| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50863 | τμήση | τμή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.) 1. η ενέργεια του τέμνω, τομή, αποκοπή: (ΜΑΘ.) ~ δύο ευθύγραμμων τμημάτων. Πβ. κατάτμηση. Βλ. διάτμηση. 2. ΦΙΛΟΛ. αποχωρισμός πρόθεσης από σύνθετη λέξη και παρεμβολή άλλων λέξεων ανάμεσά τους: η ~ στην αρχαία ελληνική ποίηση. [< αρχ. τμῆσις, γαλλ. tmèse, αγγλ. tmesis] | |
| 50864 | τμητός | , ή, ό τμη-τός επίθ. (λόγ.): που μπορεί να διαιρεθεί σε τμήματα, να κοπεί: ~ή: ύλη. [< αρχ. τμητός] | |
| 50865 | το1 | βλ. ο, η, το | |
| 50866 | το2 | βλ. αυτός | |
| 50867 | ΤΟΕΒ | : Τοπικός Οργανισμός Εγγείων Βελτιώσεων. | |
| 50868 | τοιούτος, τοιαύτη, τοιούτο(ν) | [τοιοῦτος] τοι-ού-τος δεικτ. αντων. (αρχαιοπρ.): τέτοιου είδους, τέτοιας λογής. ● Ουσ.: τοιούτος (ο) (μειωτ.): ομοφυλόφιλος. Πβ. τέτοιος. ● ΦΡ.: και τα τοιαύτα (συντομ. κ.τ.τ.): και λοιπά. ΣΥΝ. και τα όμοια, εν τοιαύτη περιπτώσει βλ. περίπτωση [< αρχ. τοιοῦτος] | |
| 50869 | τοιουτοτρόπως | τοι-ου-το-τρό-πως επίρρ. (λόγ.): με αυτόν τον τρόπο, συνήθ. σε σχέση με κάτι που έχει αναφερθεί προηγουμένως: Εκφράζομαι/μιλώ ~. ~ επιτυγχάνεται ο στόχος. ΣΥΝ. έτσι (1), ούτω(ς) ΑΝΤ. αλλιώς [< αρχ. τοιουτοτρόπως] | |
| 50870 | τοιχίζω | τοι-χί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τοίχι-σε, τοιχί-σει, -σμένος} (σπάν.-λόγ.): κατασκευάζω τοίχο, συνήθ. γύρω γύρω: ~ αυλή. ~σμένος: περίβολος. ΣΥΝ. περιτοιχίζω [< μτγν. τοιχίζω] | |
| 50871 | τοιχίο | τοι-χί-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΔ. τοίχος με χαμηλό ύψος, τοιχάκι: διαχωριστικό/διπλό/περιμετρικό/πέτρινο/τσιμεντένιο ~. ~ αντιστήριξης. ~α λιμένα/μόλου. ~α για αντισεισμική προστασία (πβ. τειχίο)/με διπλά οπλισμένα τοιχώματα. [< μτγν. τοιχίον] | |
| 50872 | τοιχογράφημα | τοι-χο-γρά-φη-μα ουσ. (ουδ.): γκράφιτι. Βλ. -γράφημα. [< γερμ. Wandgemälde] | |
| 50873 | τοιχογραφία | τοι-χο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. & τοιχογράφηση: τεχνική ζωγραφικής σε τοίχο, στην οποία οι χρωστικές ουσίες αναμειγνύονται με νερό και απλώνονται σε ξηρό ή νωπό στρώμα σοβά· συνεκδ. η αντίστοιχη ζωγραφική παράσταση και διακόσμηση σε τοίχο ή οροφή: ανάγλυφη/μινωική ~. Θεματολογία/συντήρηση/φιλοτέχνηση ~ας. ~-νωπογραφία. ~ες ανακτόρου/ναού. Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) απεικόνιση και περιγραφική απόδοση μιας κατάστασης ή χρονικής περιόδου: πολιτική ~. Το βιβλίο συνθέτει μια εξαιρετική ~ της εποχής. || ~ της ζωής του ποιητή. [< 1: μτγν. τοιχογραφία] | |
