| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50883 | τοίχωμα | τοί-χω-μα ουσ. (ουδ.) {τοιχώμ-ατος | -ατα} 1. εσωτερική ή εξωτερική επιφάνεια κοίλου χώρου ή αντικειμένου: διαχωριστικό/διπλό/μεσαίο/ξύλινο/πλευρικό ~. ~ δεξαμενής/δοχείου/θαλάμου/μπανιέρας/σωλήνα. Πάχος ~ατος. Διάτρητα/λεία/λεπτά ~ατα. Τα ~ατα του πηγαδιού/πλοίου/σκάφους/της σπηλιάς. 2. ΑΝΑΤ. ιστός που περιβάλλει μια κοιλότητα ή ένα όργανο του σώματος: θωρακικό/κοιλιακό/κυτταρικό ~. ~ αγγείου/αορτής/αρτηρίας/μήτρας/στομάχου. [< γαλλ. paroi] | |
| 50884 | τοιχωματικός | , ή, ό τοι-χω-μα-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή εντοπίζεται σε τοίχωμα: (ΑΝΑΤ.) ~ός: θρόμβος/υπεζωκότας. ~ή: φλεγμονή. ~ές: αλλοιώσεις. ~ά: κύτταρα. | |
| 50885 | τοκ σόου | τοκ σό-ου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΜΕ τηλεοπτική ή ραδιοφωνική εκπομπή με επώνυμα κυρ. πρόσωπα ως προσκεκλημένους που συζητούν για κάποιο θέμα ή δίνουν συνέντευξη στον παρουσιαστή: ενημερωτικό/πολιτικό ~. Βλ. μαγκαζίνο. [< αμερικ. talk show, 1965, γαλλ. ~, 1987] | |
| 50906 | τοκ σόου | βλ. τοκ | |
| 50886 | τόκα1 | τό-κα ουσ. (θηλ.) 1. κυλινδρικό συνήθ. καπέλο, χωρίς γείσο. 2. & τοκάς (ο): είδος πόρπης, αγκράφα: ασημένια/μεταλλική/ξύλινη/χρυσή ~. Σανδάλια με ~ά και μπαρέτα. [< 1: γαλλ. toque 2: τουρκ. toka] | |
| 50887 | τόκα2 | τό-κα επιφών. (λαϊκό): για χαιρετισμό ή και κλείσιμο συμφωνίας που συνοδεύεται από χειραψία ή τσούγκρισμα ποτηριών: ~ (το)! ΣΥΝ. κόλλα το/κόλλα πέντε! ● ΦΡ.: κάνω τόκα με κάποιον: κλείνω συμφωνία. [< ιταλ. tocca] | |
| 50888 | τόκαμακ | τό-κα-μακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνικός αντιδραστήρας για τον περιορισμό του πλάσματος μέσω μαγνητικού πεδίου σε περίπτωση θερμοπυρηνικών αντιδράσεων. [< ρωσ. tokamak, αγγλ. ~, 1965, γαλλ. ~, 1973] | |
| 50889 | τοκάτα | το-κά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σύνθεση ελεύθερου στιλ, συνήθ. για πληκτροφόρο όργανο, η οποία απαιτεί δεξιοτεχνία από τον σολίστα: ~ για πιάνο και ορχήστρα. Πρελούδιο-~. Βλ. φούγκα. [< ιταλ. toccata] | |
| 50890 | τοκετός | το-κε-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. η διαδικασία εξόδου του εμβρύου από την κοιλιά της μητέρας του κατά το τελευταίο στάδιο της εγκυμοσύνης: ελεγχόμενος-καθοδηγούμενος/εργώδης/εύκολος/κολπικός/προκλητός/πρόωρος/ψευδής (: προηγείται του πραγματικού και δεν καταλήγει στη γέννηση του παιδιού) ~. Γέννησε με φυσιολογικό ~ό. ~ διδύμων. ~ στο νερό. ~ με αναλγησία/στο σπίτι. (Παρεμβατικός) ~ με βεντούζα/εμβρυουλκία/καισαρική (τομή). Άδεια/βοήθημα/πρόκληση/φάσεις/ωδίνες ~ού. Aίθουσα ~ών Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής. ΣΥΝ. γέννα, γέννηση (1) 2. (μτφ.) στάδιο πραγματοποίησης μιας απαιτητικής διεργασίας: Αναμένεται δύσκολος ~ για την ιδιωτικοποίηση του οργανισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώδυνος τοκετός βλ. ανώδυνος [< 1: αρχ. τοκετός] | |
| 50892 | τοκίζω | το-κί-ζω ρ. (μτβ.) {τόκι-σε, τοκί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, τοκίζ-οντας, -όμενος, τοκι-σμένος}: δανείζω σε κάποιον χρήματα με τόκο. ● Παθ.: τοκίζεται: (για χρηματικό ποσό) προστίθεται τόκος: Οι καταθέσεις/μηνιαίες δόσεις ~ονται με επιτόκιο ...%. ~σμένο: κεφάλαιο. [< αρχ. τοκίζω] | |
