Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5120-5140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4196ανορθολογικός, ή, ό [ἀνορθολογικός] α-νορ-θο-λο-γι-κός επίθ.: που δεν είναι σύμφωνος με τη λογική: ~ός: χαρακτήρας (της τέχνης). ~ή: ανάπτυξη/διαχείριση/κατανομή/συμπεριφορά/χρήση (φαρμάκων) ~ές: αντιλήψεις. Βλ. παράλογος. ΣΥΝ. ανορθολογιστικός ΑΝΤ. λογικός (1), ορθολογικός ● επίρρ.: ανορθολογικά [< γαλλ. irrationnel]
4197ανορθολογικότητα[ἀνορθολογικότητα] α-νορ-θο-λο-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του ανορθολογικού: η ~ του ασυνείδητου. Πβ. ανορθολογισμός. ΑΝΤ. ορθολογικότητα [< γαλλ. irrationalité]
4198ανορθολογισμός[ἀνορθολογισμός] α-νορ-θο-λο-γι-σμός ουσ. (αρσ.): τρόπος σκέψης που δεν βασίζεται στη λογική ή/και τις αισθήσεις, αλλά στη διαίσθηση, το συναίσθημα ή τη μυστικιστική εμπειρία: οικονομικός/πολιτικός ~. ~ στη λήψη αποφάσεων. Βλ. ορθοφροσύνη, περίσκεψη, (ι)ρασιοναλισμός, σύνεση, φρόνηση. ΑΝΤ. ορθολογισμός (2) [< γαλλ. irrationalisme, 1912]
4199ανορθολογιστικός, ή, ό [ἀνορθολογιστικός] α-νορ-θο-λο-γι-στι-κός επίθ. (σπάν.-λόγ.): ανορθολογικός. ΑΝΤ. ορθολογιστικός
4200ανορθόλογος, η, ο [ἀνορθόλογος] α-νορ-θό-λο-γος επίθ. (λόγ.): που χαρακτηρίζεται από ανορθολογισμό: ~η: αντίδραση/απόφαση/στάση. Πβ. ανορθολογ-ικός, -ιστικός.|| (ως ουσ.) Σύγκρουση ανάμεσα στη λογική και το ~ο (πβ. μεταφυσικό, παράλογο). Βλ. -λογος. ΑΝΤ. ορθολογικός
4201ανορθώνω[ἀνορθώνω] α-νορ-θώ-νω ρ. (μτβ.) {ανόρθω-σε, ανορθώ-θηκε, -μένος, ανορθών-οντας} 1. (μτφ.) αποκαθιστώ, βελτιώνω: (για μέρος του σώματος που έχει χαλαρώσει:) Κρέμα/προϊόν που ~ει τους γλουτούς/το δέρμα.|| Προσπάθειες για να ~θεί η οικονομία. Η νίκη τούς ~σε ηθικά (= αναπτέρωσε το ηθικό τους). 2. ΗΛΕΚΤΡ. μετατρέπω την εναλλασσόμενη τάση του ρεύματος σε συνεχή. 3. (σπάν.-λόγ.) σηκώνω κάτι όρθιο. 4. (σπάν.-λόγ.) ανοικοδομώ, αναστηλώνω: ~σαν τον ναό. ● ΦΡ.: υψώνω/ορθώνω το ανάστημά μου βλ. ανάστημα [< αρχ. ἀνορθῶ, μεσν. ανορθώνω]
4202ανόρθωση[ἀνόρθωση] α-νόρ-θω-ση ουσ. (θηλ.) 1. (μτφ.) βελτίωση, αποκατάσταση: κοινωνική/οικονομική/πνευματική/πολιτιστική ~ μιας χώρας. Τομέας που μπορεί να συμβάλει στην ~ της οικονομίας. Προσπάθειες ~ης της βιομηχανίας. ~ του ηθικού (πβ. τόνωση). (ΝΟΜ.) ~ της ζημίας (πβ. επ~).|| (ΙΑΤΡ., για μέρος του σώματος που έχει χάσει τη σφριγηλότητά του:) Επέμβαση ~ης στήθους (= μαστοπηξία, βλ. σύσφιξη). ~ επιδερμίδας/προσώπου (βλ. λίφτινγκ, ρυτιδεκτομή). Βλ. πλαστική χειρουργική. 2. ΗΛΕΚΤΡ. μετατροπή της εναλλασσόμενης τάσης του ρεύματος σε συνεχή. 3. (σπάν.-λόγ.) έγερση: ~ του κορμού από την ύπτια θέση. 4. (σπάν.-λόγ.) ανοικοδόμηση, αναστήλωση: ~ των ερειπίων/της Μονής. [< 1,3,4: μτγν. ἀνόρθωσις 2: γαλλ. redressement]
