Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5120-5140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4188ανορεξία[ἀνορεξία] α-νο-ρε-ξί-α ουσ. (θηλ.) ΑΝΤ. όρεξη 1. έλλειψη επιθυμίας για φαγητό. 2. (μτφ.) απουσία καλής ψυχικής διάθεσης, ενεργητικότητας: Τον έπιασε ~ και όλα του ξινίζουν. Πβ. α-, δυσ-θυμία, α-, κακο-κεφιά. ΑΝΤ. ευδιαθεσία, κέφι. ● ΣΥΜΠΛ.: νευρική ανορεξία & νευρογενής/ψυχογενής ανορεξία: ΨΥΧΙΑΤΡ. ψυχοσωματική διαταραχή που παρουσιάζεται κυρ. σε νεαρές γυναίκες και χαρακτηρίζεται από έντονο φόβο παχυσαρκίας, άρνηση λήψης τροφής και υπερβολική μείωση βάρους. ΣΥΝ. σύνδρομο αυτοεπιβαλλόμενης ασιτίας. Βλ. νευρική βουλιμία. [< αγγλ. anorexia nervosa] [< 1: μτγν. ἀνορεξία, γαλλ. anorexie, αγγλ. anorexia]
4189ανορεξικός, ή, ό [ἀνορεξικός] α-νο-ρε-ξι-κός επίθ./ουσ. & ανορεκτικός: ΨΥΧΙΑΤΡ. που πάσχει από νευρική ανορεξία ή σχετίζεται με αυτή. ~ό: μοντέλο. Βλ. βουλιμικός. ● Ουσ.: ανορεξικός, ανορεξική & (προφ.) ανορεξικιά (ο/η) [< γαλλ. anorexique, 1903, αγγλ. anorectic, anorexic (ως ουσ.) 1907]
4190ανορεξιογόνος, ος, ο [ἀνορεξιογόνος] α-νο-ρε-ξι-ο-γό-νος επίθ.: ΙΑΤΡ. που αναστέλλει την όρεξη: ~ος: δράση. ~ες: ουσίες. Βλ. -γόνος. ● Ουσ.: ανορεξιογόνα (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα. Βλ. αμφεταμίνη. [< αγγλ. anorexigenic, 1948, γαλλ. anorexigène, 1967]
4191ανόρεχτος, η, ο [ἀνόρεχτος] α-νό-ρε-χτος επίθ. 1. (μτφ.) που χαρακτηρίζεται από ή φανερώνει έλλειψη (καλής) διάθεσης: Κουρασμένος και ~ (: πεσμένος ψυχολογικά). Δείχνει ~η και απρόθυμη να ... Πβ. άκεφος.|| ~η: έκφραση. ΑΝΤ. ευδιάθετος, κεφάτος, ορεξάτος 2. που δεν έχει όρεξη να φάει: ~ος: ασθενής. ● επίρρ.: ανόρεχτα [< μεσν. ανόρεχτος]
4192ανορθογραφία[ἀνορθογραφία] α-νορ-θο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ορθογραφικό λάθος: Το κείμενο είναι γεμάτο/περιέχει πολλές ~ες. || Λάθος οποιασδήποτε μορφής: δομικές/κυβερνητικές/περιβαλλοντικές ~ες. ~ες (= αδυναμίες) στο ρόστερ. 2. το να γράφει κάποιος ανορθόγραφα. Βλ. -γραφία, (δυσ)ορθογραφία. 3. (μτφ.) απόκλιση από το κανονικό, το σύνηθες ή το αρμονικό. Πβ. δυσαρμονία, παραφωνία.