| 50893 | τοκισμός | το-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός τόκου για κεφάλαιο που έχει επενδυθεί για ορισμένη χρονική περίοδο: απλός ~. ~ από την ημέρα έκδοσης του λογαριασμού. Βλ. ανα~, εκ~, -ισμός. [< αρχ. τοκισμός 'τοκογλυφία'] | |
| 50894 | τοκιστής | το-κι-στής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): πρόσωπο που δανείζεται με τόκο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τοκιστής και σουλατσαδόρος: χαραμοφάης, τεμπέλης. ΣΥΝ. άεργος (1), αργόσχολος [< αρχ. τοκιστής 'τοκογλύφος'] | |
| 50895 | τοκογλυφία | το-κο-γλυ-φί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. δανεισμός χρημάτων, κυρ. από ιδιώτη, με πάρα πολύ υψηλό τόκο και πέραν του νομίμου: θύμα/κύκλωμα ~ας. Πάταξη ~ας.|| (κατ' επέκτ.) Φαινόμενα ~ας στο χρηματιστήριο (πβ. αισχροκέρδεια). [< γαλλ. usure, γερμ. Wucher(ei)] | |
| 50896 | τοκογλυφικός | , ή, ό το-κο-γλυ-φι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει σχέση με τον τοκογλύφο ή την τοκογλυφία: ~ός: δανεισμός. ~ή: πολιτική/τακτική. ~ό: επιτόκιο (= υπερβολικά υψηλό)/κεφάλαιο/σύστημα. [< γαλλ. usuraire] | |
| 50897 | τοκογλύφος | το-κο-γλύ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιώτης που δανείζει χρήματα με πάρα πολύ υψηλό τόκο και πέραν του νομίμου. [< μτγν. τοκογλύφος] | |
| 50898 | τοκομερίδιο | το-κο-με-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχό του να εισπράξει τον τόκο της ονομαστικής αξίας χρεογράφου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο: ετήσιο/μηδενικό ~. ~ σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου. Ληγμένα ~α προς είσπραξη. [< γαλλ. coupon d'intérêt] | |
| 50899 | τόκος | τό-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το κέρδος που αποφέρει χρηματικό ποσό το οποίο είναι δανεισμένο ή κατατεθειμένο στην τράπεζα με ορισμένο επιτόκιο, η απόδοση επενδυμένου κεφαλαίου για µια συγκεκριµένη χρονική περίοδο: απλός/καθαρός/μηνιαίος/νόμιμος/προεξοφλητικός/συμβατικός/σύνθετος (πβ. ανατοκισμός)/τραπεζικός ~. ~ συναλλάγματος/υπερημερίας. ~οι ομολογιών. Επιστροφή/καταβολή/κεφαλαιοποίηση/πληρωµή/φορολογία ~ων. Δάνεια με υψηλούς/χαμηλούς ~ους (πβ. υψηλό-, χαμηλό-τοκα). Βλ. πανωτόκια.|| (προφ.) Έβαλε τα λεφτά του στον ~ο (: τα κατάθεσε στην τράπεζα με τοκισμό). 2. (καταχρ.) επιτόκιο. [< αρχ. τόκος, γαλλ. intérêt, αγγλ. interest] | |
| 50901 | τοκοφερόλη | το-κο-φε-ρό-λη ουσ. (θηλ.) {τοκοφερολ-ών}: ΒΙΟΧ. οργανική λιποδιαλυτή αλκοόλη που συμμετέχει στη σύνθεση της βιταμίνης Ε: αντιοξειδωτική δράση ~ης. Μείγμα ~ών. Βλ. -όλη. || άλφα ~: η σημαντικότερη μορφή της βιταμίνης Ε (σύμβ. C29H50O2). [< αγγλ. (alpha) tocopherol, περ. 1936, γαλλ. tocophérol, 1948] | |
| 50902 | τοκοφορία | το-κο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. απόδοση τόκου: ~ κεφαλαίων. Περίοδος ~ας. Βλ. -φορία. | |
| 50903 | τοκοφόρος | , ος/α, ο το-κο-φό-ρος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αποδίδει τόκο: ~ος: δανεισμός/λογαριασμός/τίτλος. ~ος: επένδυση/ημερομηνία/περίοδος. ~ο: ενεργητικό/κεφάλαιο. ~ες: επενδύσεις/υποχρεώσεις. ~α: περιουσιακά στοιχεία. Βλ. -φόρος. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