| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50843 | τιτιβίζει | τι-τι-βί-ζει ρ. (αμτβ.) {τιτίβι-σε, -σει, τιτιβίζ-οντας}: κελαηδά. ΣΥΝ. τερετίζει.|| (μτφ.) Τα παιδιά τιτίβιζαν χαρούμενα. Βλ. ζουζουνίζει. [< μτγν. τιττυβίζω, λ. ηχομιμητ.] | |
| 50844 | τιτίβισμα | τι-τί-βι-σμα ουσ. (ουδ.) {τιτιβίσμ-ατα} 1. κελάηδημα: γλυκό/μελωδικό ~. Το ~ των σπουργιτιών. Πβ. τρίλια1.|| (μτφ.) Η αυλή του σχολείου γέμισε παιδικά/χαρούμενα ~ατα. ΣΥΝ. τερέτισμα (1) 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. μήνυμα στο τουίτερ. ΣΥΝ. τουίτ [< 2: αμερικ. εμπορ. ονομασ. Τweet, γαλλ. ~, 2009] | |
| 50845 | τιτλέζα | τι-τλέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την προβολή υποτίτλων σε ταινία· γενικότ. σύστημα ή εφαρμογή για την προσθήκη τίτλων ή/και γραφικών σε εικόνα: μονταζιέρα και ~.|| ~ υπολογιστή. Ψηφιακή βιντεοκάμερα με ~. [< γαλλ. titreuse, 1936] | |
| 50846 | τιτλοδότηση | τι-τλο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. μέθοδος προσδιορισμού της συγκέντρωσης συστατικού σε διάλυμα με ογκομετρική ανάλυση: οξειδοαναγωγικές ~ήσεις. ~ με καυστικό νάτριο/νιτρικό άργυρο. Καμπύλη ~ης. Πβ. ογκομέτρηση. 2. ΙΑΤΡ. προσδιορισμός της συγκέντρωσης αντισώματος, ανάλογα με τον βαθμό που μπορεί να αραιωθεί, προτού σταματήσει να δίνει θετική αντίδραση με αντιγόνο. Βλ. -δότηση. ΣΥΝ. τιτλοποίηση (2) [< γαλλ. titrage] | |
| 50847 | τιτλοποίηση | τιτ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. έκδοση αξιογράφων για τη ρευστοποίηση δανειακών απαιτήσεων και την άντληση κεφαλαίων: ~ ακινήτων/(στεγαστικών) δανείων/εσόδων του Δημοσίου/ληξιπρόθεσμων οφειλών/πιστωτικών καρτών/στοιχείων ενεργητικού (των τραπεζών)/χρεών. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) τιτλοδότηση: ~ αντισωμάτων.|| ~ φαρμάκων. [< 1: γαλλ. titrisation, 1987, 2: γαλλ. titrage] | |
| 50848 | τίτλος | τί-τλος ουσ. (αρσ.) 1. λέξη ή φράση ως όνομα γραπτού κειμένου, εντύπου, καλλιτεχνικού έργου, δραστηριότητας ή σπανιότ. υπηρεσίας: ~ βιβλίου/εργασίας/κεφαλαίου (= επικεφαλίδα)/(ποιητικής) συλλογής. Δίνω ~ο σε (= τιτλοφορώ) ένα άρθρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου/μηνύματος. Γραμμή ~ου.|| Βασικός/κεντρικός/κύριος ~ εφημερίδας/φύλλου. Οι πηχυαίοι ~οι των πρωτοσέλιδων.|| ~οι ειδήσεων/επικαιρότητας. Αθλητικά νέα σε ~ους (= επιγραμματικά).|| ~ (μουσικού) άλμπουμ/σίριαλ/ταινίας/τραγουδιού.|| Έργο τέχνης χωρίς ~ο/(λόγ.) άνευ ~ου.|| Ο ~ της έκθεσης/της ημερίδας/του μαθήματος/του προγράμματος/του σεμιναρίου. Εκδήλωση/κύκλος διαλέξεων με (γενικό/θεματικό) ~ο/(λόγ.) υπό τον ~ο ...