| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50926 | τόμαχοκ | τό-μα-χοκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ τσεκούρι που χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ή όπλο οι Ινδιάνοι της Β. Αμερικής: πύραυλοι ~. [< αμερικ. tomahawk] | |
| 50927 | τομεακός | , ή, ό το-με-α-κός επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με έναν τομέα ή πραγματοποιείται κατά τομείς: ~ός: σχεδιασμός/υπεύθυνος. ~ή: ανάπτυξη/εξειδίκευση/επιτροπή. ~ό: παράρτημα/πρόγραμμα. ~οί: δείκτες/κανόνες. Βλ. δια~. [< αγγλ. sectorial, γαλλ. sectoriel] | |
| 50928 | τομεάρχης | το-με-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): προϊστάμενος ή υπεύθυνος ενός τομέα: ~ εργαστηρίων. ~-Επιθεωρητής.|| ~ κόμματος. Βλ. -άρχης. | |
| 50929 | τομέας1 | το-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} 1. καθορισμένο πεδίο της ανθρώπινης γνώσης ή δραστηριότητας: αγροτικός/ασφαλιστικός/βιομηχανικός/διοικητικός/εκπαιδευτικός/εμπορικός/επιστημονικός/(χρηματο)οικονομικός/πολιτικός/τουριστικός/τραπεζικός ~ (πβ. κλάδος). ~ ενέργειας/επικοινωνίας/ερευνών/μεταφορών/περιβάλλοντος/πωλήσεων/τεχνολογίας/τηλεπικοινωνιών/υγείας. ~είς αρμοδιοτήτων/δράσης/εφαρμογής. Ανά/εκτός/εντός ~α. Ανάπτυξη/διευθυντής/εξοπλισμός/επικεφαλής/θεσμικό πλαίσιο/σύνθεση/σχεδιασμός/υπεύθυνος ενός ~α. Οργάνωση κατά ~είς. Οι επιμέρους ~είς του υπουργείου. Είναι κορυφή/μοναδική στον ~α της. Η εταιρεία μας δραστηριοποιείται στον ~α παροχής υπηρεσιών/σε όλους τους ~είς. Γνώσεις σε κάθε ~α του επιστητού.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιολογικός/παθολογικός ~. 2. τμήμα χώρου ή επιφάνειας: ανατολικός/δυτικός ~ νομού. Ο κεντρικός ~ υπέστη τις μεγαλύτερες ζημιές.|| (παλαιότ.) Ταχυδρομικός ~ (: κωδικός σε σύστημα κατάτμησης πόλης σε περιοχές για τη διευκόλυνση της διανομής της αλληλογραφίας. Πβ. ταχυδρομικός κώδικας/κωδικός).|| (ΓΕΩΜ.) Κυκλικός ~ ή ~ κύκλου (: κομμάτι της επιφάνειας κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και το μεταξύ τους τόξο). Σφαιρικός ~ (: κομμάτι της σφαίρας που προκύπτει με περιστροφή κυκλικού τομέα γύρω από διάμετρο που δεν τον τέμνει).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Χωρητικότητα ~α (σκληρού δίσκου). 3. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) υποδιαίρεση τμήματος σχολής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: ~ Γλωσσολογίας/Φυσικής/Ψυχολογίας. Μαθήματα του ~α.|| (συνεκδ.) Συνεδριάζει ο ~ (= τα μέλη του). Γενική συνέλευση του ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: δευτερογενής τομέας βλ. δευτερογενής, δημόσιος τομέας βλ. δημόσιος, ιδιωτικός τομέας βλ. ιδιωτικός, όνομα χώρου/τομέα βλ. χώρος, πρωτογενής τομέας βλ. πρωτογενής, τεταρτογενής τομέας βλ. τεταρτογενής, τριτογενής τομέας βλ. τριτογενής [< αρχ. τομεύς, γαλλ. secteur, αγγλ. sector] | |
| 50930 | τομέας2 | το-μέ-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα τέσσερα μπροστινά δόντια της άνω και κάτω γνάθου, κοπτήρας: κεντρικός/πλάγιος ~. [< μτγν. τομεύς] | |
