Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51380-51400]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50849τιτλούχος, ος, ο [τιτλοῦχος] τι-τλού-χος επίθ. (λόγ.): που κατέχει τίτλο, αξίωμα ή δίπλωμα σπουδών· που έχει λάβει διάκριση: ~ος: ομάδα. Βλ. κυπελλούχος.|| (ως ουσ.) Υψηλοί ~οι (πβ. αξιωματούχος, επίσημος).|| (ΟΙΚΟΝ.) Οι μετοχές της ~ου (ενν. εταιρείας). Βλ. -ούχος1. [< γαλλ. titré]
50850τιτλοφόρησητι-τλο-φό-ρη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τιτλοφορώ· συνεκδ. τίτλος: ~ άρθρου/βιβλίου/(νοηματικών) ενοτήτων/κειμένου/κεφαλαίων/παραγράφων.|| ~ (μουσικού) άλμπουμ/σιντί.|| Συσκευή με ~ προγραμμάτων/σταθμών/τραγουδιών (: φωτεινή ένδειξη τίτλου σε οθόνη).
50851τιτλοφορώ[τιτλοφορῶ] τι-τλο-φο-ρώ ρ. (μτβ.) {τιτλοφορ-είς ..., -ώντας | τιτλοφόρ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ούμενος, -ημένος, συνήθ. μεσοπαθ.} (λόγ.) 1. δίνω τίτλο σε κείμενο, βιβλίο, έργο ή δραστηριότητα: Η τελευταία του δισκογραφική δουλειά/ποιητική συλλογή ~είται ... Στο δημοσίευμα/κεφάλαιο ~ούμενο "...", υποστηρίζεται ότι ... ΣΥΝ. επιγράφω 2. (κατ' επέκτ.) αποκαλώ, επονομάζω, χαρακτηρίζω: αυτοκράτορας (ο) ~ούμενος "...".|| "Συμμαχία γιγάντων" θα μπορούσε να ~ηθεί η συμφωνία των δύο ηγετών. Βλ. αυτοτιτλοφορούμαι, -φορώ. [< γαλλ. intituler]
50852τιτουλάριοςτι-του-λά-ρι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -αρίου} 1. ΕΚΚΛΗΣ. επίσκοπος χωρίς έδρα και ποίμνιο, με αρχιερατικά καθήκοντα: ~οι επαρχιών/περιφερειών.|| (ως επίθ.) ~ος: μητροπολίτης. ~οι: αρχιερείς. 2. (μτφ.-ειρων.) αξιωματούχος ή φορέας χωρίς πραγματική εξουσία ή ουσιαστική δράση: ~ της πολιτικής. [< μεσν. τιτουλάριος, γαλλ. titulaire]
50853ΤΚ(ο): Ταχυδρομικός Κώδικας/Κωδικός.
50854ΤΚΕ(η): Ταχύτητα Καθίζησης Ερυθρών (Αιμοσφαιρίων).
50856τμήθηκεβλ. τέμνω
3113τμήμα

[ἀνάκριση] α-νά-κρι-ση ουσ. (θηλ.) 1. εξέταση ενόχου ή υπόπτου από ανακριτή (ή ανακριτικό υπάλληλο) ή μέλος πειθαρχικού συμβουλίου μέσω υποβολής ερωτήσεων και με σκοπό την ανεύρεση της αλήθειας· συνεκδ. το ανακριτικό γραφείο, τμήμα: (ΝΟΜ.) αστυνομική/δικαστική/ποινική ~. Κύρια/τακτική ~ (: από τακτικό ανακριτή). Προκαταρκτική ~ (= προ~). Πολύωρη/σκληρή ~. ~ του συλληφθέντος. ~ για τα ακριβή αίτια του ατυχήματος/το οικονομικό σκάνδαλο. Το έργο/το πόρισμα της ~ης. Διενέργεια/διεξαγωγή/ολοκλήρωση/περάτωση της ~ης. Κύκλος ~ίσεων. Χρήση βασανιστηρίων σε ~ίσεις. Συνεχίζεται η ~. Διετάχθη περαιτέρω ~. Τον κάλεσαν/προσήχθη (στην Ασφάλεια) για ~. Υποβλήθηκε σε ~. Τον πέρασαν από ~. Παραπέμφθηκε σε ~. Μετά το πέρας της ~ης αφέθηκε ελεύθερος.