Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51340-51360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50806τιμονιέρατι-μο-νιέ-ρα ουσ. (θηλ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. τιμόνι που δίνει την αίσθηση ρεαλιστικής οδήγησης σε ηλεκτρονικά παιχνίδια αγώνων ταχύτητας: ασύρματη ~. ~ για Η/Υ. Σετ ~ας και πεντάλ. 2. ΝΑΥΤ. το τιμόνι σκάφους και κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος χώρος πάνω στο σκάφος: εσωτερική ~. ~ φουσκωτού. ~ ανοικτού ή κλειστού τύπου. Βλ. -ιέρα, πιλοτήριο.
50807τιμονιέρηςτι-μο-νιέ-ρης ουσ. (αρσ.) {σπάν. θηλ. τιμονιέρισσα} (προφ.) 1. πρόσωπο που χειρίζεται το τιμόνι ή συνηθέστ. το πηδάλιο μικρού κυρ. σκάφους· οδηγός: ~ της βάρκας/του καραβιού (πβ. καραβοκύρης, πηδαλιούχος). Βλ. -ιέρης. 2. (μτφ.) αυτός που έχει τη διοίκηση ενός οργανισμού ή τον έλεγχο μιας συλλογικής προσπάθειας, επικεφαλής: άξιος/ικανός ~. Ο νέος ~ (= ηγέτης) του κόμματος. Ο ~ της επανάστασης (πβ. αρχηγός)/της ομάδας (πβ. προπονητής). Οι ~ηδες της χώρας (: διοικούντες, κρατούντες). [< 1: βεν. timonier]
50808τιμώ[τιμῶ] τι-μώ ρ. (μτβ.) {τιμ-άς ..., -ώντας | τίμ-ησα, -ήσει, -ώμαι, -άται, -ώνται (προφ.) -ούνται, -ήθηκα, -ηθεί, -ώμενος, -ημένος, τιμη-θείς, -θείσα, -θέν} & τιμάω 1. αναγνωρίζω, εκτιμώ, σέβομαι· κατ' επέκτ. αποδίδω τιμές, βραβεύω σε ειδική εκδήλωση: ~ τους αγώνες/τη θυσία των ηρώων. ~ τους νεκρούς. ~ το ήθος/μεγαλείο του. Πβ. προσκυνώ. ΑΝΤ. περιφρονώ.|| Πλήθος κόσμου συγκεντρώθηκε για να ~ήσει τη θλιβερή επέτειο. Η Εκκλησία ~ά (= εορτάζει) τη μνήμη του Αγίου ...|| ~ήθηκε/(λόγ. ~θείς, ~θείσα) με βραβείο/έπαινο/παράσημο. ~ήθηκε για το έργο/την προσφορά του σε μια σεμνή τελετή. Βλ. δια~. 2. δίνω αξία, κολακεύω: Με ~ά με την εμπιστοσύνη/τη φιλία του. Με ~ά το ενδιαφέρον/η πρότασή σου. Αυτό που έκανες δεν σε ~ά καθόλου! Οι αθλητές με τη νίκη τους ~ησαν τη χώρα. Πβ. δοξάζω. ΑΝΤ. ατιμάζω, μειώνω, ταπεινώνω, υπο-βαθμίζω, -βιβάζω.|| (προφ.) Τα ~ήσαμε τα φαγητά δεόντως (: τα φάγαμε όλα, δεν αφήσαμε τίποτε). Βλ. υπερ~, υπο~. 3. τηρώ, εκπληρώνω: ~ τη δέσμευση/τον λόγο/τον όρκο/το συμβόλαιο/την υπογραφή/την υπόσχεσή μου. ΣΥΝ. κρατώ (8) ΑΝΤ. αθετώ (1), αναιρώ (3), παραβιάζω (1), προδίδω (1) ● Παθ.: τιμάται (κυρ. παλαιότ.): εκτιμάται, κοστίζει: Και πόσο ~ αυτός ο πίνακας; ● ΦΡ.: τιμώ τα παντελόνια (που φοράω) (προφ.): φέρομαι αντρίκεια., τιμώ κάποιον με την παρουσία μου βλ. παρουσία, τιμώ/ιδρώνω τη φανέλα μου βλ. φανέλα ● βλ. τιμημένος [< αρχ. τιμῶ 2,3: γαλλ. faire honneur à]