4203ανορθωτής[ἀνορθωτής] α-νορ-θω-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΗΛΕΚΤΡ. διάταξη η οποία μετατρέπει την εναλλασσόμενη τάση του ρεύματος σε συνεχή: τριφασικοί ~ές. Μετασχηματιστές-~ές. Βλ. δίοδος.|| (σπάν. θηλ. επίθ.) Ανορθώτρια λυχνία. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχανισμός που επαναφέρει κάτι σε όρθια θέση: (σε τηλεσκόπιο) ~ ειδώλου. 3. (σπάν.-μτφ.) πρόσωπο που αποκαθιστά με το έργο του ένα σύστημα, θεσμό: ~ της δημοκρατίας/κοινωνίας. Πβ. αναμορφωτής. [< 1: γαλλ. redresseur 2: αγγλ. rectifier 3: μτγν. ἀνορθωτής]
4204ανορθωτικός, ή, ό [ἀνορθωτικός] α-νορ-θω-τι-κός επίθ.: που ανορθώνει: (μτφ.) ~ή: κρέμα.|| ~ή: πορεία/προσπάθεια. ~ό: έργο/πρόγραμμα.|| (ΗΛΕΚΤΡ.) ~ή: γέφυρα/διάταξη. ~ά: κυκλώματα.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ός: φακός (: σε τηλεσκόπιο για την επαναφορά του αντεστραμμένου ειδώλου). [< μεσν. ανορθωτικός, γαλλ. redresseur]
4205ανόρυξη[ἀνόρυξη] α-νό-ρυ-ξη ουσ. (θηλ.) (επίσ.) 1. σκάψιμο: ~ γεώτρησης/φρέατος. Πβ. διάνοιξη, εκσκαφή, όρυξη. 2. εξόρυξη: ~ πετρελαίου. [< μτγν. ἀνόρυξις]
4206ανορύσσω[ἀνορύσσω] α-νο-ρύσ-σω ρ. (μτβ.) {ανόρυ-ξε, -χθηκε, -γμένος} (επίσ.): σκάβω: ~χθηκε γεώτρηση. Πβ. ανασκάπτω, διανοίγω. ΣΥΝ. ορύσσω [< αρχ. ἀνορύσσω]
4212ανοσιακός

, ή, ό [ἀνοσιακός] α-νο-σι-α-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσία. Πβ. ανοσο-(βιο)λογικός, -ποιητικός, άνοσος. [< αγγλ. immune, 1907, γαλλ. immunitaire, περ. 1950]

4213ανόσιος, α, ο [ἀνόσιος] α-νό-σι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προσβάλλει την ιερότητα, στρέφεται ενάντια στους άγραφους νόμους, την ηθική: ~α: πράξη. ~ο: έγκλημα/έργο. ~ες: σκέψεις. ~α: σχέδια. (για πρόσ.) ~οι: δράστες. Πβ. ανήθικος, ανίερος, ασεβής, βδελυρός, βέβηλος, βλάσφημος, μιαρός. ΑΝΤ. ιερός (2) ● επίρρ.: ανόσια [< αρχ. ἀνόσιος, γαλλ. impie]
4214ανοσιότητα[ἀνοσιότητα] α-νο-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανόσιου· (συνεκδ. στον πληθ.) ανόσια λόγια ή πράξεις: η ~ ενός εγκλήματος.|| Αισχρότητες και ~ες. Πβ. ανηθικ-, μιαρ-ότητα, ασέβεια, βλασφημία, ιεροσυλία. ΑΝΤ. ιερότητα, οσιότητα [< αρχ. ἀνοσιότης, γαλλ. impiété]