|| Ο πλήρης ~ δημόσιας Αρχής. Βλ. πλαγιό-, υπέρ-, υπό-, ψευδό-τιτλος. 2. (συνεκδ.) βιβλίο: νέοι/παλαιοί/υπό έκδοση ~οι. 3. χαρακτηρισμός που δηλώνει αξίωμα, ειδικότητα ή ιδιότητα (συνήθ. θετική): ακαδημαϊκός/επαγγελματικός/επιστημονικός ~ (εξειδίκευσης). Απέκτησε τον ~ο του διδάκτορα/καθηγητή.|| Αυτοκρατορικός/εκκλησιαστικός ~. Απονομή ~ου. Βλ. οφίκιο.|| (εμφατ.) Επιστήμονας με ~ους (= περγαμηνές).|| Του έχει αποδοθεί ο ~ του «καλού παιδιού» (πβ. ταμπέλα). Βλ. επωνυμία. 4. πρώτη θέση, διάκριση σε αθλητική κυρ. διοργάνωση: δεύτερος συνεχόμενος ~. Απώλεια/διεκδικητής/κατάκτηση/κυνήγι του ~ου. Ματς/νίκη/χορηγός ~ου. Σε τροχιά ~ου. Αγκαλιά με τον ~ο. Φαβορί για τον φετινό ~ο του πρωταθλητή. Με έναν βαθμό παίρνει τον ~ο η ομάδα. Διατηρώ/εξασφαλίζω/κερδίζω/στερούμαι/υπερασπίζομαι/χάνω τον ~ο. Σάρωσε όλους τους ~ους.|| Ο ~ της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης.|| (σε καλλιστεία) Φιναλίστ για τον ~ο της Μις Υφήλιος. 5. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που πιστοποιεί έννομο δικαίωμα, δικαιόγραφο, αξιόγραφο: νόμιμος ~. Ανώνυμοι/άυλοι/καθαροί/ονομαστικοί/πλαστοί/συμμετοχικοί/τραπεζικοί/χρηματιστηριακοί ~οι. (Οριστικός) ~ κυριότητας. Πιστωτικοί ~οι (βλ. χρηματόγραφο). Υβριδικοί ~οι και ομόλογα. Αξία ~ων. Μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση ~ων ιδιοκτησίας. Διαπραγμάτευση/έκδοση/εκποίηση/εξαγορά/κατοχή/μετάταξη ~ων εταιρειών. Συμβόλαια δανεισμού ~ων. Αγοράζω/ρευστοποιώ ~ους. Επενδύω σε ~ους. Βλ. τιτλοποίηση. 6. ΧΗΜ. αναλογία της μάζας ενός συστατικού προς τη συνολική μάζα του κράματος μετάλλων ή του διαλύματος στο οποίο αυτό περιέχεται. Βλ. τιτλοδότηση. ● ΣΥΜΠΛ.: διακριτικός τίτλος: όνομα ή παράσταση που αποδίδεται αποκλειστικά σε επιχείρηση ή οργάνωση: επωνυμία και ~ ~ εταιρείας. Αλλαγή ~ού ~ου.|| ~ ~ συλλόγου., εκτελεστός τίτλος: ΝΟΜ. επίσημο έγγραφο βάσει του οποίου καθίσταται δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση, για να ικανοποιηθεί κάποια αξίωση: ευρωπαϊκός ~ ~. ~ ~ περί ανατοκισμού., τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης 1. το όνομα ταινίας ή εκπομπής και τα στοιχεία των συντελεστών της που προβάλλονται στο τέλος ή στην αρχή, αντίστοιχα: Η κουρτίνα έκλεισε, πριν πέσουν οι ~ τέλους. Η μουσική που ακούγεται/παίζει στους τίτλους αρχής μιας σειράς. Πβ. γράμματα, ζενερίκ. 