| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50801 | τιμολόγιο | τι-μο-λό-γι-ο ουσ. (ουδ.) ΟΙΚΟΝ. 1. θεωρημένο παραστατικό πώλησης ή παροχής υπηρεσιών με τα στοιχεία του πελάτη, την αξία του είδους ή της εργασίας και τον ΦΠΑ που αναλογεί: αναλυτικό/εμπορικό/ηλεκτρονικό/περιγραφικό/πιστωτικό/συγκεντρωτικό/χειρόγραφο/ψηφιακό ~. ~ διακίνησης (εφημερίδων)/είσπραξης/εμπορευμάτων/επισκευής/μελέτης/προϊόντων. Ακύρωση/αντίγραφο/έκδοση/εκτύπωση/εξόφληση/πληρωμή ~ίου. Ο αριθμός/η ημερομηνία/η φόρμα του ~ίου. ~ Αγοράς-Δελτίο Αποστολής. Θέλετε/να κόψουμε (απλή) απόδειξη ή ~; Εξέδωσε εικονικά/πλαστά ~α ... χιλιάδων ευρώ.|| Αθεώρητο ~. Βλ. προ~. 2. κατάλογος τιμών, κοστολόγιο: γενικό ~. Ειδικό/επαγγελματικό ~ ύδρευσης. Κλιμακωτό ~ χρέωσης. Αναπροσαρμογή ~ίου. Εφαρμογή νέου/παλιού ~ίου. Έκπτωση επί του (εκάστοτε) ισχύοντος ~ίου. Μειωμένο/νυχτερινό ~ ηλεκτρικού ρεύματος. Ενιαίο ~ για κλήσεις προς σταθερά και κινητά τηλέφωνα. ~α οικιακής χρήσης. Πβ. λογαριασμός, τιμοκατάλογος. Βλ. -λόγιο. [< γαλλ. facture] | |
| 50802 | τιμολογώ | [τιμολογῶ] τι-μο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {τιμολογ-είς ..., -ώντας | τιμολόγ-ησα, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος}: ΟΙΚΟΝ. ορίζω την τιμή είδους ή υπηρεσίας, κοστολογώ· ειδικότ. χρεώνω, εκδίδοντας τιμολόγιο: ~ ένα αγαθό ακριβά/υψηλά/χαμηλότερα σε σχέση με ... Φάρμακα που ~ούνται βάσει αγορανομικής διάταξης.|| Η εταιρεία ~εί τον πελάτη για τις παρεχόμενες υπηρεσίες. Παράδοση εμπορευμάτων που έχουν (ήδη) ~ηθεί. ~ημένη: αξία (προϊόντων). ~ημένο: ποσό. Βλ. -λογώ, υπερ~, υπο~. [< γαλλ. facturer] | |
| 50803 | τιμονάρω | τι-μο-νά-ρω ρ. (μτβ.) {μόνο στον ενεστ.} (σπάν.-προφ.) 1. χειρίζομαι το τιμόνι ή το πηδάλιο, οδηγώ: ~ει τη μηχανή.|| ~ει το καΐκι. Πβ. πηδαλιουχώ. Βλ. -άρω. 2. (μτφ.) κατευθύνω, διοικώ. ΣΥΝ. κουμαντάρω (1), κυβερνώ (1) | |
| 50804 | τιμόνι | τι-μό-νι ουσ. (ουδ.) {τιμον-ιού} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. όργανο του συστήματος διεύθυνσης οχήματος ή σκάφους για τον έλεγχο της κίνησής του: αγωνιστικό/ανατομικό/βαρύ/δερμάτινο/ελαφρύ/ηλεκτρικό/πλαστικό/σκληρό/σπορ/στρογγυλό/υδραυλικό ~. ~ με αερόσακο. Κάλυμμα/κλείδωμα/κολόνα/ντίζα/τηλεχειριστήριο ~ιού. Η βάση του ~ιού. Κοσκίνισμα/τρεμούλιασμα του ~ιού. Ρύθμιση της θέσης/του ύψους του ~ιού. Αντίβαρα ~ιού μοτοσικλέτας. Αυτοκίνητο με το ~ αριστερά/δεξιά. Του έφυγε το ~ (: έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου). Διόρθωσε/ίσιωσε/κράτα/μην αφήνεις/πιάσε και με τα δύο χέρια το ~. Γύρισε/κόψε/στρίψε το ~ δεξιά.