχικός.
50785τιμαριωτισμόςτι-μα-ρι-ω-τι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (στον Μεσαίωνα) σύστημα διοικητικής οργάνωσης των κατακτημένων περιοχών από ηγεμόνα, κυρ. τον σουλτάνο, με βάση τα τιμάρια: οθωμανικός/στρατιωτικός ~. Πβ. φεουδαρχία. Βλ. -ισμός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.