| 50874 | τοιχογραφικός | , ή, ό τοι-χο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την τοιχογραφία: ~ός: διάκοσμος. ~ή: σύνθεση. ~ό: έργο. ● επίρρ.: τοιχογραφικά | |
| 50875 | τοιχογράφος | τοι-χο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): αυτός που δημιουργεί και ζωγραφίζει τοιχογραφίες: ~-ζωγράφος. Βλ. -γράφος. [< μτγν. τοιχογράφος] | |
| 50876 | τοιχογραφώ | [τοιχογραφῶ] τοι-χο-γρα-φώ ρ. (μτβ.) {-είς ... | τοιχογράφ-ησε, -ήσει, -είται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} 1. δημιουργώ τοιχογραφίες: ~ κτίριο με την τεχνική της νωπογραφίας. ~είται το καθολικό της Μονής/ο νάρθηκας της εκκλησίας. ~ημένος: ναός. Βλ. -γραφώ. 2. (μτφ.) απεικονίζω: Η ταινία ~εί την ατμόσφαιρα μιας άλλης εποχής. ΣΥΝ. αναπαριστάνω [< 1: μεσν. τοιχογραφώ] | |
| 50877 | τοιχοδομία | τοι-χο-δο-μί-α ουσ. (θηλ.) & τοιχοδομή: ΟΙΚΟΔ. τοιχοποιία. | |
| 50878 | τοιχοκόλληση | τοι-χο-κόλ-λη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια του τοιχοκολλώ: ~ ανακοίνωσης/αφίσας (πβ. αφισοκόλληση). ~ήσεις των αποφάσεων (του ΔΣ). [< γαλλ. affichage] | |
| 50879 | τοιχοκολλητής | τοι-χο-κολ-λη-τής ουσ. (αρσ.): αυτός που κάνει τοιχοκόλληση, συνήθ. έναντι αμοιβής. Πβ. αφισοκολλητής. [< γαλλ. afficheur] | |
| 50880 | τοιχοκολλώ | [τοιχοκολλῶ] τοι-χο-κολ-λώ ρ. (μτβ.) {τοιχοκολλ-άς ..., -ώντας | τοιχοκόλλ-ησε, -είται κ. -άται (σπάν. προφ.) -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ημένος} & τοιχοκολλάω: στερεώνω κάτι με κόλλα, συνήθ. πάνω σε τοίχο: Τα αποτελέσματα των εξετάσεων ~ούνται στον πίνακα ανακοινώσεων. Η αφίσα/διαφήμιση/προκήρυξη ~ήθηκε σε εμφανή θέση. Πβ. αναρτώ. [< γαλλ. afficher] | |
| 50881 | τοιχοποιία | τοι-χο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) ΟΙΚΟΔ. 1. {χωρ. πληθ.} κατασκευή και ανύψωση τοίχου: ισοδομική (: τρόπος δόμησης από μεγάλες, ορθογώνιες πέτρες)/ξύλινη/προκατασκευασμένη ~. ~ από σκυρόδεμα. Σύγχρονη ~ πλαισίωσης χώρων. Μηχανική της ~ας. Βλ. -ποιία. ΣΥΝ. τοιχοδομία 2. (συνεκδ.) το σύνολο των τοίχων που έχει ένα οικοδόμημα: διπλή/ενισχυμένη/εξωτερική/φέρουσα ~. Περιμετρικές ~ες. ~ες από λιθοδομή/τούβλα. [< μτγν. τοιχοποιία] | |