|| (κατ' επέκτ.) Είναι/κάθεται στο ~ (: οδηγεί ως επαγγελματίας) από ... χρονών. Κοιμήθηκε στο ~ (= κατά την οδήγηση). Είναι άσος στο ~ (πβ. βολάν).|| Ναυτικό ~. ~ αεροπλάνου/ιστιοφόρου/πλοίου (= πηδάλιο). Αλουμινένιο ~ ποδηλάτου.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) Περιφερειακό ~ σε ηλεκτρονικό παιχνίδι (βλ. τιμονιέρα). 2. (μτφ.) διοίκηση, ηγεσία: αλλαγή στο ~ της επιχείρησης. Ανέλαβε/κρατά (γερά) το ~ της εταιρείας. Τον διαδέχτηκε/παραμένει στο ~ του κόμματος (πβ. αρχηγία). ΣΥΝ. πηδάλιο (2) ● Υποκ.: τιμονάκι (το) ● Μεγεθ.: τιμονάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: ανάποδο τιμόνι: (στην αγωνιστική οδήγηση) τεχνική κατά την οποία ο οδηγός μπαίνει σε στροφή στρίβοντας το τιμόνι σε κατεύθυνση αντίθετη από αυτή της στροφής. [< μεσν. τιμόνι < βεν. timon] | |
| 50805 | τιμονιά | τι-μο-νιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): ο τρόπος που χειρίζεται κάποιος το τιμόνι, συνήθ. του αυτοκινήτου, και κυρ. απότομη στροφή του τιμονιού: ανάποδη/κακή/λάθος ~. Απαλές/άτσαλες/γρήγορες/κοφτές ~ιές. ~ αριστερά. Τραβώ (μια) ~. Βλ. γκαζιά, στραβο~. | |
| 50806 | τιμονιέρα | τι-μο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τιμόνι που δίνει την αίσθηση ρεαλιστικής οδήγησης σε ηλεκτρονικά παιχνίδια αγώνων ταχύτητας: ασύρματη ~. ~ για Η/Υ. Σετ ~ας και πεντάλ. 2. ΝΑΥΤ. το τιμόνι σκάφους και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος πάνω στο σκάφος: εσωτερική ~. ~ φουσκωτού. ~ ανοικτού ή κλειστού τύπου. Βλ. -ιέρα, πιλοτήριο. | |
| 50807 | τιμονιέρης | τι-μο-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τιμονιέρισσα} (προφ.) 1. πρόσωπο που χειρίζεται το τιμόνι ή συνηθέστ. το πηδάλιο μικρού κυρ. σκάφους· οδηγός: ~ της βάρκας/του καραβιού (πβ. καραβοκύρης, πηδαλιούχος). Βλ. -ιέρης. 2. (μτφ.) αυτός που έχει τη διοίκηση ενός οργανισμού ή τον έλεγχο μιας συλλογικής προσπάθειας, επικεφαλής: άξιος/ικανός ~. Ο νέος ~ (= ηγέτης) του κόμματος. Ο ~ της επανάστασης (πβ. αρχηγός)/της ομάδας (πβ. προπονητής). Οι ~ηδες της χώρας (: διοικούντες, κρατούντες). [< 1: βεν. timonier] | |