4193ανορθόγραφος, η, ο [ἀνορθόγραφος] α-νορ-θό-γρα-φος επίθ.: που κάνει ή περιέχει (πολλά) ορθογραφικά σφάλματα: ~ος: συντάκτης. ~οι: μαθητές. || & ως (ουσ.): Είναι ~. ΑΝΤ. ορθογράφος.|| ~η: επιγραφή. ~ο και ασύντακτο κείμενο (ΑΝΤ. ορθογραφημένο). Βλ. -γραφος. ● επίρρ.: ανορθόγραφα [< γερμ. unorthographisch]
4194ανορθοδοξία[ἀνορθοδοξία] α-νορ-θο-δο-ξί-α ουσ. (θηλ.): παραβίαση του κοινώς αποδεκτού: ερωτική/θρησκευτική/ιδεολογική ~. Πβ. παραδοξότητα. [< αγγλ. unorthodoxy]
4195ανορθόδοξος, η, ο [ἀνορθόδοξος] α-νορ-θό-δο-ξος επίθ. ΑΝΤ. ορθόδοξος 1. που δεν ακολουθεί τα καθιερωμένα ή συνηθισμένα πρότυπα: ~ος: τρόπος. ~η: συμπεριφορά/χρήση. ~ο: χιούμορ. ~ες: απόψεις/μέθοδοι/τακτικές/τεχνικές. ~α: μέσα. Βλ. παράδοξος. ΑΝΤ. αποδεκτός, συμβατικός (1) 2. (σπάν.) που δεν ανήκει ή αντιτίθεται στην Ορθοδοξία: ~α: δόγματα. ● επίρρ.: ανορθόδοξα: στη σημ. 1. [< 1: γαλλ. hétérodoxe, αγγλ. unorthodox]
4196ανορθολογικός, ή, ό [ἀνορθολογικός] α-νορ-θο-λο-γι-κός επίθ.: που δεν είναι σύμφωνος με τη λογική: ~ός: χαρακτήρας (της τέχνης). ~ή: ανάπτυξη/διαχείριση/κατανομή/συμπεριφορά/χρήση (φαρμάκων) ~ές: αντιλήψεις. Βλ. παράλογος. ΣΥΝ. ανορθολογιστικός ΑΝΤ. λογικός (1), ορθολογικός ● επίρρ.: ανορθολογικά [< γαλλ. irrationnel]
4197ανορθολογικότητα[ἀνορθολογικότητα] α-νορ-θο-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανορθολογικού: η ~ του ασυνείδητου. Πβ. ανορθολογισμός. ΑΝΤ. ορθολογικότητα [< γαλλ. irrationalité]
4198ανορθολογισμός[ἀνορθολογισμός] α-νορ-θο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): τρόπος σκέψης που δεν βασίζεται στη λογική ή/και τις αισθήσεις, αλλά στη διαίσθηση, το συναίσθημα ή τη μυστικιστική εμπειρία: οικονομικός/πολιτικός ~. ~ στη λήψη αποφάσεων. Βλ. ορθοφροσύνη, περίσκεψη, (ι)ρασιοναλισμός, σύνεση, φρόνηση. ΑΝΤ. ορθολογισμός (2) [< γαλλ. irrationalisme, 1912]
4199ανορθολογιστικός, ή, ό [ἀνορθολογιστικός] α-νορ-θο-λο-γι-στι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): ανορθολογικός. ΑΝΤ. ορθολογιστικός
4200ανορθόλογος, η, ο [ἀνορθόλογος] α-νορ-θό-λο-γος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ανορθολογισμό: ~η: αντίδραση/απόφαση/στάση. Πβ. ανορθολογ-ικός, -ιστικός.|| (ως ουσ.) Σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και το ~ο (πβ. μεταφυσικό, παράλογο). Βλ. -λογος. ΑΝΤ. ορθολογικός
4201ανορθώνω[ἀνορθώνω] α-νορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {ανόρθω-σε, ανορθώ-θηκε, -μένος, ανορθών-οντας} 1. (μτφ.) αποκαθιστώ, βελτιώνω: (για μέρος του σώματος που έχει χαλαρώσει:) Κρέμα/προϊόν που ~ει τους γλουτούς/το δέρμα.|| Προσπάθειες για να ~θεί η οικονομία. Η νίκη τούς ~σε ηθικά (= αναπτέρωσε το ηθικό τους). 2. ΗΛΕΚΤΡ. μετατρέπω την εναλλασσόμενη τάση του ρεύματος σε συνεχή. 3. (σπάν.-λόγ.) σηκώνω κάτι όρθιο. 4. (σπάν.-λόγ.) ανοικοδομώ, αναστηλώνω: ~σαν τον ναό. ● ΦΡ.: υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα [< αρχ. ἀνορθῶ, μεσν. ανορθώνω]