| 50931 | τομή | το-μή ουσ. (θηλ.) 1. κόψιμο· συνεκδ. το κομμένο σημείο: ευθεία/μεγάλη/μικρή ~. ~ βλαστού. ~ κατά μήκος/πλάτος. Παράλληλες ~ές. Μηχάνημα ~ής μετάλλων (πβ. τμήση).|| (ΙΑΤΡ.) ~ μαστού/μυός. Χειρουργική ~ στην κοιλιακή χώρα.|| Απολύμανση/επούλωση ~ής. Γίνονται ράμματα για να κλείσει η ~. 2. ΓΕΩΜ. το σύνολο των κοινών σημείων δύο γραμμών, σε επίπεδα σχήματα ή στερεά που τέμνονται μεταξύ τους: κωνική ~ (: καμπύλη που προκύπτει από την τομή κώνου και επιπέδου, π.χ. κύκλος, παραβολή, έλλειψη, υπερβολή). ~ ευθειών. ~ ακτίνας με σφαίρα.|| (ΜΑΘ.) ~ δύο συνόλων (: το σύνολο με τα κοινά τους στοιχεία). 3. ΤΕΧΝΟΛ. δισδιάστατη απεικόνιση υπό κλίμακα τρισδιάστατου αντικειμένου, η οποία τέμνεται υποθετικά από ένα επίπεδο οριζόντια ή κάθετα: εγκάρσια (πβ. κατα~, βλ. δια~)/κατακόρυφη ~. ~ δοκού/πλοίου/σωληνώσεων.|| (ΑΡΧΙΤ.) Σχεδίαση ~ής κατοικίας. Κάτοψη, ~ και όψη.|| (ΓΕΩΛ.) Γεωλογική (: νοητή κατακόρυφη ~ της γήινης επιφάνειας που παρουσιάζει τις κατευθύνσεις και την κατανομή των γεωλογικών στρωµάτων)/εδαφική/τοπογραφική ~. 4. ΜΕΤΡ. διαίρεση στίχου σε δύο ή τρία μέρη κατά την απαγγελία, με συνακόλουθο σταμάτημα της φωνής και συνεκδ. το αντίστοιχο σημείο. 5. (μτφ.) αποφασιστική παρέμβαση με στόχο τη ριζική ανανέωση σε έναν τομέα· λεπτομερής ανάλυση: αναγκαία/βαθιά/θεσμική/ιστορική/κοινωνική/μεταρρυθμιστική/οικονομική/ουσιαστική/πολιτική ~. ~ στο Δημόσιο/στην παιδεία και τον πολιτισμό/στη φιλοσοφική σκέψη. Αναπτυξιακές ~ές στην οικονομία. Το νέο νομοσχέδιο επιφέρει σημαντικές ~ές.|| ~ές στα γεγονότα από ένα έμπειρο δημοσιογραφικό επιτελείο. ● ΣΥΜΠΛ.: καισαρική (τομή) βλ. καισαρικός, χρυσή τομή βλ. χρυσός [< 1: αρχ. τομή 2,3: γαλλ. coupe, section 4: μτγν. ~ 5: γερμ. Einschnitt] | |
| 50933 | τομογραφία | το-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μέθοδος διάγνωσης ασθενειών που γίνεται με την τρισδιάστατη απεικόνιση μιας τομής σε όργανο ή ιστό του ανθρώπινου σώματος με τη χρήση ακτίνων Χ ή υπερήχων: συσκευές ~ας. Βλ. -γραφία, υπερηχο~. 2. ΙΑΤΡ. (συνεκδ.) ακτινογραφία που γίνεται με την παραπάνω μέθοδο: ~ θώρακα/καρδιάς. Λήψη ~ών. 3. ΓΕΩΦ. τεχνική τρισδιάστατης απεικόνισης του υπεδάφους με την παρατήρηση και αποτύπωση των διαφορών κατά τη διέλευση ενεργειακών κυμάτων μέσα από διαφορετικά επίπεδα: (γεω)ηλεκτρική/σεισμική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξονική/υπολογιστική τομογραφία & (προφ.) αξονική: ΙΑΤΡ. εξέταση ακτίνων Χ με την οποία απεικονίζεται το ανθρώπινο σώμα σε εγκάρσιες τομές με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή: ελικοειδής/σπειροειδής ~ ~. ~ ~ εγκεφάλου/πνευμόνων/τραχήλου. [< αγγλ. computed tomography, 1974, computerized axial tomography] , μαγνητική τομογραφία & (σπάν.) απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού: ΙΑΤΡ. μέθοδος απεικόνισης και διάγνωσης στην οποία χρησιμοποιούνται ισχυρά μαγνητικά πεδία και μη ιονίζουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, προκειμένου με την ανάλυση σε υπολογιστή να δημιουργηθούν λεπτομερείς εικόνες ιστών ή οργάνων του σώματος· συνεκδ. η πλάκα όπου γίνεται η απεικόνιση. [< αγγλ. magnetic resonance imaging, 1977] , τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων βλ. ποζιτρόνιο [< μεσν. τομογραφία 'συγγραφή συνοδικού τόμου', γαλλ. tomographie, περ. 1930, αγγλ. tomography, 1935] | |