| 50808 | τιμώ | [τιμῶ] τι-μώ ρ. (μτβ.) {τιμ-άς ..., -ώντας | τίμ-ησα, -ήσει, -ώμαι, -άται, -ώνται (προφ.) -ούνται, -ήθηκα, -ηθεί, -ώμενος, -ημένος, τιμη-θείς, -θείσα, -θέν} & τιμάω 1. αναγνωρίζω, εκτιμώ, σέβομαι· κατ' επέκτ. αποδίδω τιμές, βραβεύω σε ειδική εκδήλωση: ~ τους αγώνες/τη θυσία των ηρώων. ~ τους νεκρούς. ~ το ήθος/μεγαλείο του. Πβ. προσκυνώ. ΑΝΤ. περιφρονώ.|| Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε για να ~ήσει τη θλιβερή επέτειο. Η Εκκλησία ~ά (= εορτάζει) τη μνήμη του Αγίου ...|| ~ήθηκε/(λόγ. ~θείς, ~θείσα) με βραβείο/έπαινο/παράσημο. ~ήθηκε για το έργο/την προσφορά του σε μια σεμνή τελετή. Βλ. δια~. 2. δίνω αξία, κολακεύω: Με ~ά με την εμπιστοσύνη/τη φιλία του. Με ~ά το ενδιαφέρον/η πρότασή σου. Αυτό που έκανες δεν σε ~ά καθόλου! Οι αθλητές με τη νίκη τους ~ησαν τη χώρα. Πβ. δοξάζω. ΑΝΤ. ατιμάζω, μειώνω, ταπεινώνω, υπο-βαθμίζω, -βιβάζω.|| (προφ.) Τα ~ήσαμε τα φαγητά δεόντως (: τα φάγαμε όλα, δεν αφήσαμε τίποτε). Βλ. υπερ~, υπο~. 3. τηρώ, εκπληρώνω: ~ τη δέσμευση/τον λόγο/τον όρκο/το συμβόλαιο/την υπογραφή/την υπόσχεσή μου. ΣΥΝ. κρατώ (8) ΑΝΤ. αθετώ (1), αναιρώ (3), παραβιάζω (1), προδίδω (1) ● Παθ.: τιμάται (κυρ. παλαιότ.): εκτιμάται, κοστίζει: Και πόσο ~ αυτός ο πίνακας; ● ΦΡ.: τιμώ τα παντελόνια (που φοράω) (προφ.): φέρομαι αντρίκεια., τιμώ κάποιον με την παρουσία μου βλ. παρουσία, τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου βλ. φανέλα ● βλ. τιμημένος [< αρχ. τιμῶ 2,3: γαλλ. faire honneur à] | |
| 50809 | τιμώμενος | , η, ο τι-μώ-με-νος επίθ.: πρόσωπο, φορέας ή παράγοντας στον οποίον αποδίδεται τιμή: ~ος: καθηγητής. ~η: ομιλήτρια/πόλη/προσωπικότητα/χώρα. ~ο: ίδρυμα.|| (ως ουσ.) Ο μεγάλος ~ της τελετής ήταν ο ... ● ΦΡ.: τιμώμενο πρόσωπο: το άτομο προς τιμή του οποίου διοργανώνεται μια εκδήλωση: Ο συγγραφέας είναι το ~ ~ της βραδιάς. [< μτχ. εν. του ρ. τιμῶμαι] | |
| 50810 | τιμωρητικός | , ή, ό τι-μω-ρη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που επιβάλλει τιμωρία: ~ή: διάθεση/πολιτική/συμπεριφορά. ~οί: νόμοι. ~ά: μέτρα.|| (σπάν., για πρόσ.) Αυταρχικοί και ~οί γονείς. ● επίρρ.: τιμωρητικά | |
| 50811 | τιμωρία | τι-μω-ρί-α ουσ. (θηλ.): ποινή που επιβάλλεται για παράτυπη, παράνομη ή αξιόμεμπτη πράξη: άδικη/άμεση/απάνθρωπη/αποτελεσματική/αποτρεπτική/ατιμωτική/αυστηρή/βαριά/δίκαιη/επιεικής/ομαδική/παραδειγματική/πειθαρχική/ποινική/σκληρή/σοβαρή/συλλογική/σχολική/σωματική (βλ. βία) ~. ~ των επίορκων/των παραβατών/των υπευθύνων. ~ αστυνομικού με οριστική/προσωρινή παύση. Διαφεύγουν της ~ας/την ~ οι ένοχοι. Δεν άξιζε τέτοια ~. Υπόκειμαι σε ~. Βλ. αυτο~, πάταξη, πειθαρχία, σωφρονισμός.