|| Πειθαρχική ~ (βλ. ΕΔΕ).|| Τον οδήγησαν στην ~. Βλ. προ~. 2. (μτφ.) υποβολή πιεστικών ερωτήσεων: Με πέρασε από κανονική ~: πού δουλεύω, τι μισθό παίρνω ... ● ΦΡ.: ανάκριση μου κάνεις; (προφ.): έκφραση δυσαρέσκειας απέναντι σε κάποιον που υποβάλλει επίμονες ερωτήσεις., ανάκριση τρίτου βαθμού (μτφ.-ειρων.): ενν. εξαντλητική, εξονυχιστική: Επί μία ολόκληρη ώρα μου έκανε ~ ~. [< αρχ. ἀνάκρισις, γαλλ. enquête]

50857τμήμα[τμῆμα] τμή-μα ουσ. (ουδ.) {τμήμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. μέρος συνόλου, κομμάτι: αρχικό/μεταλλικό/ξύλινο/οδικό/πλαστικό/τελευταίο ~. ~ δρόμου/κειμένου/κτιρίου/οικοπέδου/ομάδας/πόλης/στρατού (πβ. απόσπασμα)/χάρτη. ~ από τη ζωφόρο του ναού/τα τείχη/το ψηφιδωτό. Ζωτικό ~ της χώρας. Το ανατολικό ~ του νομού. Αφαίρεσε/έκοψε ένα ~ του φλοιού. Κατά ~ατα (= τμηματικά, κομμάτι κομμάτι). Πβ. τεμάχιο.|| (ΜΑΘ.) ~ έλλειψης/ευθείας από το Α έως το Β/κύκλου (: μέρος της επιφάνειάς του που ορίζεται από τόξο της περιφέρειάς του και της αντίστοιχης χορδής)/σφαίρας (: μεταξύ δύο παράλληλων επιπέδων που τέμνουν τη σφαίρα). 2. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) υποδιαίρεση υπηρεσίας, επιχείρησης, νοσηλευτικού ή εκπαιδευτικού ιδρύματος και συνεκδ. ο χώρος όπου αυτή/αυτό στεγάζεται: αυτόνομο/γενικό/εμπορικό/οικονομικό/τεχνικό ~. ~ γυναικείων ειδών/διανομής/διαχείρισης (ανθρώπινου δυναμικού)/διεθνών σχέσεων/εισαγωγών/εκπαιδευτικών θεμάτων/ελέγχου/ερευνών/μάρκετινγκ/μελετών/μητρώου/συσκευασίας. Διευθύνει το ~ πωλήσεων. Εργαζόμαστε στο ίδιο ~.|| Καρδιολογικό/παθολογικό ~ νοσοκομείου.|| ~ Μαθηματικών/Νομικής. Ιατρικό ~ Πανεπιστημίου. Τα ~ατα της Φιλοσοφικής Σχολής. Εγγραφές/εισαγωγή στο ~. Ανακοινώσεις/απόφοιτοι/γενική συνέλευση/γραμματεία/δομή/έδρες/εκπαιδευτικό προσωπικό/εργαστήρια/ιστοσελίδα/κτίριο/λειτουργία/μέλη ΔΕΠ/μεταπτυχιακό πρόγραμμα/οργάνωση/πρόεδρος/πτυχιούχοι ενός ~ατος. Ιδρύονται/λειτουργούν νέα ~ατα.|| ~ αρχαρίων/προχωρημένων. Εντατικά/καλοκαιρινά/ολιγομελή/παιδικά/χειμερινά ~ατα Γαλλικών/Γερμανικών. ~ατα χορού. Η Γ' Λυκείου έχει δύο ~ατα. Βλ. κλάδος, τομέας. ● ΣΥΜΠΛ.: αστυνομικό τμήμα & (προφ.) Τμήμα (ακρ. ΑΤ): υπηρεσία της Αστυνομίας με δικαιοδοσία σε συγκεκριμένη περιοχή και συνεκδ. τα γραφεία στέγασής της: Υπηρετεί στο Α' ~ ~.|| Δήλωση του συμβάντος/προσαγωγή/προσκόμιση δικαιολογητικών στο ~ ~. Συνελήφθη και οδηγήθηκε στο ~ ~. Με κάλεσαν στο ~ ~ για κατάθεση., εκλογικό τμήμα: κατανομή εκλογέων ανά περιοχή και συνεκδ. ο χώρος όπου οι πολίτες της περιοχής ασκούν τα εκλογικά τους δικαιώματα: αμιγές/μεικτό ~ ~. ~ ~ ετεροδημοτών. Ανήκω/ψηφίζω στο ~ ~ ..., ευθύγραμμο τμήμα βλ. ευθύγραμμος, πολυδύναμο αστυνομικό τμήμα βλ. πολυδύναμος, τμήμα μεταγωγών βλ. μεταγωγή [< 1: αρχ. τμῆμα, πβ. γαλλ. section, γερμ. Abteilung]