2. {μόνο στο τίτλοι τέλους} (μτφ.) για τη λήξη μιας περιόδου ή τον θάνατο δημοσίου προσώπου: πρόωροι ~ ~ για τον ... Πβ. φινάλε., τίτλος σπουδών & τίτλος: πτυχίο, δίπλωμα: γνήσιοι/πλαστοί ~οι ~. Ισότιμοι ~οι ~ της ημεδαπής ή αλλοδαπής. Εκδίδεται/χορηγείται ~ ~. Κατατίθεται/υποβάλλεται ~ ~ ή επικυρωμένο αντίγραφο. Ως προσόν διορισμού απαιτείται ~ ~. Αποκτώ διδακτορικό/μεταπτυχιακό/πανεπιστημιακό τίτλο., τίτλος τιμής & τιμητικός τίτλος: τιμητική προσαγόρευση: υπέρτατος/ύψιστος ~ ~. ~ ~ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στον μεγάλο επιστήμονα., τίτλος ευγενείας βλ. ευγένεια [< μτγν. τίτλος ‘επιγραφή, συμφωνητικό, εισφορά’ < λατ. titulus, γαλλ. titre, αγγλ. title] | |
| 50849 | τιτλούχος | , ος, ο [τιτλοῦχος] τι-τλού-χος επίθ. (λόγ.): που κατέχει τίτλο, αξίωμα ή δίπλωμα σπουδών· που έχει λάβει διάκριση: ~ος: ομάδα. Βλ. κυπελλούχος.|| (ως ουσ.) Υψηλοί ~οι (πβ. αξιωματούχος, επίσημος).|| (ΟΙΚΟΝ.) Οι μετοχές της ~ου (ενν. εταιρείας). Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. titré] | |
| 50850 | τιτλοφόρηση | τι-τλο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τιτλοφορώ· συνεκδ. τίτλος: ~ άρθρου/βιβλίου/(νοηματικών) ενοτήτων/κειμένου/κεφαλαίων/παραγράφων.|| ~ (μουσικού) άλμπουμ/σιντί.|| Συσκευή με ~ προγραμμάτων/σταθμών/τραγουδιών (: φωτεινή ένδειξη τίτλου σε οθόνη). | |
| 50851 | τιτλοφορώ | [τιτλοφορῶ] τι-τλο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {τιτλοφορ-είς ..., -ώντας | τιτλοφόρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) 1. δίνω τίτλο σε κείμενο, βιβλίο, έργο ή δραστηριότητα: Η τελευταία του δισκογραφική δουλειά/ποιητική συλλογή ~είται ... Στο δημοσίευμα/κεφάλαιο ~ούμενο "...", υποστηρίζεται ότι ... ΣΥΝ. επιγράφω 2. (κατ' επέκτ.) αποκαλώ, επονομάζω, χαρακτηρίζω: αυτοκράτορας (ο) ~ούμενος "...".|| "Συμμαχία γιγάντων" θα μπορούσε να ~ηθεί η συμφωνία των δύο ηγετών. Βλ. αυτοτιτλοφορούμαι, -φορώ. [< γαλλ. intituler] | |
| 50852 | τιτουλάριος | τι-του-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αρίου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. επίσκοπος χωρίς έδρα και ποίμνιο, με αρχιερατικά καθήκοντα: ~οι επαρχιών/περιφερειών.|| (ως επίθ.) ~ος: μητροπολίτης. ~οι: αρχιερείς. 2. (μτφ.-ειρων.) αξιωματούχος ή φορέας χωρίς πραγματική εξουσία ή ουσιαστική δράση: ~ της πολιτικής. [< μεσν. τιτουλάριος, γαλλ. titulaire] | |
| 50853 | ΤΚ | (ο): Ταχυδρομικός Κώδικας/Κωδικός. | |
| 50854 | ΤΚΕ | (η): Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών (Αιμοσφαιρίων). | |
| 50856 | τμήθηκε | βλ. τέμνω | |