|| Βλέπει το διάβασμα σαν ~ (πβ. αγγαρεία, καταναγκαστικά έργα).|| (προφ.) Για ~ σου δεν θα δεις τηλεόραση. Αν δεν κάτσεις ήσυχη, σε περιμένει ~. ΑΝΤ. ανταμοιβή, επιβράβευση.|| Αγωνιστική ~. Σιωπηρή ~ διαιτητή/παίκτη (: αφαίρεση του δικαιώματος συμμετοχής στις επόμενες αγωνιστικές). ~ της ομάδας από την πειθαρχική επιτροπή. ~ για αντιαθλητική συμπεριφορά. Μείωση της ~ας. Κινδυνεύει με ~. Εκτίει την ~ του.|| (σε εκκλησιαστικά κείμενα) Η αιώνια/επίγεια/μεταθανάτια ~ των ασεβών.|| Η ~ της απληστίας. ΣΥΝ. κολασμός ● ΣΥΜΠΛ.: Θεία Δίκη βλ. δίκη ● ΦΡ.: βάζω κάποιον τιμωρία (συνήθ. για μικρά παιδιά): τον τιμωρώ: Ο δάσκαλος μας έβαλε ~ να γράψουμε ..., έγκλημα και τιμωρία βλ. έγκλημα [< μτγν. τιμωρία] | |
| 50813 | τιμωρώ | [τιμωρῶ] τι-μω-ρώ ρ. (μτβ.) {τιμωρ-είς ..., -ώντας | τιμώρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: ορίζω και επιβάλλω τιμωρία: ~ τη βία/το έγκλημα (πβ. πατάσσω)/τους κακοποιούς/την παρανομία. Ο παραβάτης ~είται αυστηρά/με πρόστιμο. ~ήθηκε με βαριά ποινή/ισόβια κάθειρξη/φυλακή.|| Η ομάδα ~ήθηκε με αποκλεισμό της έδρας της. ~ημένος: παίκτης.|| (μτφ.) Μην ~είς (= βασανίζεις, ταλαιπωρείς) τον εαυτό σου. Την ~εί (= εκδικείται) με τη στάση του. Τους ~ησε (= κανόνισε) όπως τους άξιζε. Η αδικία/αλαζονεία/υποκρισία ~είται (= πληρώνεται). ΣΥΝ. κολάζω (2) [< μτγν. τιμωρῶ] | |
| 50814 | τίναγμα | τί-ναγ-μα ουσ. (ουδ.) {τινάγμ-ατα} 1. απότομη ή/και επαναλαμβανόμενη κίνηση, δυνατό κούνημα, τράνταγμα: ελαφρύ/νευρικό ~. ~ του κεφαλιού/των ποδιών/του χεριού. ~ των φτερών (του πουλιού) πάνω-κάτω. ~ατα στον ύπνο.|| ~ των ρούχων/του σεντονιού/των χαλιών. ~ του στρώματος (: για να ξεσκονιστεί).|| ~ της ελιάς (: για να πέσουν οι καρποί). Πβ. ράβδισμα. 2. πέταγμα, εκτίναξη: ~ του νερού/φελλού.|| Mε ένα ~ (= πήδημα, σάλτο) σηκώθηκε από το κρεβάτι.|| (μτφ.-προφ.) Ανοδικό ~ της αγοράς. [< μτγν. τίναγμα] | |
| 50815 | τινάζω | τι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {τίνα-ξα, -ξει, -χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, τινάζ-οντας, -όμενος} 1. κουνώ απότομα και συνήθ. επαναλαμβανόμενα, τραντάζω: ~ (ελαφρά/νευρικά) το κεφάλι/τα μαλλιά μου. ~ξε το χέρι του. Το πουλάκι ~ξε (πάνω κάτω) τα φτερά του.|| ~ την κουβέρτα/τα ρούχα/το σεντόνι/το τραπεζομάντιλο/τα χαλιά.