4202ανόρθωση[ἀνόρθωση] α-νόρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) βελτίωση, αποκατάσταση: κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτιστική ~ μιας χώρας. Τομέας που μπορεί να συμβάλει στην ~ της οικονομίας. Προσπάθειες ~ης της βιομηχανίας. ~ του ηθικού (πβ. τόνωση). (ΝΟΜ.) ~ της ζημίας (πβ. επ~).|| (ΙΑΤΡ., για μέρος του σώματος που έχει χάσει τη σφριγηλότητά του:) Επέμβαση ~ης στήθους (= μαστοπηξία, βλ. σύσφιξη). ~ επιδερμίδας/προσώπου (βλ. λίφτινγκ, ρυτιδεκτομή). Βλ. πλαστική χειρουργική. 2. ΗΛΕΚΤΡ. μετατροπή της εναλλασσόμενης τάσης του ρεύματος σε συνεχή. 3. (σπάν.-λόγ.) έγερση: ~ του κορμού από την ύπτια θέση. 4. (σπάν.-λόγ.) ανοικοδόμηση, αναστήλωση: ~ των ερειπίων/της Μονής. [< 1,3,4: μτγν. ἀνόρθωσις 2: γαλλ. redressement]
4203ανορθωτής[ἀνορθωτής] α-νορ-θω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. διάταξη η οποία μετατρέπει την εναλλασσόμενη τάση του ρεύματος σε συνεχή: τριφασικοί ~ές. Μετασχηματιστές-~ές. Βλ. δίοδος.|| (σπάν. θηλ. επίθ.) Ανορθώτρια λυχνία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που επαναφέρει κάτι σε όρθια θέση: (σε τηλεσκόπιο) ~ ειδώλου. 3. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που αποκαθιστά με το έργο του ένα σύστημα, θεσμό: ~ της δημοκρατίας/κοινωνίας. Πβ. αναμορφωτής. [< 1: γαλλ. redresseur 2: αγγλ. rectifier 3: μτγν. ἀνορθωτής]
4204ανορθωτικός, ή, ό [ἀνορθωτικός] α-νορ-θω-τι-κός επίθ.: που ανορθώνει: (μτφ.) ~ή: κρέμα.|| ~ή: πορεία/προσπάθεια. ~ό: έργο/πρόγραμμα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ή: γέφυρα/διάταξη. ~ά: κυκλώματα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: φακός (: σε τηλεσκόπιο για την επαναφορά του αντεστραμμένου ειδώλου). [< μεσν. ανορθωτικός, γαλλ. redresseur]
4205ανόρυξη[ἀνόρυξη] α-νό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. σκάψιμο: ~ γεώτρησης/φρέατος. Πβ. διάνοιξη, εκσκαφή, όρυξη. 2. εξόρυξη: ~ πετρελαίου. [< μτγν. ἀνόρυξις]
4206ανορύσσω[ἀνορύσσω] α-νο-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανόρυ-ξε, -χθηκε, -γμένος} (επίσ.): σκάβω: ~χθηκε γεώτρηση. Πβ. ανασκάπτω, διανοίγω. ΣΥΝ. ορύσσω [< αρχ. ἀνορύσσω]
4212ανοσιακός

, ή, ό [ἀνοσιακός] α-νο-σι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσία. Πβ. ανοσο-(βιο)λογικός, -ποιητικός, άνοσος. [< αγγλ. immune, 1907, γαλλ. immunitaire, περ. 1950]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.