| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50828 | τιραντάκι | τι-ρα-ντά-κι ουσ. (ουδ.) 1. πολύ λεπτή τιράντα: φόρεμα με ψιλό ~ (= τιραντούλα). ΣΥΝ. ραντάκι 2. γυναικείο μπλουζάκι με τιράντες: άσπρο ~ (βλ. μακρυμάνικο, τι σερτ). | |
| 50829 | τιραντέ | τι-ρα-ντέ επίθ./ουσ. {άκλ.}: με τιράντες: ~ φόρεμα. Μπλουζάκι ~. | |
| 50830 | τιρκουάζ | τιρ-κου-άζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τουρκουάζ 1. ΟΡΥΚΤ. ημιπολύτιμος λίθος, συνήθ. αδιαφανής και με γαλαζοπράσινο χρώμα: συνθετικό ~. Σκουλαρίκια με διαμάντια και ~. Βλ. γαλαζόπετρα, περουζές. 2. (συνεκδ.) το αντίστοιχο χρώμα: (ως επίθ.) ~ νερά/παραλία. Βλ. κυανοπράσινος. [< γαλλ. turquoise] | |
| 50831 | τιρμπουσόν | τιρ-μπου-σόν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εργαλείο για αφαίρεση φελλού από μπουκάλι, περιστροφικό ανοιχτήρι: ηλεκτρικό/μεταλλικό ~. Βλ. κλειδί. [< γαλλ. tire-bouchon] | |
| 50832 | τιρτίρι | τιρ-τί-ρι ουσ. (ουδ.): ΛΑΟΓΡ. επιχρυσωμένο στριφτό σύρμα κεντήματος: λεπτό ~. Καφτάνι με κεντητά τριαντάφυλλα από ~. Βλ. χρυσοκλωστή. [< τουρκ. tirtir] | |
| 50833 | τις | ερωτημ. αντων. {τίνος, τίνι, τίνα} (αρχαιοπρ.): κυρ. στις ● ΦΡ.: Αλτ! Τις ει; βλ. αλτ1, κατά τι βλ. κατά, με τι/ποιον τρόπο; βλ. τρόπος, τις αγορεύειν βούλεται; βλ. αγορεύω, τις οίδε; βλ. οίδα ● βλ. τίνος [< αρχ. τίς] | |
| 50835 | τιτάνας | τι-τά-νας ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.): άτομο με πολύ μεγάλη σωματική ή πνευματική δύναμη και γενικότ. ισχυρός παράγοντας σε κάποιον τομέα: ~ της επιστήμης/του πνεύματος/της τέχνης. Οι ~ες της σκέψης. Βλ. υπεράνθρωπος.|| Οι ~ες της βιομηχανίας/της τεχνολογίας. ΣΥΝ. γίγαντας (2) [< αρχ. Τιτάν, γαλλ. titan, γερμ.-αγγλ. Titan] | |
| 50836 | τιτανικός | , ή, ό τι-τα-νι-κός επίθ. 1. τιτάνιος. 2. ΧΗΜ. που σχετίζεται με το τιτάνιο: ~ό: βάριο. [< αρχ. Τιτανικός, γαλλ. titanique, αγγλ. titanic] | |
| 50837 | τιτάνιο | τι-τά-νι-ο ουσ. (ουδ.) {-ου (συνήθ. λόγ.) -ίου}: ΧΗΜ. ελαφρύ και ιδιαίτερα σκληρό μέταλλο (σύμβ. Τi) αργυρόλευκου χρώματος: καθαρό ~. Ενώσεις/κράματα/(δι)οξείδιο του/ρινίσματα/σύρμα/φύλλα ~ίου. Αγωγοί/εξάτμιση/ράβδοι/σωλήνες ~ίου. Σκελετός γυαλιών από ~.|| (στην οδοντιατρική και την οδοντοτεχνική:) Εμφυτεύματα ~ίου. Η βιοσυμβατότητα του ~ίου. Βλ. αλουμίνιο, ατσάλι, ρουτίλιο, τιτανίτης, χάλυβας. [< νεολατ. titanium < Τιτάν, γερμ. Titan, αγγλ. ~, γαλλ. titane] | |