50858τμηματάρχηςτμη-μα-τάρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. προϊστάμενος τμήματος δημόσιας ή ιδιωτικής υπηρεσίας: ~ παραγωγής/υπουργείου. ~ στη Διεύθυνση Γενικής Γραμματείας. Βλ. -άρχης. 2. βαθμός στην ιεραρχία των διοικητικών υπαλλήλων: ~ Α'/Β'. Βλ. διευθυντής. [< γερμ. Abteilungsleiter]
50859τμηματεκτομήτμη-μα-τε-κτο-μή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αφαίρεση ενός μικρού τμήματος οργάνου μέσα στο οποίο εμπεριέχεται όγκος: ~ ήπατος/μαστού (πβ. μαστεκτομή)/πνεύμονα. Βλ. -εκτομή.
50860τμηματικός, ή, ό τμη-μα-τι-κός επίθ. 1. που έχει σχέση με κάποιο τμήμα: ~ός: υπεύθυνος. ~ές: βιβλιοθήκες/εκλογές/επιτροπές. Βλ. δια~. 2. που εκτελείται σταδιακά, που λαμβάνει χώρα κατά τμήματα: ~ός: (ΠΛΗΡΟΦ.) προγραμματισμός. ~ή: αποστολή (ενημερωτικών σημειωμάτων)/εξόφληση (των φόρων)/θητεία/καταβολή ποσού. ~ό: ωράριο. ~ές: εξετάσεις/πληρωμές. ΣΥΝ. αποσπασματικός, μερικός ΑΝΤ. συνολικός ● επίρρ.: τμηματικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς]
50861τμηματοποίησητμη-μα-το-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): διαίρεση, διαχωρισμός συνόλου σε τμήματα: ~ της αγοράς (: σε ομάδες καταναλωτών). (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ εικόνων. Πβ. κατάτμηση. Βλ. -ποίηση. [< γαλλ. segmentation]
50862τμήσειβλ. τέμνω
50863τμήσητμή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια του τέμνω, τομή, αποκοπή: (ΜΑΘ.) ~ δύο ευθύγραμμων τμημάτων. Πβ. κατάτμηση. Βλ. διάτμηση. 2. ΦΙΛΟΛ. αποχωρισμός πρόθεσης από σύνθετη λέξη και παρεμβολή άλλων λέξεων ανάμεσά τους: η ~ στην αρχαία ελληνική ποίηση. [< αρχ. τμῆσις, γαλλ. tmèse, αγγλ. tmesis]
50864τμητός, ή, ό τμη-τός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαιρεθεί σε τμήματα, να κοπεί: ~ή: ύλη. [< αρχ. τμητός]
50865το1βλ. ο, η, το
50866το2βλ. αυτός
50867ΤΟΕΒ: Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων.
50868τοιούτος, τοιαύτη, τοιούτο(ν)[τοιοῦτος] τοι-ού-τος δεικτ. αντων. (αρχαιοπρ.): τέτοιου είδους, τέτοιας λογής. ● Ουσ.: τοιούτος (ο) (μειωτ.): ομοφυλόφιλος. Πβ. τέτοιος. ● ΦΡ.: και τα τοιαύτα (συντομ. κ.τ.τ.): και λοιπά. ΣΥΝ. και τα όμοια, εν τοιαύτη περιπτώσει βλ. περίπτωση [< αρχ. τοιοῦτος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.