Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51340-51360]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50822τιποτένιος, ια, ιο τι-πο-τέ-νιος επίθ.: ανάξιος λόγου, ασήμαντος: (συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) ~ια: πράξη. ~ιες: δικαιολογίες (= φτηνές). Ασχολείται με ~ια πράγματα (= επουσιώδη).|| (μειωτ.) ~ιοι: άνθρωποι. Πβ. άθλιος, άχρηστος, ελεεινός, ουτιδανός, ποταπός. ΑΝΤ. αξιόλογος.|| (ως ουσ.) Είναι ένας ~ (= ένα μηδενικό). Πβ. αχρείος, φαύλος. Βλ. -ένιος.
50823τίποτες, τίποτιςβλ. τίποτα
50824τιποτολογίατι-πο-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ανούσια λόγια, χωρίς περιεχόμενο: ακατάσχετη/απέραντη ~. Η ~ στην πολιτική ζωή/τηλεόραση. Πβ. αερο-, κενο-λογία. Βλ. -λογία.
50825τιράζτι-ράζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΥΠΟΓΡ. ο αριθμός των αντιτύπων ενός εντύπου· το σύνολο των αντιγράφων συνήθ. συλλεκτικού αντικειμένου: αύξηση/μείωση του ~. Εκτυπώσεις μικρού και μεσαίου ~. Το διαφημιστικό φυλλάδιο κυκλοφόρησε σε μεγάλο ~. Εφημερίδα με (ελάχιστο) ~ ... φύλλα. Μηνιαίο περιοδικό που έχει/κάνει ~ ... τεύχη. Πβ. τράβηγμα.|| Τηλεκάρτα με χαμηλό ~. Το (αρχικό/συνολικό) ~ επετειακού γραμματοσήμου. 2. μεταλλική ράβδος στην οποία προσαρμόζεται ο μηχανισμός της κουρτίνας: διπλό/μονό ~. ~ αλουμινίου. Πβ. σιδηρόδρομος. Βλ. κουρτινόξυλο. 3. ΑΘΛ. ταμπλό των αγώνων τένις: ~ με κορυφαίους παίκτες. [< γαλλ. tirage]
50826τιραμισούτι-ρα-μι-σού ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα με κρέμα από τυρί πάνω σε βάση από σιροπιασμένο παντεσπάνι σοκολάτας και καφέ, που πασπαλίζεται με κακάο· συνεκδ. η αντίστοιχη γεύση: ιταλικό/σπιτικό ~. ~ με λικέρ/μασκαρπόνε/ρούμι/φράουλες. ~ χωρίς αλκοόλ. Γλυκό/πάστα/τούρτα ~.|| Κρέμα/παγωτό ~. [< ιταλ. tiramisù, tirami su, 1979, ‘τράβα με πάνω’ (λόγω των τονωτικών ιδιοτήτων του), αγγλ. tiramisu, 1982, γαλλ. ~, περ. 1990]
50827τιράντατι-ρά-ντα ουσ. (θηλ.) 1. λεπτή λωρίδα, συνήθ. από ύφασμα ή ελαστικό υλικό, που περνά πάνω από τον ώμο, συγκρατώντας πάνω στο σώμα κάποιο ρούχο: ανδρικές/γυναικείες/πλατιές/φαρδιές/χιαστί ~ες. Μπλουζάκι με ~ες. ~ες παντελονιού (βλ. σαλοπέτα). Σουτιέν με (αποσπώμενες) ~ες από σιλικόνη (πβ. μπρετέλα). Φόρεμα χωρίς ~ες (βλ. στράπλες). Βλ. τιραντάκι.|| (ως επίθ.) Φόρμα ~ (: με ~ες).|| Κουρτίνες που κρέμονται με ~.|| (ΙΑΤΡ.) ~ ακινητοποίησης βραχιονίου για κάταγμα/ανάρτησης χειρός. Ρυθμιζόμενη ~ με αυχενικό μαξιλαράκι. ΣΥΝ. ράντα3 2. ΤΕΧΝΟΛ. (σπάν.) ταινία στερέωσης από σκληρό υλικό: προστατευτική ~ ζάντας. ● Υποκ.: τιραντούλα (η) [< 1: ιταλ. tirante]
50828τιραντάκιτι-ρα-ντά-κι ουσ. (ουδ.) 1. πολύ λεπτή τιράντα: φόρεμα με ψιλό ~ (= τιραντούλα). ΣΥΝ. ραντάκι 2. γυναικείο μπλουζάκι με τιράντες: άσπρο ~ (βλ. μακρυμάνικο, τι σερτ).
50829τιραντέτι-ρα-ντέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: με τιράντες: ~ φόρεμα. Μπλουζάκι ~.
