Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51440-51460]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50913τολμητίαςτολ-μη-τί-ας ουσ. (αρσ.) (λόγ.): άτομο με τολμηρό χαρακτήρα: ~ και πρωτοπόρος. [< μτγν. τολμητίας]
50914τολμώ[τολμῶ] τολ-μώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τολμ-άς ..., -ώντας | τόλμ-ησα, -ήσει, σπάν. -άται, -ήθηκε, -ηθεί} & τολμάω 1. έχω την τόλμη να κάνω κάτι ή ενεργώ άφοβα: Δεν ~ να τον ενοχλήσω. Τόλμα, αν μπορείς! Είμαι ο μόνος που ~ά να της αντιμιλήσει. Στη συνέντευξη ~ά μια εκ βαθέων εξομολόγηση. Από τότε δεν ~ησε να με ξαναπλησιάσει. Αν και είναι παρακινδυνευμένο, θα το ~ήσω (πβ. αποπειρώμαι, επιχειρώ, προσπαθώ).|| (ως έκφρ. ευγενείας) ~ να σας απασχολήσω λίγο (πβ. παίρνω το θάρρος).|| Στη ζωή πρέπει να ~άς (= να είσαι τολμηρός). Πβ. ρισκάρω. ΑΝΤ. δειλιάζω 2. έχω το θράσος να κάνω κάτι που δείχνει απρέπεια: ~άς και με κοιτάς στα μάτια μετά από όλα αυτά; Κανείς δεν έχει ~ήσει να μου πει κάτι τέτοιο. (απειλητ.) Όποιος ~ήσει να γελάσει, θα το πληρώσει ακριβά! Πβ. απο~. ● ΦΡ.: ... αν τολμάς! (προφ.): ως πρόκληση για να κάνει κάποιος κάτι: Σήκω πάνω, ~ ~ (ΣΥΝ. αν σου βαστάει, αν κοτάς)!, για τόλμα (να ...)! (προφ.): ως πρόκληση ή απειλή: ~ ~ να πλησιάσεις και τα λέμε! ~ ~ να μην έρθεις!, δεν τολμώ (ούτε) να ...: δεν θέλω να, φοβάμαι και να: ~ ~ σκεφτώ τι θα γίνει αν ... Δεν τολμώ να αφήσω τα παιδιά ούτε λεπτό μόνα τους., μην τολμήσεις (να/και ...)! (απειλητ.): για αποτροπή πιθανής ενέργειας κάποιου, μην επιχειρήσεις: ~ ~ να μου ξαναμιλήσεις! ~ ~ και ξαναέρθεις!, να τολμήσω ...; (+ αιτ./+ να): (ως έκφρ. ευγενείας σε ερώτηση) μπορώ να: ~ ~ (ενν. να κάνω) μια υπόθεση; ~ ~ να ρωτήσω κάτι τρελό; , ο τολμών νικά (παροιμ.): ως προτροπή για ανάληψη πρωτοβουλίας, ριψοκίνδυνης δράσης., πώς τολμάς (να/και);: ως έκφρ. αγανάκτησης για την αγενή συμπεριφορά κάποιου: ~ ~ και μου αντιμιλάς; Πώς τόλμησες να μου το κάνεις αυτό;, τολμώ να πω: κειμενικός δείκτης για την έκφραση προσωπικής γνώμης με ήπιο τρόπο: ~ ~ πως κάνετε λάθος. Πβ. θα έλεγα. [< αρχ. τολμῶ]
50915τολουένιοτο-λου-έ-νι-ο ουσ. (ουδ.) {τολουενίου}: ΧΗΜ. άχρωμος, υγρός υδρογονάνθρακας (σύμβ. C7H8) που υπάρχει στην ανθρακόπισσα και στο πετρέλαιο και χρησιμοποιείται κυρ. ως διαλύτης. Πβ. τολουόλιο. [< γαλλ. toluène, αγγλ. toluene]
50916τολουιδίνητο-λου-ι-δί-νη ουσ. (θηλ.): ΧΗΜ. αμίνη που παράγεται από το τολουένιο (σύμβ. C7H9N), υπάρχει σε τρεις ισομερείς μορφές και χρησιμοποιείται στην παρασκευή βαφών. Βλ. -ίνη. [< αγγλ.-γαλλ. toluidine]
50917τολουόλιοτο-λου-ό-λι-ο ουσ. (ουδ.) {τολουολίου}: ΧΗΜ. τολουένιο. [< αγγλ.-γαλλ. toluol]