|| ~ τη σκόνη από τα βιβλία (πβ. ξεσκονίζω).|| ~ το δέντρο να πέσουν οι ελιές. Πβ. ραβδίζω. 2. πετώ μακριά και με δύναμη: Το άλογο ~ξε τον αναβάτη στον αέρα.|| (προφ.) Τον ~ξε το ρεύμα (: έπαθε ηλεκτροπληξία).|| (μτφ.) ~ από πάνω μου τα κατάλοιπα του παρελθόντος (πβ. απο~). ● Παθ.: τινάζομαι: αναπηδώ, πετιέμαι πάνω από ανησυχία, έκπληξη ή/και φόβο: Βλέπει εφιάλτες και ~εται στον ύπνο του. Με το που το άκουσε, ~χτηκε (όρθιος) σαν να είχε φάει γροθιά/σαν να τον τσίμπησε φίδι/ως το ταβάνι. Με το μπαμ, ~χτήκαμε όλοι έξω να δούμε τι γίνεται. Ο θόρυβος την έκανε να ~χτεί από την καρέκλα/έντρομη. Βλ. σκιρτώ.|| (μτφ.) Η δημοτικότητά του/η κυκλοφορία του περιοδικού ~χτηκε (= εκτινάχθηκε) στα ύψη. ● ΦΡ.: τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) πέθανε· (για μηχάνημα, συσκευή) σταμάτησε να λειτουργεί, χάλασε. ΣΥΝ. τα κακάρωσε, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε, τινάζω τα μυαλά κάποιου στον αέρα (προφ.): τον σκοτώνω, πυροβολώντας τον στο κεφάλι: ~ξε τα μυαλά του ~ (= αυτοκτόνησε)., πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο βλ. ελατήριο, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα βλ. αέρας, τινάζω την μπάνκα στον αέρα βλ. μπάνκα [< μεσν. τινάζω] | |
| 50816 | τιναχτήρι | τι-να-χτή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. μακρύ ραβδί με πλατιά άκρη για το τίναγμα κυρ. των χαλιών: πλαστικό ~. ~ μπαμπού. Πβ. χτυπητήρι. Βλ. ξεσκονιστήρι. 2. ειδική ράβδος για τη συγκομιδή καρπών από ορισμένα δέντρα: μηχανικό/ξύλινο/υδραυλικό ~. Ράβδισε την ελιά με το ~.|| ~ βαμβακιού. Βλ. -τήρι. | |
| 50817 | τινέιτζερ | τι-νέ-ι-τζερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): έφηβος, έφηβη (ηλικίας 13-19 ετών). Βλ. πουρέιτζερ. [< αμερικ. teenager, 1941, γαλλ. ~, 1946] | |
| 50818 | τίνος | τί-νος ερωτημ. αντων. {σπανιότ. πληθ. τίν-ων· λόγ. γεν. της αντων. ποιος}: σε ερώτηση για προέλευση ή ιδιοκτησία, ποιού: ~ είναι το βιβλίο; ~ ήταν η ιδέα; Με ~ το μέρος είσαι (= ποιανού); Για λογαριασμό/εν ονόματι/προς όφελος ~ έγιναν όλα αυτά; Άραγε υπέρ ~ων λειτουργεί το σύστημα; ● ΦΡ.: περί τίνος πρόκειται βλ. πρόκειται ● βλ. τις [< αρχ. τίς, τίνος] | |
| 50819 | τίντα | τί-ντα ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. ανοιχτή απόχρωση εκτυπωτικού μελανιού χωρίς τονικές διαβαθμίσεις: λιθογραφία με ~. [< ιταλ. tinta] | |
