| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50888 | τόκαμακ | τό-κα-μακ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΦΥΣ. ΠΥΡ. πυρηνικός αντιδραστήρας για τον περιορισμό του πλάσματος μέσω μαγνητικού πεδίου σε περίπτωση θερμοπυρηνικών αντιδράσεων. [< ρωσ. tokamak, αγγλ. ~, 1965, γαλλ. ~, 1973] | |
| 50889 | τοκάτα | το-κά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. σύνθεση ελεύθερου στιλ, συνήθ. για πληκτροφόρο όργανο, η οποία απαιτεί δεξιοτεχνία από τον σολίστα: ~ για πιάνο και ορχήστρα. Πρελούδιο-~. Βλ. φούγκα. [< ιταλ. toccata] | |
| 50890 | τοκετός | το-κε-τός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. η διαδικασία εξόδου του εμβρύου από την κοιλιά της μητέρας του κατά το τελευταίο στάδιο της εγκυμοσύνης: ελεγχόμενος-καθοδηγούμενος/εργώδης/εύκολος/κολπικός/προκλητός/πρόωρος/ψευδής (: προηγείται του πραγματικού και δεν καταλήγει στη γέννηση του παιδιού) ~. Γέννησε με φυσιολογικό ~ό. ~ διδύμων. ~ στο νερό. ~ με αναλγησία/στο σπίτι. (Παρεμβατικός) ~ με βεντούζα/εμβρυουλκία/καισαρική (τομή). Άδεια/βοήθημα/πρόκληση/φάσεις/ωδίνες ~ού. Aίθουσα ~ών Μαιευτικής και Γυναικολογικής Κλινικής. ΣΥΝ. γέννα, γέννηση (1) 2. (μτφ.) στάδιο πραγματοποίησης μιας απαιτητικής διεργασίας: Αναμένεται δύσκολος ~ για την ιδιωτικοποίηση του οργανισμού. ● ΣΥΜΠΛ.: ανώδυνος τοκετός βλ. ανώδυνος [< 1: αρχ. τοκετός] | |
| 50892 | τοκίζω | το-κί-ζω ρ. (μτβ.) {τόκι-σε, τοκί-σει, -στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, τοκίζ-οντας, -όμενος, τοκι-σμένος}: δανείζω σε κάποιον χρήματα με τόκο. ● Παθ.: τοκίζεται: (για χρηματικό ποσό) προστίθεται τόκος: Οι καταθέσεις/μηνιαίες δόσεις ~ονται με επιτόκιο ...%. ~σμένο: κεφάλαιο. [< αρχ. τοκίζω] | |
| 50893 | τοκισμός | το-κι-σμός ουσ. (αρσ.): ΟΙΚΟΝ. υπολογισμός τόκου για κεφάλαιο που έχει επενδυθεί για ορισμένη χρονική περίοδο: απλός ~. ~ από την ημέρα έκδοσης του λογαριασμού. Βλ. ανα~, εκ~, -ισμός. [< αρχ. τοκισμός 'τοκογλυφία'] | |
| 50894 | τοκιστής | το-κι-στής ουσ. (αρσ.) (παλαιότ.): πρόσωπο που δανείζεται με τόκο. Κυρ. στη ● ΦΡ.: τοκιστής και σουλατσαδόρος: χαραμοφάης, τεμπέλης. ΣΥΝ. άεργος (1), αργόσχολος [< αρχ. τοκιστής 'τοκογλύφος'] | |
| 50895 | τοκογλυφία | το-κο-γλυ-φί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. δανεισμός χρημάτων, κυρ. από ιδιώτη, με πάρα πολύ υψηλό τόκο και πέραν του νομίμου: θύμα/κύκλωμα ~ας. Πάταξη ~ας.|| (κατ' επέκτ.) Φαινόμενα ~ας στο χρηματιστήριο (πβ. αισχροκέρδεια). [< γαλλ. usure, γερμ. Wucher(ei)] | |
| 50896 | τοκογλυφικός | , ή, ό το-κο-γλυ-φι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που έχει σχέση με τον τοκογλύφο ή την τοκογλυφία: ~ός: δανεισμός. ~ή: πολιτική/τακτική. ~ό: επιτόκιο (= υπερβολικά υψηλό)/κεφάλαιο/σύστημα. [< γαλλ. usuraire] | |
| 50897 | τοκογλύφος | το-κο-γλύ-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ιδιώτης που δανείζει χρήματα με πάρα πολύ υψηλό τόκο και πέραν του νομίμου. [< μτγν. τοκογλύφος] | |
| 50898 | τοκομερίδιο | το-κο-με-ρί-δι-ο ουσ. (ουδ.): ΟΙΚΟΝ. έγγραφο που δίνει το δικαίωμα στον κάτοχό του να εισπράξει τον τόκο της ονομαστικής αξίας χρεογράφου για συγκεκριμένη χρονική περίοδο: ετήσιο/μηδενικό ~. ~ σταθερού ή κυμαινόμενου επιτοκίου. Ληγμένα ~α προς είσπραξη. [< γαλλ. coupon d'intérêt] | |