50830τιρκουάζτιρ-κου-άζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τουρκουάζ 1. ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, συνήθ. αδιαφανής και με γαλαζοπράσινο χρώμα: συνθετικό ~. Σκουλαρίκια με διαμάντια και ~. Βλ. γαλαζόπετρα, περουζές. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο χρώμα: (ως επίθ.) ~ νερά/παραλία. Βλ. κυανοπράσινος. [< γαλλ. turquoise]
50831τιρμπουσόντιρ-μπου-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για αφαίρεση φελλού από μπουκάλι, περιστροφικό ανοιχτήρι: ηλεκτρικό/μεταλλικό ~. Βλ. κλειδί. [< γαλλ. tire-bouchon]
50832τιρτίριτιρ-τί-ρι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. επιχρυσωμένο στριφτό σύρμα κεντήματος: λεπτό ~. Καφτάνι με κεντητά τριαντάφυλλα από ~. Βλ. χρυσοκλωστή. [< τουρκ. tirtir]
50833τιςερωτημ. αντων. {τίνος, τίνι, τίνα} (αρχαιοπρ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: Αλτ! Τις ει; βλ. αλτ1, κατά τι βλ. κατά, με τι/ποιον τρόπο; βλ. τρόπος, τις αγορεύειν βούλεται; βλ. αγορεύω, τις οίδε; βλ. οίδα ● βλ. τίνος [< αρχ. τίς]
50835τιτάναςτι-τά-νας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): άτομο με πολύ μεγάλη σωματική ή πνευματική δύναμη και γενικότ. ισχυρός παράγοντας σε κάποιον τομέα: ~ της επιστήμης/του πνεύματος/της τέχνης. Οι ~ες της σκέψης. Βλ. υπεράνθρωπος.|| Οι ~ες της βιομηχανίας/της τεχνολογίας. ΣΥΝ. γίγαντας (2) [< αρχ. Τιτάν, γαλλ. titan, γερμ.-αγγλ. Titan]
50836τιτανικός, ή, ό τι-τα-νι-κός επίθ. 1. τιτάνιος. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με το τιτάνιο: ~ό: βάριο. [< αρχ. Τιτανικός, γαλλ. titanique, αγγλ. titanic]
50837τιτάνιοτι-τά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ελαφρύ και ιδιαίτερα σκληρό μέταλλο (σύμβ. Τi) αργυρόλευκου χρώματος: καθαρό ~. Ενώσεις/κράματα/(δι)οξείδιο του/ρινίσματα/σύρμα/φύλλα ~ίου. Αγωγοί/εξάτμιση/ράβδοι/σωλήνες ~ίου. Σκελετός γυαλιών από ~.|| (στην οδοντιατρική και την οδοντοτεχνική:) Εμφυτεύματα ~ίου. Η βιοσυμβατότητα του ~ίου. Βλ. αλουμίνιο, ατσάλι, ρουτίλιο, τιτανίτης, χάλυβας. [< νεολατ. titanium < Τιτάν, γερμ. Titan, αγγλ. ~, γαλλ. titane]
50838τιτάνιος, α, ο τι-τά-νι-ος επίθ. & τιτάνειος (εμφατ.): που υπερβαίνει το κανονικό ή το ανθρωπίνως και φυσικώς δυνατό· γιγάντιος, κολοσσιαίος: ~ος: αγώνας. ~α: επιχείρηση διάσωσης/μάχη/πάλη/προσπάθεια (= υπεράνθρωπη)/προσφορά/σύγκρουση. ~ο: επίτευγμα/έργο (= ηράκλειο).|| ~α: προσωπικότητα.|| ~α: βράχια. Πβ. κυκλώπειος. [< μτγν. Τιτάνιος, γαλλ. titanesque, αγγλ. titanian]
50839τιτανιούχος, ος/α, ο [τιτανιοῦχος] τι-τα-νι-ού-χος επίθ. (λόγ.): ΧΗΜ. που περιέχει τιτάνιο: ~ος: ψευδάργυρος. Άξονες αυτοκινήτων από ~ο χάλυβα. Βλ. -ούχος2.
50840τιτανίτηςτι-τα-νί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό ορυκτό του τιτανίου και του ασβεστίου με κρυστάλλους σε σφηνοειδές σχήμα. Βλ. ασβεστ-, γραν-ίτης. ΣΥΝ. σφήνα (3) [< γαλλ.-αγγλ. titanite]
50841τιτανόλιθοςτι-τα-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ασβεστόλιθος: σκληρός/συμπαγής ~. Επιγραφή/στήλη από ~ο.
50842τιτανομαχίατι-τα-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): αναμέτρηση ανάμεσα σε πολύ ισχυρούς αντιπάλους: πολιτική ~. Ο πόλεμος συμφερόντων έχει λάβει διαστάσεις ~ας. Οι εκλογές εξελίχθηκαν σε πραγματική ~. ~ των δύο ομάδων για ένα εισιτήριο στα ημιτελικά. Βλ. -μαχία. ΣΥΝ. γιγαντομαχία [< μτγν. Τιτανομαχία]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.