50809τιμώμενος, η, ο τι-μώ-με-νος επίθ.: πρόσωπο, φορέας ή παράγοντας στον οποίον αποδίδεται τιμή: ~ος: καθηγητής. ~η: ομιλήτρια/πόλη/προσωπικότητα/χώρα. ~ο: ίδρυμα.|| (ως ουσ.) Ο μεγάλος ~ της τελετής ήταν ο ... ● ΦΡ.: τιμώμενο πρόσωπο: το άτομο προς τιμή του οποίου διοργανώνεται μια εκδήλωση: Ο συγγραφέας είναι το ~ ~ της βραδιάς. [< μτχ. εν. του ρ. τιμῶμαι]
50810τιμωρητικός, ή, ό τι-μω-ρη-τι-κός επίθ. (λόγ.): που επιβάλλει τιμωρία: ~ή: διάθεση/πολιτική/συμπεριφορά. ~οί: νόμοι. ~ά: μέτρα.|| (σπάν., για πρόσ.) Αυταρχικοί και ~οί γονείς. ● επίρρ.: τιμωρητικά
50813τιμωρώ[τιμωρῶ] τι-μω-ρώ ρ. (μτβ.) {τιμωρ-είς ..., -ώντας | τιμώρ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος}: ορίζω και επιβάλλω τιμωρία: ~ τη βία/το έγκλημα (πβ. πατάσσω)/τους κακοποιούς/την παρανομία. Ο παραβάτης ~είται αυστηρά/με πρόστιμο. ~ήθηκε με βαριά ποινή/ισόβια κάθειρξη/φυλακή.|| Η ομάδα ~ήθηκε με αποκλεισμό της έδρας της. ~ημένος: παίκτης.|| (μτφ.) Μην ~είς (= βασανίζεις, ταλαιπωρείς) τον εαυτό σου. Την ~εί (= εκδικείται) με τη στάση του. Τους ~ησε (= κανόνισε) όπως τους άξιζε. Η αδικία/αλαζονεία/υποκρισία ~είται (= πληρώνεται). ΣΥΝ. κολάζω (2) [< μτγν. τιμωρῶ]
50814τίναγματί-ναγ-μα ουσ. (ουδ.) {τινάγμ-ατα} 1. απότομη ή/και επαναλαμβανόμενη κίνηση, δυνατό κούνημα, τράνταγμα: ελαφρύ/νευρικό ~. ~ του κεφαλιού/των ποδιών/του χεριού. ~ των φτερών (του πουλιού) πάνω-κάτω. ~ατα στον ύπνο.|| ~ των ρούχων/του σεντονιού/των χαλιών. ~ του στρώματος (: για να ξεσκονιστεί).|| ~ της ελιάς (: για να πέσουν οι καρποί). Πβ. ράβδισμα. 2. πέταγμα, εκτίναξη: ~ του νερού/φελλού.|| Mε ένα ~ (= πήδημα, σάλτο) σηκώθηκε από το κρεβάτι.|| (μτφ.-προφ.) Ανοδικό ~ της αγοράς. [< μτγν. τίναγμα]
50815τινάζωτι-νά-ζω ρ. (μτβ.) {τίνα-ξα, -ξει, -χτηκα (λόγ.) -χθηκα, -χτεί (λόγ.) -χθεί, -γμένος, τινάζ-οντας, -όμενος} 1. κουνώ απότομα και συνήθ. επαναλαμβανόμενα, τραντάζω: ~ (ελαφρά/νευρικά) το κεφάλι/τα μαλλιά μου. ~ξε το χέρι του. Το πουλάκι ~ξε (πάνω κάτω) τα φτερά του.|| ~ την κουβέρτα/τα ρούχα/το σεντόνι/το τραπεζομάντιλο/τα χαλιά.