| 3113 | τμήμα | [ἀνάκριση] α-νά-κρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξέταση ενόχου ή υπόπτου από ανακριτή (ή ανακριτικό υπάλληλο) ή μέλος πειθαρχικού συμβουλίου μέσω υποβολής ερωτήσεων και με σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας· συνεκδ. το ανακριτικό γραφείο, τμήμα: (ΝΟΜ.) αστυνομική/δικαστική/ποινική ~. Κύρια/τακτική ~ (: από τακτικό ανακριτή). Προκαταρκτική ~ (= προ~). Πολύωρη/σκληρή ~. ~ του συλληφθέντος. ~ για τα ακριβή αίτια του ατυχήματος/το οικονομικό σκάνδαλο. Το έργο/το πόρισμα της ~ης. Διενέργεια/διεξαγωγή/ολοκλήρωση/περάτωση της ~ης. Κύκλος ~ίσεων. Χρήση βασανιστηρίων σε ~ίσεις. Συνεχίζεται η ~. Διετάχθη περαιτέρω ~. Τον κάλεσαν/προσήχθη (στην Ασφάλεια) για ~. Υποβλήθηκε σε ~. Τον πέρασαν από ~. Παραπέμφθηκε σε ~. Μετά το πέρας της ~ης αφέθηκε ελεύθερος.|| Πειθαρχική ~ (βλ. ΕΔΕ).|| Τον οδήγησαν στην ~. Βλ. προ~. 2. (μτφ.) υποβολή πιεστικών ερωτήσεων: Με πέρασε από κανονική ~: πού δουλεύω, τι μισθό παίρνω ... ● ΦΡ.: ανάκριση μου κάνεις; (προφ.): έκφραση δυσαρέσκειας απέναντι σε κάποιον που υποβάλλει επίμονες ερωτήσεις., ανάκριση τρίτου βαθμού (μτφ.-ειρων.): ενν. εξαντλητική, εξονυχιστική: Επί μία ολόκληρη ώρα μου έκανε ~ ~. [< αρχ. ἀνάκρισις, γαλλ. enquête] | |
| 50857 | τμήμα | [τμῆμα] τμή-μα ουσ. (ουδ.) {τμήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μέρος συνόλου, κομμάτι: αρχικό/μεταλλικό/ξύλινο/οδικό/πλαστικό/τελευταίο ~. ~ δρόμου/κειμένου/κτιρίου/οικοπέδου/ομάδας/πόλης/στρατού (πβ. απόσπασμα)/χάρτη. ~ από τη ζωφόρο του ναού/τα τείχη/το ψηφιδωτό. Ζωτικό ~ της χώρας. Το ανατολικό ~ του νομού. Αφαίρεσε/έκοψε ένα ~ του φλοιού. Κατά ~ατα (= τμηματικά, κομμάτι κομμάτι). Πβ. τεμάχιο.|| (ΜΑΘ.) ~ έλλειψης/ευθείας από το Α έως το Β/κύκλου (: μέρος της επιφάνειάς του που ορίζεται από τόξο της περιφέρειάς του και της αντίστοιχης χορδής)/σφαίρας (: μεταξύ δύο παράλληλων επιπέδων που τέμνουν τη σφαίρα). 2. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) υποδιαίρεση υπηρεσίας, επιχείρησης, νοσηλευτικού ή εκπαιδευτικού ιδρύματος και συνεκδ. ο χώρος όπου αυτή/αυτό στεγάζεται: αυτόνομο/γενικό/εμπορικό/οικονομικό/τεχνικό ~. ~ γυναικείων ειδών/διανομής/διαχείρισης (ανθρώπινου δυναμικού)/διεθνών σχέσεων/εισαγωγών/εκπαιδευτικών θεμάτων/ελέγχου/ερευνών/μάρκετινγκ/μελετών/μητρώου/συσκευασίας. Διευθύνει το ~ πωλήσεων. Εργαζόμαστε στο ίδιο ~.|| Καρδιολογικό/παθολογικό ~ νοσοκομείου.|| ~ Μαθηματικών/Νομικής. Ιατρικό ~ Πανεπιστημίου. Τα ~ατα της Φιλοσοφικής Σχολής. Εγγραφές/εισαγωγή στο ~. Ανακοινώσεις/απόφοιτοι/γενική συνέλευση/γραμματεία/δομή/έδρες/εκπαιδευτικό προσωπικό/εργαστήρια/ιστοσελίδα/κτίριο/λειτουργία/μέλη ΔΕΠ/μεταπτυχιακό πρόγραμμα/οργάνωση/πρόεδρος/πτυχιούχοι ενός ~ατος. Ιδρύονται/λειτουργούν νέα ~ατα.