| 50934 | τομογραφικός | , ή, ό το-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τομογραφία ή τον τομογράφο: ~ός: έλεγχος (των οστών του κρανίου). ~ή: απεικόνιση. ~ό: σπινθηρογράφημα. ~ές: εικόνες/εξετάσεις. Βλ. υπερηχο~. ● επίρρ.: τομογραφικά [< μεσν. τομογραφικός 'που αναφέρεται σε συνοδικό τόμο΄, γαλλ. tomographique, αγγλ. tomographic, 1935] | |
| 50935 | τομογράφος | το-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. απεικονιστικό μέσο, μηχάνημα για τομογραφία: αξονικός/μαγνητικός ~. ~ ακτίνων Χ/εκπομπής ποζιτρονίων. Βλ. υπερηχο~.|| Βιομηχανικός ~. Ακουστικοί ~οι υποδομής πυθμένα. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. tomographe, αγγλ. tomograph, 1935] | |
| 50936 | τόμος | τό-μος ουσ. (αρσ.) 1. βιβλίο που αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου: εγκυκλοπαιδικός/πολυτελής ~. Πρώτος/δεύτερος ~. ~οι Επιστημονικής Επετηρίδας. Βλ. τεύχος. 2. δεμένη συλλογή από τυπωμένες σελίδες, κείμενα, άρθρα, τεύχη περιοδικού ή φύλλα εφημερίδας· γενικότ. ογκώδες και μεγάλο σε μέγεθος βιβλίο: αναμνηστικός/αυτοτελής/ενιαίος/επετειακός/ετήσιος/καλαίσθητος/συγκεντρωτικός/συλλογικός ~. ~ Πρακτικών συνεδρίου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συστήματος αρχείων.|| (προφ.-εμφατ.) Έχω να διαβάσω ~ους για τις εξετάσεις. Έχουν γραφτεί ~οι για ... ● Υποκ.: τομάκι (το), τομίδιο (το): Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Συνοδικός Τόμος: έγγραφο Πατριάρχη ή αρχηγού αυτοκέφαλης Εκκλησίας και των σχετικών συνόδων που περιέχει αποφάσεις για σημαντικά εκκλησιαστικά θέματα., τιμητικός τόμος: που αφιερώνεται σε σημαίνον πρόσωπο και περιέχει σχετικά με την ειδικότητά του επιστημονικά άρθρα και μελέτες: ~ ~ για τον καθηγητή .../στη μνήμη του ... Τελετή επίδοσης ~ού ~ου., χαριστήριος τόμος βλ. χαριστήριος [< μτγν. τόμος ‘τμήμα, κύλινδρος παπύρου’, γαλλ. volume] | |
| 50939 | τόμπογκαν | τό-μπο-γκαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επίπεδο, ελαφρύ έλκηθρο συνήθ. χωρίς ολισθητήρες, το μπροστινό τμήμα του οποίου έχει κλίση προς τα πάνω: (ως επίθ.) διαδρομή/πίστα ~. Βλ. μπόμπσλεϊ. 2. κεκλιμένο επίπεδο στο οποίο κάποιος ή κάτι αφήνεται από ψηλά να γλιστρήσει: ~ με βόλους (: παιδικό παιχνίδι). Βλ. τσουλήθρα. [< αγγλ.-γαλλ. toboggan] | |
| 50940 | τόμπολα | τό-μπο-λα ουσ. (θηλ.) 1. μπίνγκο: ηλεκτρονική ~. 2. (ως επιφών.) για ξαφνικό εμπόδιο ή ανατροπή: ~, τώρα τι κάνουμε (πβ. τώρα μάλιστα); ● ΦΡ.: κάνω τόμπολα 1. συμπληρώνω την καρτέλα στην τόμπολα και κερδίζω. 2. (μτφ.) πετυχαίνω διάνα. [< ιταλ. tombola] | |
| 23028 | τον καβάλησαν οι διάβολοι | καρ-δι-νά-λι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (κ. με κεφαλ. Κ): τίτλος ανώτερου κληρικού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: το Κολέγιο των ~ίων (: το σημαντικότερο διοικητικό όργανο της Καθολικής Εκκλησίας). ~ που προτάθηκε για Πάπας. Βλ. κονκλάβιο. ● ΦΡ.: (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων: (με) αλαζονεία, υπεροψία: Έχει ~ ~. Με αντιμετώπισε με ~ ~. Βλ. τουπέ. [< μεσν. καρδινάλιος] | |
| 50941 | τον1 | βλ. ο, η, το | |
| 50942 | τον2 | βλ. αυτός | |
