| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50905 | τοκοχρεολυτικός | , ή, ό το-κο-χρε-ο-λυ-τι-κός επίθ. & τοκοχρεωλυτικός: ΟΙΚΟΝ. που έχει σχέση με το τοκοχρεολύσιο: ~ός: πίνακας. ~ό: δάνειο (: στο οποίο κεφάλαιο και τόκοι συνυπολογίζονται εξαρχής σε ενιαίο ποσό που διαιρείται σε επιστρεφόμενες, ισόποσες κατά κανόνα ~ές δόσεις). | |
| 50907 | τολ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: κατασκευή, συνήθ. από λαμαρίνα, που χρησιμοποιείται για στέγαση ή τοποθέτηση και φύλαξη προϊόντων: αποθήκη τύπου ~. Στρατιωτικά ~. [< γαλλ. tôle] | |
| 50908 | τολμάω | βλ. τολμώ | |
| 50909 | τόλμη | τόλ-μη ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα που ωθεί κάποιον να επιτελέσει μια πράξη η οποία κρύβει δυσκολίες και κινδύνους ξεπερνώντας τον φόβο ή τους δισταγμούς: απαράμιλλη/γλωσσική/επαναστατική/επιχειρηματική ~. Επίδειξη/πράξη/υπόδειγμα ~ης. ~ και αποφασιστικότητα. Δείχνει ~, περιφρονώντας τους κινδύνους και τις δυσκολίες. Θέλει/χρειάζεται ~ (για) να ... Δεν έχει την ~ να ... Πβ. κότσια, σθένος. ΣΥΝ. αφοβία, θάρρος (1) ΑΝΤ. ατολμία, δειλία [< αρχ. τόλμη] | |
| 50910 | τόλμημα | τόλ-μη-μα ουσ. (ουδ.): ενέργεια που γίνεται με τόλμη και συνήθ. ενέχει κίνδυνο ή ρίσκο: εικαστικό/εκδοτικό/οικονομικό/πολιτικό ~. ΣΥΝ. εγχείρημα [< αρχ. τόλμημα] | |
| 50911 | τολμηρός | , ή, ό τολ-μη-ρός επίθ. 1. (για πρόσ.) που τον διακρίνει τόλμη: ~ός: επιχειρηματίας/πολιτικός.|| (ως ουσ.) H τύχη συχνά ευνοεί τους ~ούς. ΣΥΝ. άφοβος, θαρραλέος ΑΝΤ. άτολμος 2. που πραγματοποιείται με τόλμη ή την απαιτεί: ~ός: λόγος/στόχος. ~ή: αλλαγή/αποστολή/απόφαση/ενέργεια/επιλογή/μεταρρύθμιση/πράξη/πρόταση. ~ό: βήμα/εγχείρημα/μέτρο/σχέδιο. Ελεύθερη σκέψη και ~ό πνεύμα.|| Είναι ~ό να πει κανείς ότι ... Πβ. παρακινδυνευμένος, ριψοκίνδυνος. 3. που υπερβαίνει τα ηθικά όρια, που προκαλεί: ~ή: ιστορία/ταινία/φωτογράφιση. ~ό: θέαμα (πβ. σκανδαλιστικός)/ντεκολτέ/περιοδικό/στιλ. ~ές: σκηνές (ταινίας). ~ά: αστεία. ~ές και αισχρές χειρονομίες. Φόρεμα με ~ό κόψιμο. Βλ. -ηρός. ΣΥΝ. προκλητικός ● επίρρ.: τολμηρά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< 1, 2: αρχ. τολμηρός] | |
| 50912 | τολμηρότητα | τολ-μη-ρό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τολμηρού· ειδικότ. προκλητικότητα: αισθητική ~. Η ~ της σχεδίασης/των χρωματικών συνδυασμών.|| Η ~ των ερωτικών σκηνών. Βλ. -ότητα. | |
| 50913 | τολμητίας | τολ-μη-τί-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άτομο με τολμηρό χαρακτήρα: ~ και πρωτοπόρος. [< μτγν. τολμητίας] | |
| 50914 | τολμώ | [τολμῶ] τολ-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τολμ-άς ..., -ώντας | τόλμ-ησα, -ήσει, σπάν. -άται, -ήθηκε, -ηθεί} & τολμάω 1. έχω την τόλμη να κάνω κάτι ή ενεργώ άφοβα: Δεν ~ να τον ενοχλήσω. Τόλμα, αν μπορείς! Είμαι ο μόνος που ~ά να της αντιμιλήσει. Στη συνέντευξη ~ά μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Από τότε δεν ~ησε να με ξαναπλησιάσει. Αν και είναι παρακινδυνευμένο, θα το ~ήσω (πβ. αποπειρώμαι, επιχειρώ, προσπαθώ).|| (ως έκφρ. ευγενείας) ~ να σας απασχολήσω λίγο (πβ. παίρνω το θάρρος).