|| ~ αρχαρίων/προχωρημένων. Εντατικά/καλοκαιρινά/ολιγομελή/παιδικά/χειμερινά ~ατα Γαλλικών/Γερμανικών. ~ατα χορού. Η Γ' Λυκείου έχει δύο ~ατα. Βλ. κλάδος, τομέας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυνομικό τμήμα & (προφ.) Τμήμα (ακρ. ΑΤ): υπηρεσία της Αστυνομίας με δικαιοδοσία σε συγκεκριμένη περιοχή και συνεκδ. τα γραφεία στέγασής της: Υπηρετεί στο Α' ~ ~.|| Δήλωση του συμβάντος/προσαγωγή/προσκόμιση δικαιολογητικών στο ~ ~. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ~ ~. Με κάλεσαν στο ~ ~ για κατάθεση., εκλογικό τμήμα: κατανομή εκλογέων ανά περιοχή και συνεκδ. ο χώρος όπου οι πολίτες της περιοχής ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα: αμιγές/μεικτό ~ ~. ~ ~ ετεροδημοτών. Ανήκω/ψηφίζω στο ~ ~ ..., ευθύγραμμο τμήμα βλ. ευθύγραμμος, πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα βλ. πολυδύναμος, τμήμα μεταγωγών βλ. μεταγωγή [< 1: αρχ. τμῆμα, πβ. γαλλ. section, γερμ. Abteilung] | |
| 50858 | τμηματάρχης | τμη-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. προϊστάμενος τμήματος δημόσιας ή ιδιωτικής υπηρεσίας: ~ παραγωγής/υπουργείου. ~ στη Διεύθυνση Γενικής Γραμματείας. Βλ. -άρχης. 2. βαθμός στην ιεραρχία των διοικητικών υπαλλήλων: ~ Α'/Β'. Βλ. διευθυντής. [< γερμ. Abteilungsleiter] | |
| 50859 | τμηματεκτομή | τμη-μα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση ενός μικρού τμήματος οργάνου μέσα στο οποίο εμπεριέχεται όγκος: ~ ήπατος/μαστού (πβ. μαστεκτομή)/πνεύμονα. Βλ. -εκτομή. | |
| 50860 | τμηματικός | , ή, ό τμη-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με κάποιο τμήμα: ~ός: υπεύθυνος. ~ές: βιβλιοθήκες/εκλογές/επιτροπές. Βλ. δια~. 2. που εκτελείται σταδιακά, που λαμβάνει χώρα κατά τμήματα: ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) προγραμματισμός. ~ή: αποστολή (ενημερωτικών σημειωμάτων)/εξόφληση (των φόρων)/θητεία/καταβολή ποσού. ~ό: ωράριο. ~ές: εξετάσεις/πληρωμές. ΣΥΝ. αποσπασματικός, μερικός ΑΝΤ. συνολικός ● επίρρ.: τμηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] | |
| 50861 | τμηματοποίηση | τμη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαίρεση, διαχωρισμός συνόλου σε τμήματα: ~ της αγοράς (: σε ομάδες καταναλωτών). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εικόνων. Πβ. κατάτμηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. segmentation] | |
| 50862 | τμήσει | βλ. τέμνω |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