| 50820 | τιπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): συμβουλή, υπόδειξη, χρήσιμη πληροφορία. [< αγγλ. tip] | |
| 50821 | τίποτα | τί-πο-τα αόρ. αντων. {άκλ.} & τίποτε & (λαϊκό) τίποτες, τίποτις 1. (σε αποφατικές συνήθ. προτάσεις) κανένα πράγμα (υλικό ή άυλο): ~ δεν έχει κριθεί ακόμη. Δεν έμαθες ~ από τα παθήματά σου. Μην πετάξεις ~! Δεν ζητώ ~ από σένα. Δεν κοστίζει ~. Παρέλυσε, δεν ένιωθε ~. Δεν ακούω ~ (: κυριολ. και μτφ., δεν δέχομαι δικαιολογίες). Όλη μέρα κάθεται και δεν κάνει ~ άλλο από το να χαζεύει. Δεν είδα ~. Δεν κατάφερε (απολύτως) ~. Σε ~ δεν του έμοιασε. Πρόσεξε μην καταλάβει ~ (= το παραμικρό). Δεν έχουμε ~ κοινό μεταξύ μας. Δεν του λείπει ~ (: τα έχει όλα). Δεν έχει ~, έμεινε στον άσο. ~ δεν είναι αλήθεια/σίγουρο/τυχαίο. ~ δεν έχει αλλάξει/δεν έχει νόημα πια. Αυτή η εμπειρία δεν συγκρίνεται με ~. ~ δεν πρόκειται να συμβεί, στο υπογράφω.|| Δεν ξέρει ~ από μουσική. Πβ. καθόλου.|| -Τι είπες; -~! Είναι καλά, ~ λιγότερο, ~ περισσότερο. 2. (συχνά σε ερωτημ. και αποφατικές προτάσεις) κάτι: Έχεις/συνέβη ~; Πρόσεξε μην πάθεις ~. Ξέχασες ~; Με θέλετε τίποτ' άλλο; Βλέπεις ~ περίεργο; Παίζει ~ καλό στην τηλεόραση; Δεν πάμε να τσιμπήσουμε ~; Έχει ~ να φάμε; Ξέρεις ~ για το θέμα; Πες ~ καινούργιο. Έλα, αν δεν έχεις ~ καλύτερο να κάνεις. Δεν έχασες και ~ που δεν ήρθες. Δεν υπάρχει ~ πιο διασκεδαστικό από ... Δεν γνωρίζω ~ σχετικό. Δεν περίμενα ~ καλύτερο απ' αυτόν. Δεν μένει πια ~ να κάνει. Δεν έχεις να ζηλέψεις ~ απ' τους άλλους. Οι τίτλοι και τα βραβεία δεν σημαίνουν (και) ~. Δεν είναι ~ σοβαρό, μην ανησυχείς. 3. (ως επίθ., + πληθ., προφ.) σε αόριστη αναφορά, κάποιοι, καθόλου: Είναι ~ φίλοι σου αυτοί;|| Έχεις ~ λεφτά πάνω σου; 4. κάτι σημαντικό: Δεν είναι ~ για μένα να βοηθήσω. ● Ουσ.: τίποτα & τίποτε (το): κάτι ασήμαντο, ανύπαρκτο: Χωρίς εσένα, είμαι ένα ~. Από το ~, κάτι είναι κι αυτό.|| (μειωτ., για πρόσ.) Είναι ένα ~, ένα μηδενικό. ● ΦΡ.: (δεν κάνει) τίποτα 1. δεν κοστίζει τίποτα: -Τι σας οφείλω; -~ ~. 2. ως ευγενική απάντηση σε ευχαριστία: -Ευχαριστώ για τη βοήθεια! -Παρακαλώ, ~ ~. [< γαλλ. de rien] , ακόμα δεν έχεις δει/δεν είδες τίποτα! (προφ.-εμφατ.): ως προειδοποίηση για επιδείνωση μιας κατάστασης: -Γίνεται χαμός! -Και ~ ~!, από το τίποτα (προφ.): από το μηδέν: Έστησαν ολόκληρη επιχείρηση/πλούτισαν ~ ~.