|| Στη ζωή πρέπει να ~άς (= να είσαι τολμηρός). Πβ. ρισκάρω. ΑΝΤ. δειλιάζω 2. έχω το θράσος να κάνω κάτι που δείχνει απρέπεια: ~άς και με κοιτάς στα μάτια μετά από όλα αυτά; Κανείς δεν έχει ~ήσει να μου πει κάτι τέτοιο. (απειλητ.) Όποιος ~ήσει να γελάσει, θα το πληρώσει ακριβά! Πβ. απο~. ● ΦΡ.: ... αν τολμάς! (προφ.): ως πρόκληση για να κάνει κάποιος κάτι: Σήκω πάνω, ~ ~ (ΣΥΝ. αν σου βαστάει, αν κοτάς)!, για τόλμα (να ...)! (προφ.): ως πρόκληση ή απειλή: ~ ~ να πλησιάσεις και τα λέμε! ~ ~ να μην έρθεις!, δεν τολμώ (ούτε) να ...: δεν θέλω να, φοβάμαι και να: ~ ~ σκεφτώ τι θα γίνει αν ... Δεν τολμώ να αφήσω τα παιδιά ούτε λεπτό μόνα τους., μην τολμήσεις (να/και ...)! (απειλητ.): για αποτροπή πιθανής ενέργειας κάποιου, μην επιχειρήσεις: ~ ~ να μου ξαναμιλήσεις! ~ ~ και ξαναέρθεις!, να τολμήσω ...; (+ αιτ./+ να): (ως έκφρ. ευγενείας σε ερώτηση) μπορώ να: ~ ~ (ενν. να κάνω) μια υπόθεση; ~ ~ να ρωτήσω κάτι τρελό; , ο τολμών νικά (παροιμ.): ως προτροπή για ανάληψη πρωτοβουλίας, ριψοκίνδυνης δράσης., πώς τολμάς (να/και);: ως έκφρ. αγανάκτησης για την αγενή συμπεριφορά κάποιου: ~ ~ και μου αντιμιλάς; Πώς τόλμησες να μου το κάνεις αυτό;, τολμώ να πω: κειμενικός δείκτης για την έκφραση προσωπικής γνώμης με ήπιο τρόπο: ~ ~ πως κάνετε λάθος. Πβ. θα έλεγα. [< αρχ. τολμῶ] | |
| 50915 | τολουένιο | το-λου-έ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {τολουενίου}: ΧΗΜ. άχρωμος, υγρός υδρογονάνθρακας (σύμβ. C7H8) που υπάρχει στην ανθρακόπισσα και στο πετρέλαιο και χρησιμοποιείται κυρ. ως διαλύτης. Πβ. τολουόλιο. [< γαλλ. toluène, αγγλ. toluene] | |
| 50916 | τολουιδίνη | το-λου-ι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αμίνη που παράγεται από το τολουένιο (σύμβ. C7H9N), υπάρχει σε τρεις ισομερείς μορφές και χρησιμοποιείται στην παρασκευή βαφών. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. toluidine] | |
| 50917 | τολουόλιο | το-λου-ό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {τολουολίου}: ΧΗΜ. τολουένιο. [< αγγλ.-γαλλ. toluol] | |
| 50918 | τολύπη | το-λύ-πη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τολύπα (λόγ.) 1. τούφα κατεργασμένου μαλλιού ή βαμβακιού. 2. (κατ' επέκτ.-λογοτ.) καθετί με στρογγυλό περ. σχήμα και αραιή σύσταση: αχνή ~. ~ καπνού/ομίχλης. [< 1: αρχ. τολύπη] | |
| 50919 | τομάρι | το-μά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) ο εαυτός, η ζωή του ανθρώπου: Μόνο για το ~ του νοιάζεται/κοιτάει μόνο το ~ του (: είναι ατομιστής, εαυτούλης, φιλοτομαριστής). Πάνω απ' όλους βάζει το ~ του. 2. (υβριστ.) παλιάνθρωπος, κάθαρμα: πουλημένο ~. ΣΥΝ. αλήτης (1), απόβρασμα, καθίκι (1), μούτρο (2), παλιοτόμαρο, τσογλάνι 3. δέρμα ζώου: ~ αρκούδας/λύκου. ~ από αρνί/κατσίκι. Γδέρνω το ~. Πβ. δορά, πετσί. Βλ. γούνα, προβιά. ● ΦΡ.: πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου: αντιστέκομαι σθεναρά στους αντιπάλους μου, προτού υποκύψω: Δεν θα μας πιάσουν έτσι εύκολα, θα πουλήσουμε ~ ~ μας., σώζω/γλιτώνω το τομάρι μου (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): ξεφεύγω από μεγάλο κίνδυνο, ιδ. θανάσιμο, με κάθε τρόπο. [< 3: μεσν. τομάρι < πβ. τομάριον ΄μικρός τόμος’] | |
| 50920 | τομάτα | βλ. ντομάτα | |
| 50921 | τοματάκια | βλ. ντοματάκια | |
| 50922 | τοματιά | βλ. ντοματιά | |
| 50923 | τοματίνια | βλ. ντοματίνια | |
| 50924 | τοματο- | βλ. ντοματο-. | |
| 50925 | τοματόσουπα | βλ. ντοματόσουπα |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