|| ~ τη σκόνη από τα βιβλία (πβ. ξεσκονίζω).|| ~ το δέντρο να πέσουν οι ελιές. Πβ. ραβδίζω. 2. πετώ μακριά και με δύναμη: Το άλογο ~ξε τον αναβάτη στον αέρα.|| (προφ.) Τον ~ξε το ρεύμα (: έπαθε ηλεκτροπληξία).|| (μτφ.) ~ από πάνω μου τα κατάλοιπα του παρελθόντος (πβ. απο~). ● Παθ.: τινάζομαι: αναπηδώ, πετιέμαι πάνω από ανησυχία, έκπληξη ή/και φόβο: Βλέπει εφιάλτες και ~εται στον ύπνο του. Με το που το άκουσε, ~χτηκε (όρθιος) σαν να είχε φάει γροθιά/σαν να τον τσίμπησε φίδι/ως το ταβάνι. Με το μπαμ, ~χτήκαμε όλοι έξω να δούμε τι γίνεται. Ο θόρυβος την έκανε να ~χτεί από την καρέκλα/έντρομη. Βλ. σκιρτώ.|| (μτφ.) Η δημοτικότητά του/η κυκλοφορία του περιοδικού ~χτηκε (= εκτινάχθηκε) στα ύψη. ● ΦΡ.: τα τίναξε/τίναξε τα πέταλα (προφ.-ειρων.): (για πρόσ.) πέθανε· (για μηχάνημα, συσκευή) σταμάτησε να λειτουργεί, χάλασε. ΣΥΝ. τα κακάρωσε, τα τέζαρε/τέντωσε/τσίτωσε, τινάζω τα μυαλά κάποιου στον αέρα (προφ.): τον σκοτώνω, πυροβολώντας τον στο κεφάλι: ~ξε τα μυαλά του ~ (= αυτοκτόνησε)., πετάγομαι/τινάζομαι σαν ελατήριο βλ. ελατήριο, τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα βλ. αέρας, τινάζω την μπάνκα στον αέρα βλ. μπάνκα [< μεσν. τινάζω]
50816τιναχτήριτι-να-χτή-ρι ουσ. (ουδ.) 1. μακρύ ραβδί με πλατιά άκρη για το τίναγμα κυρ. των χαλιών: πλαστικό ~. ~ μπαμπού. Πβ. χτυπητήρι. Βλ. ξεσκονιστήρι. 2. ειδική ράβδος για τη συγκομιδή καρπών από ορισμένα δέντρα: μηχανικό/ξύλινο/υδραυλικό ~. Ράβδισε την ελιά με το ~.|| ~ βαμβακιού. Βλ. -τήρι.
50817τινέιτζερτι-νέ-ι-τζερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): έφηβος, έφηβη (ηλικίας 13-19 ετών). Βλ. πουρέιτζερ. [< αμερικ. teenager, 1941, γαλλ. ~, 1946]
50818τίνοςτί-νος ερωτημ. αντων. {σπανιότ. πληθ. τίν-ων· λόγ. γεν. της αντων. ποιος}: σε ερώτηση για προέλευση ή ιδιοκτησία, ποιού: ~ είναι το βιβλίο; ~ ήταν η ιδέα; Με ~ το μέρος είσαι (= ποιανού); Για λογαριασμό/εν ονόματι/προς όφελος ~ έγιναν όλα αυτά; Άραγε υπέρ ~ων λειτουργεί το σύστημα; ● ΦΡ.: περί τίνος πρόκειται βλ. πρόκειται ● βλ. τις [< αρχ. τίς, τίνος]
50819τίντατί-ντα ουσ. (θηλ.): ΤΥΠΟΓΡ. ανοιχτή απόχρωση εκτυπωτικού μελανιού χωρίς τονικές διαβαθμίσεις: λιθογραφία με ~. [< ιταλ. tinta]
50820τιπουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): συμβουλή, υπόδειξη, χρήσιμη πληροφορία. [< αγγλ. tip]