| 50838 | τιτάνιος | , α, ο τι-τά-νι-ος επίθ. & τιτάνειος (εμφατ.): που υπερβαίνει το κανονικό ή το ανθρωπίνως και φυσικώς δυνατό· γιγάντιος, κολοσσιαίος: ~ος: αγώνας. ~α: επιχείρηση διάσωσης/μάχη/πάλη/προσπάθεια (= υπεράνθρωπη)/προσφορά/σύγκρουση. ~ο: επίτευγμα/έργο (= ηράκλειο).|| ~α: προσωπικότητα.|| ~α: βράχια. Πβ. κυκλώπειος. [< μτγν. Τιτάνιος, γαλλ. titanesque, αγγλ. titanian] | |
| 50839 | τιτανιούχος | , ος/α, ο [τιτανιοῦχος] τι-τα-νι-ού-χος επίθ. (λόγ.): ΧΗΜ. που περιέχει τιτάνιο: ~ος: ψευδάργυρος. Άξονες αυτοκινήτων από ~ο χάλυβα. Βλ. -ούχος2. | |
| 50840 | τιτανίτης | τι-τα-νί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριτικό ορυκτό του τιτανίου και του ασβεστίου με κρυστάλλους σε σφηνοειδές σχήμα. Βλ. ασβεστ-, γραν-ίτης. ΣΥΝ. σφήνα (3) [< γαλλ.-αγγλ. titanite] | |
| 50841 | τιτανόλιθος | τι-τα-νό-λι-θος ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ασβεστόλιθος: σκληρός/συμπαγής ~. Επιγραφή/στήλη από ~ο. | |
| 50842 | τιτανομαχία | τι-τα-νο-μα-χί-α ουσ. (θηλ.): αναμέτρηση ανάμεσα σε πολύ ισχυρούς αντιπάλους: πολιτική ~. Ο πόλεμος συμφερόντων έχει λάβει διαστάσεις ~ας. Οι εκλογές εξελίχθηκαν σε πραγματική ~. ~ των δύο ομάδων για ένα εισιτήριο στα ημιτελικά. Βλ. -μαχία. ΣΥΝ. γιγαντομαχία [< μτγν. Τιτανομαχία] | |
| 50843 | τιτιβίζει | τι-τι-βί-ζει ρ. (αμτβ.) {τιτίβι-σε, -σει, τιτιβίζ-οντας}: κελαηδά. ΣΥΝ. τερετίζει.|| (μτφ.) Τα παιδιά τιτίβιζαν χαρούμενα. Βλ. ζουζουνίζει. [< μτγν. τιττυβίζω, λ. ηχομιμητ.] | |
| 50844 | τιτίβισμα | τι-τί-βι-σμα ουσ. (ουδ.) {τιτιβίσμ-ατα} 1. κελάηδημα: γλυκό/μελωδικό ~. Το ~ των σπουργιτιών. Πβ. τρίλια1.|| (μτφ.) Η αυλή του σχολείου γέμισε παιδικά/χαρούμενα ~ατα. ΣΥΝ. τερέτισμα (1) 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. μήνυμα στο τουίτερ. ΣΥΝ. τουίτ [< 2: αμερικ. εμπορ. ονομασ. Τweet, γαλλ. ~, 2009] | |
| 50845 | τιτλέζα | τι-τλέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για την προβολή υποτίτλων σε ταινία· γενικότ. σύστημα ή εφαρμογή για την προσθήκη τίτλων ή/και γραφικών σε εικόνα: μονταζιέρα και ~.|| ~ υπολογιστή. Ψηφιακή βιντεοκάμερα με ~. [< γαλλ. titreuse, 1936] | |