4215ανοσιούργημα[ἀνοσιούργημα] α-νο-σι-ούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ανοσιουργήμ-ατος | -ατα} (απαιτ. λεξιλόγ.): πράξη που προσβάλλει την ιερότητα (προσώπου, χώρου) ή αντιβαίνει στην έννομη τάξη, τις ηθικές αρχές ή την αισθητική κάποιου: θεσμικό/περιβαλλοντικό ~. Οι (ηθικοί/φυσικοί) αυτουργοί ενός ~ατος. Διέπραξαν φοβερά ~ατα εις βάρος της ανθρωπότητας/του λαού. Πβ. άγος, ανόμημα, βεβήλωση, έγκλημα, ιεροσυλία.|| Αυτό το ~ λέγεται έργο τέχνης; Πβ. έκτρωμα, τερατούργημα. Βλ. -ούργημα. [< μτγν. ἀνοσιούργημα]
4216ανοσμία[ἀνοσμία] α-νο-σμί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της όσφρησης. [< γαλλ. anosmie, αγγλ. anosmia]
4217ανοσοανεπάρκεια[ἀνοσοανεπάρκεια] α-νο-σο-α-νε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελάττωση των ανοσιακών αντιδράσεων του οργανισμού λόγω μείωσης της δραστηριότητας ή του αριθμού των λεμφοκυττάρων: επίκτητη/πρωτοπαθής/(βαριά/σοβαρή) συνδυασμένη ~. Ιός της Ανθρώπινης ~ας (HIV). ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας & σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας: ΙΑΤΡ. έιτζ. [< αγγλ. Acquired Immune Deficiency Syndrome (AIDS)] [< αγγλ. immunodeficiency, 1969, γαλλ. immunodéficience, περ. 1985]
4218ανοσοβιολογία[ἀνοσοβιολογία] α-νο-σο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της βιολογίας που μελετά το σύνολο των μηχανισμών του ανοσοποιητικού συστήματος· ειδικότ. ανοσολογικές επιδράσεις παθήσεων ή άλλων οργανικών καταστάσεων: κλινική/μοριακή ~.|| Η ~ του καρκίνου/της κύησης/της μεταμόσχευσης. Βλ. ανοσολογία. [< αγγλ. immunobiology, 1957]
4219ανοσοβιολογικός, ή, ό [ἀνοσοβιολογικός] α-νο-σο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσοβιολογία ή γενικότ. την ανοσία: ~ή: αντίδραση/(αν)επάρκεια (του οργανισμού). ~ό: σύστημα/τμήμα (νοσοκομείου). ~ές: διαταραχές. Δευτερογενής/πρωτογενής ~ή απόκριση. Πβ. ανοσιακός, ανοσολογικός, ανοσοποιητικός, άνοσος. [< αγγλ. immunobiologic, 1930, immunobiological, 1959]
4220ανοσοθεραπεία[ἀνοσοθεραπεία] α-νο-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που μειώνει την παθολογική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος ή ενισχύει τη φυσιολογική λειτουργία του, τροποποιώντας την κυτταρική ανοσία: ειδική/υπογλώσσια (: με δισκία)/υποδόρια (: με ενέσεις) ~.|| (Διαδικασία απευαισθητοποίησης για την αντιμετώπιση των αλλεργικών νοσημάτων:) ~ με μεμονωμένα αλλεργιογόνα ή μείγματά τους. Πβ. βιολογική θεραπεία. [< γαλλ. immunothérapie, 1927, αγγλ. immunotherapy, 1910]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.