50821τίποτατί-πο-τα αόρ. αντων. {άκλ.} & τίποτε & (λαϊκό) τίποτες, τίποτις 1. (σε αποφατικές συνήθ. προτάσεις) κανένα πράγμα (υλικό ή άυλο): ~ δεν έχει κριθεί ακόμη. Δεν έμαθες ~ από τα παθήματά σου. Μην πετάξεις ~! Δεν ζητώ ~ από σένα. Δεν κοστίζει ~. Παρέλυσε, δεν ένιωθε ~. Δεν ακούω ~ (: κυριολ. και μτφ., δεν δέχομαι δικαιολογίες). Όλη μέρα κάθεται και δεν κάνει ~ άλλο από το να χαζεύει. Δεν είδα ~. Δεν κατάφερε (απολύτως) ~. Σε ~ δεν του έμοιασε. Πρόσεξε μην καταλάβει ~ (= το παραμικρό). Δεν έχουμε ~ κοινό μεταξύ μας. Δεν του λείπει ~ (: τα έχει όλα). Δεν έχει ~, έμεινε στον άσο. ~ δεν είναι αλήθεια/σίγουρο/τυχαίο. ~ δεν έχει αλλάξει/δεν έχει νόημα πια. Αυτή η εμπειρία δεν συγκρίνεται με ~. ~ δεν πρόκειται να συμβεί, στο υπογράφω.|| Δεν ξέρει ~ από μουσική. Πβ. καθόλου.|| -Τι είπες; -~! Είναι καλά, ~ λιγότερο, ~ περισσότερο. 2. (συχνά σε ερωτημ. και αποφατικές προτάσεις) κάτι: Έχεις/συνέβη ~; Πρόσεξε μην πάθεις ~. Ξέχασες ~; Με θέλετε τίποτ' άλλο; Βλέπεις ~ περίεργο; Παίζει ~ καλό στην τηλεόραση; Δεν πάμε να τσιμπήσουμε ~; Έχει ~ να φάμε; Ξέρεις ~ για το θέμα; Πες ~ καινούργιο. Έλα, αν δεν έχεις ~ καλύτερο να κάνεις. Δεν έχασες και ~ που δεν ήρθες. Δεν υπάρχει ~ πιο διασκεδαστικό από ... Δεν γνωρίζω ~ σχετικό. Δεν περίμενα ~ καλύτερο απ' αυτόν. Δεν μένει πια ~ να κάνει. Δεν έχεις να ζηλέψεις ~ απ' τους άλλους. Οι τίτλοι και τα βραβεία δεν σημαίνουν (και) ~. Δεν είναι ~ σοβαρό, μην ανησυχείς. 3. (ως επίθ., + πληθ., προφ.) σε αόριστη αναφορά, κάποιοι, καθόλου: Είναι ~ φίλοι σου αυτοί;|| Έχεις ~ λεφτά πάνω σου; 4. κάτι σημαντικό: Δεν είναι ~ για μένα να βοηθήσω. ● Ουσ.: τίποτα & τίποτε (το): κάτι ασήμαντο, ανύπαρκτο: Χωρίς εσένα, είμαι ένα ~. Από το ~, κάτι είναι κι αυτό.|| (μειωτ., για πρόσ.) Είναι ένα ~, ένα μηδενικό. ● ΦΡ.: (δεν κάνει) τίποτα 1. δεν κοστίζει τίποτα: -Τι σας οφείλω; -~ ~. 2. ως ευγενική απάντηση σε ευχαριστία: -Ευχαριστώ για τη βοήθεια! -Παρακαλώ, ~ ~. [< γαλλ. de rien] , ακόμα δεν έχεις δει/δεν είδες τίποτα! (προφ.-εμφατ.): ως προειδοποίηση για επιδείνωση μιας κατάστασης: -Γίνεται χαμός! -Και ~ ~!, από το τίποτα (προφ.): από το μηδέν: Έστησαν ολόκληρη επιχείρηση/πλούτισαν ~ ~.