| 50846 | τιτλοδότηση | τι-τλο-δό-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΧΗΜ. μέθοδος προσδιορισμού της συγκέντρωσης συστατικού σε διάλυμα με ογκομετρική ανάλυση: οξειδοαναγωγικές ~ήσεις. ~ με καυστικό νάτριο/νιτρικό άργυρο. Καμπύλη ~ης. Πβ. ογκομέτρηση. 2. ΙΑΤΡ. προσδιορισμός της συγκέντρωσης αντισώματος, ανάλογα με τον βαθμό που μπορεί να αραιωθεί, προτού σταματήσει να δίνει θετική αντίδραση με αντιγόνο. Βλ. -δότηση. ΣΥΝ. τιτλοποίηση (2) [< γαλλ. titrage] | |
| 50847 | τιτλοποίηση | τιτ-λο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΟΙΚΟΝ. έκδοση αξιογράφων για τη ρευστοποίηση δανειακών απαιτήσεων και την άντληση κεφαλαίων: ~ ακινήτων/(στεγαστικών) δανείων/εσόδων του Δημοσίου/ληξιπρόθεσμων οφειλών/πιστωτικών καρτών/στοιχείων ενεργητικού (των τραπεζών)/χρεών. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) τιτλοδότηση: ~ αντισωμάτων.|| ~ φαρμάκων. [< 1: γαλλ. titrisation, 1987, 2: γαλλ. titrage] | |
| 50848 | τίτλος | τί-τλος ουσ. (αρσ.) 1. λέξη ή φράση ως όνομα γραπτού κειμένου, εντύπου, καλλιτεχνικού έργου, δραστηριότητας ή σπανιότ. υπηρεσίας: ~ βιβλίου/εργασίας/κεφαλαίου (= επικεφαλίδα)/(ποιητικής) συλλογής. Δίνω ~ο σε (= τιτλοφορώ) ένα άρθρο.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ αρχείου/μηνύματος. Γραμμή ~ου.|| Βασικός/κεντρικός/κύριος ~ εφημερίδας/φύλλου. Οι πηχυαίοι ~οι των πρωτοσέλιδων.|| ~οι ειδήσεων/επικαιρότητας. Αθλητικά νέα σε ~ους (= επιγραμματικά).|| ~ (μουσικού) άλμπουμ/σίριαλ/ταινίας/τραγουδιού.|| Έργο τέχνης χωρίς ~ο/(λόγ.) άνευ ~ου.|| Ο ~ της έκθεσης/της ημερίδας/του μαθήματος/του προγράμματος/του σεμιναρίου. Εκδήλωση/κύκλος διαλέξεων με (γενικό/θεματικό) ~ο/(λόγ.) υπό τον ~ο ...|| Ο πλήρης ~ δημόσιας Αρχής. Βλ. πλαγιό-, υπέρ-, υπό-, ψευδό-τιτλος. 2. (συνεκδ.) βιβλίο: νέοι/παλαιοί/υπό έκδοση ~οι. 3. χαρακτηρισμός που δηλώνει αξίωμα, ειδικότητα ή ιδιότητα (συνήθ. θετική): ακαδημαϊκός/επαγγελματικός/επιστημονικός ~ (εξειδίκευσης). Απέκτησε τον ~ο του διδάκτορα/καθηγητή.|| Αυτοκρατορικός/εκκλησιαστικός ~. Απονομή ~ου. Βλ. οφίκιο.|| (εμφατ.) Επιστήμονας με ~ους (= περγαμηνές).|| Του έχει αποδοθεί ο ~ του «καλού παιδιού» (πβ. ταμπέλα). Βλ. επωνυμία. 4. πρώτη θέση, διάκριση σε αθλητική κυρ. διοργάνωση: δεύτερος συνεχόμενος ~. Απώλεια/διεκδικητής/κατάκτηση/κυνήγι του ~ου. Ματς/νίκη/χορηγός ~ου. Σε τροχιά ~ου. Αγκαλιά με τον ~ο. Φαβορί για τον φετινό ~ο του πρωταθλητή. Με έναν βαθμό παίρνει τον ~ο η ομάδα. Διατηρώ/εξασφαλίζω/κερδίζω/στερούμαι/υπερασπίζομαι/χάνω τον ~ο. Σάρωσε όλους τους ~ους.