| 50943 | τονάζ | το-νάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΑΥΤ. δυνατότητα μεταφοράς ωφέλιμου φορτίου από εμπορικό πλοίο εκφρασμένη σε τόνους: παγκόσμιο ~. Αγοραπωλησίες μεταχειρισμένου ~. Προσφορά ~. 2. (συνεκδ.) υποχρεωτικός φόρος για το ωφέλιμο φορτίο εμπορικού πλοίου. [< γαλλ. tonnage] | |
| 50944 | τόνερ | τό-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μελάνι σε σκόνη για φωτοτυπικά μηχανήματα και εκτυπωτές λέιζερ· συνεκδ. το εξάρτημα που το περιέχει: ανταλλακτικό/γνήσιο/έγχρωμο ~. Φυσίγγια ~. Γραφίτης-~. ΣΥΝ. μελανωτής (1) || ~ προσώπου (ως καλλυντικό). [< αγγλ. toner] | |
| 50945 | τονίζω | το-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τόνι-σα, τονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, τονίζ-οντας} 1. (μτφ.) δίνω έμφαση σε κάτι με τον τόνο της φωνής μου· κατ' επέκτ. υπογραμμίζω, επισημαίνω, αναδεικνύω: ~σε τα τελευταία του λόγια.|| ~ την ανάγκη για .../το γεγονός ότι .../τα κύρια σημεία. ~οντας ότι/πως … Ο πολιτικός ~σε στην ομιλία του τη σημασία της μεταρρύθμισης. Βλ. υπερ~.|| Το φόρεμα ~ει το σώμα σου (: διαγράφει). Έντονα ~σμένο βλέμμα. 2. ΓΡΑΜΜ. βάζω τόνο στη συλλαβή μιας λέξης: ~ λάθος/σωστά. ~σμένο: φωνήεν (ANT. άτονο). Βλ. παρα~. [< μτγν. τονίζω] | |
| 50946 | τόνικ | τό-νικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από ανθρακούχο νερό με κινίνη, λεμόνι και λάιμ: τζιν (με) ~. [< αγγλ. tonic (water), 1903, γαλλ. tonic, 1972] | |
| 50947 | τονικός | , ή, ό το-νι-κός επίθ. που σχετίζεται με 1. ΓΛΩΣΣ. τον τόνο ή τον τονισμό: ~ός: ρυθμός (: στηρίζεται στην εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών). ~ή: γλώσσα. ~ό: σύμβολο/σύστημα. ~ά: λάθη/παρώνυμα (: λέξεις που διαφέρουν μόνο ως προς τον τόνο, π.χ. νόμος-νομός)/σημεία ή σημάδια (: οξεία, βαρεία, περισπωμένη). Βλ. πολυ~. 2. τον μουσικό τόνο ή την τονικότητα και γενικότ. τον συνεχή ήχο: (ΜΟΥΣ.) ~ή: ακρίβεια/αρμονία/ισορροπία/κλίμακα/μουσική/νότα (: βασική νότα που το άκουσμά της αποτελεί την αρχή και το τέλος του κομματιού)/σύνθεση. ~ό: κέντρο (π.χ. κλίμακας: η πρώτη νότα της μελωδίας ή της συνοδευτικής συγχορδίας)/μέτρο/ύψος (: η συχνότητα του ηχητικού τόνου). ~ές: περιοχές. Μείζον και έλασσον ~ό σύστημα (βλ. τροπικός). Βλ. δια~. ΑΝΤ. ατονικός2.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: επιλογή/κλήση/συσκευή. ~ό: σήμα/τηλέφωνο. 3. τον χρωματικό τόνο: ~ή: απόδοση. ~ό: εύρος (φωτογραφίας). ~ές: αντιθέσεις/αποχρώσεις/διαφορές. Σκίαση και ~ές διαβαθμίσεις σε ένα σχέδιο. 4. ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. τον μυϊκό τόνο και κατ' επέκτ. με κάθε μη φυσιολογική και παρατεταμένη μυϊκή σύσπαση: ~οί: σπασμοί (: στους οποίους η μυϊκή συστολή είναι συνεχής). ~ές: κρίσεις (ΑΝΤ. ατονικές). Βλ. κλονικός, υπερ~, υπο~.|| ~ός: τραυλισμός (: το άτομο δεν μπορεί να αρχίσει την ομιλία του, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει). ● Ουσ.: τονική (η): ΜΟΥΣ. η πρώτη βαθμίδα στην κλίμακα των ήχων σε ένα τονικό σύστημα, από όπου παίρνει το όνομά του και ο τόνος: από την ~ προς την ελάσσονα δεσπόζουσα. Συγχορδία της ~ής. [< ιταλ. tonica] ● επίρρ.: τονικά: στις σημ. 2, 3. [< μτγν. τονικός, γαλλ. tonique, tonal] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