| 50899 | τόκος | τό-κος ουσ. (αρσ.) 1. ΟΙΚΟΝ. το κέρδος που αποφέρει χρηματικό ποσό το οποίο είναι δανεισμένο ή κατατεθειμένο στην τράπεζα με ορισμένο επιτόκιο, η απόδοση επενδυμένου κεφαλαίου για µια συγκεκριµένη χρονική περίοδο: απλός/καθαρός/μηνιαίος/νόμιμος/προεξοφλητικός/συμβατικός/σύνθετος (πβ. ανατοκισμός)/τραπεζικός ~. ~ συναλλάγματος/υπερημερίας. ~οι ομολογιών. Επιστροφή/καταβολή/κεφαλαιοποίηση/πληρωµή/φορολογία ~ων. Δάνεια με υψηλούς/χαμηλούς ~ους (πβ. υψηλό-, χαμηλό-τοκα). Βλ. πανωτόκια.|| (προφ.) Έβαλε τα λεφτά του στον ~ο (: τα κατάθεσε στην τράπεζα με τοκισμό). 2. (καταχρ.) επιτόκιο. [< αρχ. τόκος, γαλλ. intérêt, αγγλ. interest] | |
| 50901 | τοκοφερόλη | το-κο-φε-ρό-λη ουσ. (θηλ.) {τοκοφερολ-ών}: ΒΙΟΧ. οργανική λιποδιαλυτή αλκοόλη που συμμετέχει στη σύνθεση της βιταμίνης Ε: αντιοξειδωτική δράση ~ης. Μείγμα ~ών. Βλ. -όλη. || άλφα ~: η σημαντικότερη μορφή της βιταμίνης Ε (σύμβ. C29H50O2). [< αγγλ. (alpha) tocopherol, περ. 1936, γαλλ. tocophérol, 1948] | |
| 50902 | τοκοφορία | το-κο-φο-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. απόδοση τόκου: ~ κεφαλαίων. Περίοδος ~ας. Βλ. -φορία. | |
| 50903 | τοκοφόρος | , ος/α, ο το-κο-φό-ρος επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που αποδίδει τόκο: ~ος: δανεισμός/λογαριασμός/τίτλος. ~ος: επένδυση/ημερομηνία/περίοδος. ~ο: ενεργητικό/κεφάλαιο. ~ες: επενδύσεις/υποχρεώσεις. ~α: περιουσιακά στοιχεία. Βλ. -φόρος. | |
| 50905 | τοκοχρεολυτικός | , ή, ό το-κο-χρε-ο-λυ-τι-κός επίθ. & τοκοχρεωλυτικός: ΟΙΚΟΝ. που έχει σχέση με το τοκοχρεολύσιο: ~ός: πίνακας. ~ό: δάνειο (: στο οποίο κεφάλαιο και τόκοι συνυπολογίζονται εξαρχής σε ενιαίο ποσό που διαιρείται σε επιστρεφόμενες, ισόποσες κατά κανόνα ~ές δόσεις). | |
| 50907 | τολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατασκευή, συνήθ. από λαμαρίνα, που χρησιμοποιείται για στέγαση ή τοποθέτηση και φύλαξη προϊόντων: αποθήκη τύπου ~. Στρατιωτικά ~. [< γαλλ. tôle] | |
| 50908 | τολμάω | βλ. τολμώ | |
| 50909 | τόλμη | τόλ-μη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα που ωθεί κάποιον να επιτελέσει μια πράξη η οποία κρύβει δυσκολίες και κινδύνους ξεπερνώντας τον φόβο ή τους δισταγμούς: απαράμιλλη/γλωσσική/επαναστατική/επιχειρηματική ~. Επίδειξη/πράξη/υπόδειγμα ~ης. ~ και αποφασιστικότητα. Δείχνει ~, περιφρονώντας τους κινδύνους και τις δυσκολίες. Θέλει/χρειάζεται ~ (για) να ... Δεν έχει την ~ να ... Πβ. κότσια, σθένος. ΣΥΝ. αφοβία, θάρρος (1) ΑΝΤ. ατολμία, δειλία [< αρχ. τόλμη] | |
| 50910 | τόλμημα | τόλ-μη-μα ουσ. (ουδ.): ενέργεια που γίνεται με τόλμη και συνήθ. ενέχει κίνδυνο ή ρίσκο: εικαστικό/εκδοτικό/οικονομικό/πολιτικό ~. ΣΥΝ. εγχείρημα [< αρχ. τόλμημα] | |
| 50912 | τολμηρότητα | τολ-μη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τολμηρού· ειδικότ. προκλητικότητα: αισθητική ~. Η ~ της σχεδίασης/των χρωματικών συνδυασμών.|| Η ~ των ερωτικών σκηνών. Βλ. -ότητα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