|| Ο ~ της πολιτιστικής πρωτεύουσας της Ευρώπης.|| (σε καλλιστεία) Φιναλίστ για τον ~ο της Μις Υφήλιος. 5. ΝΟΜ.-ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που πιστοποιεί έννομο δικαίωμα, δικαιόγραφο, αξιόγραφο: νόμιμος ~. Ανώνυμοι/άυλοι/καθαροί/ονομαστικοί/πλαστοί/συμμετοχικοί/τραπεζικοί/χρηματιστηριακοί ~οι. (Οριστικός) ~ κυριότητας. Πιστωτικοί ~οι (βλ. χρηματόγραφο). Υβριδικοί ~οι και ομόλογα. Αξία ~ων. Μεταβίβαση/παραχώρηση/χορήγηση ~ων ιδιοκτησίας. Διαπραγμάτευση/έκδοση/εκποίηση/εξαγορά/κατοχή/μετάταξη ~ων εταιρειών. Συμβόλαια δανεισμού ~ων. Αγοράζω/ρευστοποιώ ~ους. Επενδύω σε ~ους. Βλ. τιτλοποίηση. 6. ΧΗΜ. αναλογία της μάζας ενός συστατικού προς τη συνολική μάζα του κράματος μετάλλων ή του διαλύματος στο οποίο αυτό περιέχεται. Βλ. τιτλοδότηση. ● ΣΥΜΠΛ.: διακριτικός τίτλος: όνομα ή παράσταση που αποδίδεται αποκλειστικά σε επιχείρηση ή οργάνωση: επωνυμία και ~ ~ εταιρείας. Αλλαγή ~ού ~ου.|| ~ ~ συλλόγου., εκτελεστός τίτλος: ΝΟΜ. επίσημο έγγραφο βάσει του οποίου καθίσταται δυνατή η αναγκαστική εκτέλεση, για να ικανοποιηθεί κάποια αξίωση: ευρωπαϊκός ~ ~. ~ ~ περί ανατοκισμού., τίτλοι τέλους & τίτλοι αρχής/έναρξης 1. το όνομα ταινίας ή εκπομπής και τα στοιχεία των συντελεστών της που προβάλλονται στο τέλος ή στην αρχή, αντίστοιχα: Η κουρτίνα έκλεισε, πριν πέσουν οι ~ τέλους. Η μουσική που ακούγεται/παίζει στους τίτλους αρχής μιας σειράς. Πβ. γράμματα, ζενερίκ. 2. {μόνο στο τίτλοι τέλους} (μτφ.) για τη λήξη μιας περιόδου ή τον θάνατο δημοσίου προσώπου: πρόωροι ~ ~ για τον ... Πβ. φινάλε., τίτλος σπουδών & τίτλος: πτυχίο, δίπλωμα: γνήσιοι/πλαστοί ~οι ~. Ισότιμοι ~οι ~ της ημεδαπής ή αλλοδαπής. Εκδίδεται/χορηγείται ~ ~. Κατατίθεται/υποβάλλεται ~ ~ ή επικυρωμένο αντίγραφο. Ως προσόν διορισμού απαιτείται ~ ~. Αποκτώ διδακτορικό/μεταπτυχιακό/πανεπιστημιακό τίτλο., τίτλος τιμής & τιμητικός τίτλος: τιμητική προσαγόρευση: υπέρτατος/ύψιστος ~ ~. ~ ~ από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας στον μεγάλο επιστήμονα., τίτλος ευγενείας βλ. ευγένεια [< μτγν. τίτλος ‘επιγραφή, συμφωνητικό, εισφορά’ < λατ. titulus, γαλλ. titre, αγγλ. title] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