| 50882 | τοίχος | [τοῖχος] τοί-χος ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΔ. κατακόρυφη συνήθ. κατασκευή από δομικά υλικά που λειτουργεί ως μέσο στήριξης, περίφραξης ή διαίρεσης ενιαίου χώρου σε επιμέρους τμήματα: αναλημματικός/διαχωριστικός/διπλός/ελεύθερος (: χωρίς έπιπλα)/εξωτερικός/εσωτερικός/ξύλινος/πέτρινος/πλαϊνός/πλίνθινος/συμπαγής/τυφλός/φέρων/χαμηλός/ψηλός ~. ~ αναρρίχησης/αντιστήριξης. ~ από τσιμεντόλιθο. Βάση/ημερολόγιο/ρολόι ~ου (: που στηρίζεται ή εφάπτεται σε ~ο). Επένδυση/μόνωση ~ων. Παράθυρο στον ~ο. Βάφω/γκρεμίζω/χτίζω έναν ~ο. Κρεμώ το κάδρο στον ~ο. Γράφει συνθήματα στους ~ους. Ένας ~ μας χωρίζει (: μένουμε σε διπλανά σπίτια, διαμερίσματα).|| (μτφ.) Ορθώθηκε/υψώνεται ένας αόρατος ~ ανάμεσά μας (: για έλλειψη επικοινωνίας, επαφής). ΣΥΝ. ντουβάρι (1) ● Υποκ.: τοιχάκι (το): ΣΥΝ. τοιχίο || (ΔΙΑΔ.) Δημοσίευση στον ~ μου. ● ΣΥΜΠΛ.: τέταρτος τοίχος: ΘΕΑΤΡ. (στη θεατρική σκηνή) το νοητό σημείο που ενώνει τον κόσμο όπου διαδραματίζεται το έργο και το κοινό· (στην τηλεόραση) κάμερα ή οθόνη. ● ΦΡ.: κολλώ κάποιον στον τοίχο (μτφ.-προφ.): τον σπρώχνω βίαια με την πλάτη στον τοίχο· κυρ. κατ' επέκτ. τον αποστομώνω, τον φέρνω σε δύσκολη θέση: Τον κόλλησε με δύναμη στον τοίχο.|| Ανέτρεψε τα επιχειρήματά του και τον ~ησε ~. Πβ. ταπώνω. , με την πλάτη στον τοίχο: σε δύσκολη θέση: Η ομάδα καθ' όλη τη διάρκεια του αγώνα βρισκόταν/έπαιξε ~ ~ (: σε θέση άμυνας)., μέσα στους τέσσερις τοίχους: για απομόνωση, περιορισμό σε εσωτερικό χώρο και κατ' επέκτ. για έλλειψη αλληλεπίδρασης με το περιβάλλον: Η αρρώστια τον κρατάει φυλακισμένο ~ ~ του δωματίου. Είναι δύσκολο να κλειστείς σε ~ ~ μετά τις διακοπές.|| Αποδράστε/βγείτε/ξεφύγετε από τους τέσσερις τοίχους του σπιτιού σας., στήνω κάποιον στον τοίχο (προφ.) 1. τον εκτελώ με τουφεκισμό. 2. (κυρ. μτφ.) τον επικρίνω πολύ αυστηρά, καθιστώντας τον ανίκανο να αντιδράσει: Με έστησε ~, δεν ήξερα τι να πω. Πβ. στήνω κάποιον στα έξι/τρία μέτρα., τοίχο-τοίχο 1. με την πλάτη στον τοίχο για στήριξη, προφύλαξη ή για να μην γίνω αντιληπτός: Πήγαινε ~ ~. 2. από τον ένα τοίχο ως τον άλλο, σε όλη την έκταση: δωμάτιο ντυμένο ~ ~ με μοκέτα., (και) οι τοίχοι έχουν αυτιά βλ. αυτί, (σαν να) μιλάω στον/με τον τοίχο βλ. μιλώ, βαράω/χτυπάω το κεφάλι μου (στον τοίχο) βλ. κεφάλι [< αρχ. τοῖχος, αγγλ. wall, γαλλ. mur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