|| Ο καβγάς ξεκίνησε ~ ~ (= χωρίς σημαντική αφορμή)., αυτό δεν είναι τίποτα! (προφ.): ως σχόλιο για κάτι που αξιολογείται ως λιγότερο σημαντικό από κάτι άλλο: ~ ~, πού να δεις εγώ τι έπαθα!, για το τίποτα (προφ.): χωρίς ουσιαστικό αποτέλεσμα ή σημαντική αιτία, μάταια: Πολύς λόγος/τόσος κόπος ~ ~! [< γαλλ. pour rien] , δεν έμεινε/δεν άφησαν τίποτα όρθιο: για να δηλωθεί η πλήρης καταστροφή, διάλυση: Δεν έμεινε ~ από τον σεισμό, όλα τα σπίτια κατέρρευσαν. Πβ. τα κάνω γυαλιά καρφιά. ΣΥΝ. δεν έμεινε/δεν άφησαν (ούτε) κολυμπηθρόξυλο (όρθιο), δεν έχω τίποτα εναντίον (του) (προφ.): δεν είμαι θυμωμένος μαζί του· δεν είμαι αρνητικός με κάτι: ~ ~ σου, απλώς θέλω να μείνω λίγο μόνος.|| ~ ~ της τεχνολογίας., δεν έχω τίποτα να χάσω (προφ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αποτολμά κάτι χωρίς να διακινδυνεύει πολλά: Προσπάθησε, δεν έχεις (και) τίποτα να χάσεις., και τίποτ' άλλο (προφ.-εμφατ.): μόνο αυτό, τίποτα διαφορετικό: Στόχος μας είναι η νίκη ~ ~! Αυτό θέλω ~ ~! [< γαλλ. et rien d'autre ] , κι όχι τίποτ' άλλο (προφ.): για να δηλωθεί ότι αυτό που ακολουθεί είναι πιο δυσάρεστο, πιο σοβαρό από τα προηγούμενα: Έχασα την πτήση, ~ ~ ήταν και η τελευταία., με τίποτα (εμφατ., σε αρνητ. φρ.) 1. για κανένα λόγο, σε καμία περίπτωση: Αυτή την ταινία δεν τη χάνω ~ ~. Δεν ήθελε ~ ~ να μείνει. -Θα το κάνεις; -~ ~, ξέχνα το! ΣΥΝ. με κανέναν τρόπο 2. καθόλου: Η νύχτα δεν περνούσε ~ ~., με το τίποτα (προφ.): άνευ λόγου, χωρίς σημαντική αιτία: Αγχώνεται/τσακώνονται ~ ~., πολύ κακό για το τίποτα & (σπάν.) πολύς θόρυβος για το τίποτα (συχνά ειρων.): για κάτι που προκάλεσε αδικαιολόγητα μεγάλη αναστάτωση. ΣΥΝ. τρικυμία εν ποτηρίω [< αγγλ. much ado about nothing] , από ... άλλο τίποτα βλ. άλλος, δεν (μου) κοστίζει τίποτα να βλ. κοστίζει, δεν γίνεται τίποτα βλ. γίνομαι, δεν έγινε (και) τίποτα βλ. γίνομαι, δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε βλ. χωρίζω, δεν μου λέει τίποτα βλ. λέω, δεν στοιχίζει τίποτα βλ. στοιχίζει, δεν το έχω σε πολύ/σε τίποτα βλ. έχω, δεν τρέχει τίποτα βλ. τρέχω, είπες κάτι/τίποτα; βλ. λέω, με/για τίποτα στον κόσμο βλ. κόσμος, όλα ή τίποτα βλ. όλος, τίποτ' άλλο/άλλο τίποτα; βλ. άλλος, τίποτα (το) σπουδαίο βλ. σπουδαίος, τίποτα δεν μας σταματά/δεν μπορεί να μας σταματήσει βλ. σταματώ [< μεσν. τίποτε, τίποτα με αρνητ. σημ., μτγν. τί ποτε με ερωτημ. σημ.]