|| Ο καβγάς ξεκίνησε ~ ~ (= χωρίς σημαντική αφορμή)., αυτό δεν είναι τίποτα! (προφ.): ως σχόλιο για κάτι που αξιολογείται ως λιγότερο σημαντικό από κάτι άλλο: ~ ~, πού να δεις εγώ τι έπαθα!, για το τίποτα (προφ.): χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα ή σημαντική αιτία, μάταια: Πολύς λόγος/τόσος κόπος ~ ~! [< γαλλ. pour rien] , δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο: για να δηλωθεί η πλήρης καταστροφή, διάλυση: Δεν έμεινε ~ από τον σεισμό, όλα τα σπίτια κατέρρευσαν. Πβ. τα κάνω γυαλιά καρφιά. ΣΥΝ. δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο), δεν έχω τίποτα εναντίον (του) (προφ.): δεν είμαι θυμωμένος μαζί του· δεν είμαι αρνητικός με κάτι: ~ ~ σου, απλώς θέλω να μείνω λίγο μόνος.|| ~ ~ της τεχνολογίας., δεν έχω τίποτα να χάσω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αποτολμά κάτι χωρίς να διακινδυνεύει πολλά: Προσπάθησε, δεν έχεις (και) τίποτα να χάσεις., και τίποτ' άλλο (προφ.-εμφατ.): μόνο αυτό, τίποτα διαφορετικό: Στόχος μας είναι η νίκη ~ ~! Αυτό θέλω ~ ~! [< γαλλ. et rien d'autre ] , κι όχι τίποτ' άλλο (προφ.): για να δηλωθεί ότι αυτό που ακολουθεί είναι πιο δυσάρεστο, πιο σοβαρό από τα προηγούμενα: Έχασα την πτήση, ~ ~ ήταν και η τελευταία., με τίποτα (εμφατ., σε αρνητ. φρ.) 1. για κανένα λόγο, σε καμία περίπτωση: Αυτή την ταινία δεν τη χάνω ~ ~. Δεν ήθελε ~ ~ να μείνει. -Θα το κάνεις; -~ ~, ξέχνα το! ΣΥΝ. με κανέναν τρόπο 2. καθόλου: Η νύχτα δεν περνούσε ~ ~., με το τίποτα (προφ.): άνευ λόγου, χωρίς σημαντική αιτία: Αγχώνεται/τσακώνονται ~ ~., πολύ κακό για το τίποτα & (σπάν.) πολύς θόρυβος για το τίποτα (συχνά ειρων.): για κάτι που προκάλεσε αδικαιολόγητα μεγάλη αναστάτωση. ΣΥΝ. τρικυμία εν ποτηρίω [< αγγλ. much ado about nothing] , από ... άλλο τίποτα βλ. άλλος, δεν (μου) κοστίζει τίποτα να βλ. κοστίζει, δεν γίνεται τίποτα βλ. γίνομαι, δεν έγινε (και) τίποτα βλ. γίνομαι, δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε βλ. χωρίζω, δεν μου λέει τίποτα βλ. λέω, δεν στοιχίζει τίποτα βλ. στοιχίζει, δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα βλ. έχω, δεν τρέχει τίποτα βλ. τρέχω, είπες κάτι/τίποτα; βλ. λέω, με/για τίποτα στον κόσμο βλ. κόσμος, όλα ή τίποτα βλ. όλος, τίποτ' άλλο/άλλο τίποτα; βλ. άλλος, τίποτα (το) σπουδαίο βλ. σπουδαίος, τίποτα δεν μας σταματά/δεν μπορεί να μας σταματήσει βλ. σταματώ [< μεσν. τίποτε, τίποτα με αρνητ. σημ., μτγν. τί ποτε με ερωτημ. σημ.] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