50822τιποτένιος, ια, ιο τι-πο-τέ-νιος επίθ.: ανάξιος λόγου, ασήμαντος: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ια: πράξη. ~ιες: δικαιολογίες (= φτηνές). Ασχολείται με ~ια πράγματα (= επουσιώδη).|| (μειωτ.) ~ιοι: άνθρωποι. Πβ. άθλιος, άχρηστος, ελεεινός, ουτιδανός, ποταπός. ΑΝΤ. αξιόλογος.|| (ως ουσ.) Είναι ένας ~ (= ένα μηδενικό). Πβ. αχρείος, φαύλος. Βλ. -ένιος.
50823τίποτες, τίποτιςβλ. τίποτα
50824τιποτολογίατι-πο-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανούσια λόγια, χωρίς περιεχόμενο: ακατάσχετη/απέραντη ~. Η ~ στην πολιτική ζωή/τηλεόραση. Πβ. αερο-, κενο-λογία. Βλ. -λογία.
50825τιράζτι-ράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΥΠΟΓΡ. ο αριθμός των αντιτύπων ενός εντύπου· το σύνολο των αντιγράφων συνήθ. συλλεκτικού αντικειμένου: αύξηση/μείωση του ~. Εκτυπώσεις μικρού και μεσαίου ~. Το διαφημιστικό φυλλάδιο κυκλοφόρησε σε μεγάλο ~. Εφημερίδα με (ελάχιστο) ~ ... φύλλα. Μηνιαίο περιοδικό που έχει/κάνει ~ ... τεύχη. Πβ. τράβηγμα.|| Τηλεκάρτα με χαμηλό ~. Το (αρχικό/συνολικό) ~ επετειακού γραμματοσήμου. 2. μεταλλική ράβδος στην οποία προσαρμόζεται ο μηχανισμός της κουρτίνας: διπλό/μονό ~. ~ αλουμινίου. Πβ. σιδηρόδρομος. Βλ. κουρτινόξυλο. 3. ΑΘΛ. ταμπλό των αγώνων τένις: ~ με κορυφαίους παίκτες. [< γαλλ. tirage]
50826τιραμισούτι-ρα-μι-σού ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα με κρέμα από τυρί πάνω σε βάση από σιροπιασμένο παντεσπάνι σοκολάτας και καφέ, που πασπαλίζεται με κακάο· συνεκδ. η αντίστοιχη γεύση: ιταλικό/σπιτικό ~. ~ με λικέρ/μασκαρπόνε/ρούμι/φράουλες. ~ χωρίς αλκοόλ. Γλυκό/πάστα/τούρτα ~.|| Κρέμα/παγωτό ~. [< ιταλ. tiramisù, tirami su, 1979, ‘τράβα με πάνω’ (λόγω των τονωτικών ιδιοτήτων του), αγγλ. tiramisu, 1982, γαλλ. ~, περ. 1990]
50827τιράντατι-ρά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή λωρίδα, συνήθ. από ύφασμα ή ελαστικό υλικό, που περνά πάνω από τον ώμο, συγκρατώντας πάνω στο σώμα κάποιο ρούχο: ανδρικές/γυναικείες/πλατιές/φαρδιές/χιαστί ~ες. Μπλουζάκι με ~ες. ~ες παντελονιού (βλ. σαλοπέτα). Σουτιέν με (αποσπώμενες) ~ες από σιλικόνη (πβ. μπρετέλα). Φόρεμα χωρίς ~ες (βλ. στράπλες). Βλ. τιραντάκι.|| (ως επίθ.) Φόρμα ~ (: με ~ες).|| Κουρτίνες που κρέμονται με ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ακινητοποίησης βραχιονίου για κάταγμα/ανάρτησης χειρός. Ρυθμιζόμενη ~ με αυχενικό μαξιλαράκι. ΣΥΝ. ράντα3 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) ταινία στερέωσης από σκληρό υλικό: προστατευτική ~ ζάντας. ● Υποκ.: τιραντούλα (η) [< 1: ιταλ. tirante]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.