50918τολύπητο-λύ-πη ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τολύπα (λόγ.) 1. τούφα κατεργασμένου μαλλιού ή βαμβακιού. 2. (κατ' επέκτ.-λογοτ.) καθετί με στρογγυλό περ. σχήμα και αραιή σύσταση: αχνή ~. ~ καπνού/ομίχλης. [< 1: αρχ. τολύπη]
50919τομάριτο-μά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. (μτφ.-μειωτ.) ο εαυτός, η ζωή του ανθρώπου: Μόνο για το ~ του νοιάζεται/κοιτάει μόνο το ~ του (: είναι ατομιστής, εαυτούλης, φιλοτομαριστής). Πάνω απ' όλους βάζει το ~ του. 2. (υβριστ.) παλιάνθρωπος, κάθαρμα: πουλημένο ~. ΣΥΝ. αλήτης (1), απόβρασμα, καθίκι (1), μούτρο (2), παλιοτόμαρο, τσογλάνι 3. δέρμα ζώου: ~ αρκούδας/λύκου. ~ από αρνί/κατσίκι. Γδέρνω το ~. Πβ. δορά, πετσί. Βλ. γούνα, προβιά. ● ΦΡ.: πουλώ ακριβά το τομάρι/το πετσί μου: αντιστέκομαι σθεναρά στους αντιπάλους μου, προτού υποκύψω: Δεν θα μας πιάσουν έτσι εύκολα, θα πουλήσουμε ~ ~ μας., σώζω/γλιτώνω το τομάρι μου (κυρ. αρνητ. συνυποδ.): ξεφεύγω από μεγάλο κίνδυνο, ιδ. θανάσιμο, με κάθε τρόπο. [< 3: μεσν. τομάρι < πβ. τομάριον ΄μικρός τόμος’]
50920τομάταβλ. ντομάτα
50921τοματάκιαβλ. ντοματάκια
50922τοματιάβλ. ντοματιά
50923τοματίνιαβλ. ντοματίνια
50924τοματο-βλ. ντοματο-.
50925τοματόσουπαβλ. ντοματόσουπα
50926τόμαχοκτό-μα-χοκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ελαφρύ τσεκούρι που χρησιμοποιούσαν ως εργαλείο ή όπλο οι Ινδιάνοι της Β. Αμερικής: πύραυλοι ~. [< αμερικ. tomahawk]
50927τομεακός, ή, ό το-με-α-κός επίθ. (λόγ.): που έχει σχέση με έναν τομέα ή πραγματοποιείται κατά τομείς: ~ός: σχεδιασμός/υπεύθυνος. ~ή: ανάπτυξη/εξειδίκευση/επιτροπή. ~ό: παράρτημα/πρόγραμμα. ~οί: δείκτες/κανόνες. Βλ. δια~. [< αγγλ. sectorial, γαλλ. sectoriel]
50928τομεάρχηςτο-με-άρ-χης ουσ. (αρσ. + θηλ.): προϊστάμενος ή υπεύθυνος ενός τομέα: ~ εργαστηρίων. ~-Επιθεωρητής.|| ~ κόμματος. Βλ. -άρχης.
50929τομέας1το-μέ-ας ουσ. (αρσ.) {-α (λόγ.) -έως | -είς, -έων} 1. καθορισμένο πεδίο της ανθρώπινης γνώσης ή δραστηριότητας: αγροτικός/ασφαλιστικός/βιομηχανικός/διοικητικός/εκπαιδευτικός/εμπορικός/επιστημονικός/(χρηματο)οικονομικός/πολιτικός/τουριστικός/τραπεζικός ~ (πβ. κλάδος). ~ ενέργειας/επικοινωνίας/ερευνών/μεταφορών/περιβάλλοντος/πωλήσεων/τεχνολογίας/τηλεπικοινωνιών/υγείας. ~είς αρμοδιοτήτων/δράσης/εφαρμογής. Ανά/εκτός/εντός ~α. Ανάπτυξη/διευθυντής/εξοπλισμός/επικεφαλής/θεσμικό πλαίσιο/σύνθεση/σχεδιασμός/υπεύθυνος ενός ~α. Οργάνωση κατά ~είς. Οι επιμέρους ~είς του υπουργείου. Είναι κορυφή/μοναδική στον ~α της. Η εταιρεία μας δραστηριοποιείται στον ~α παροχής υπηρεσιών/σε όλους τους ~είς. Γνώσεις σε κάθε ~α του επιστητού.|| (ΙΑΤΡ.) Καρδιολογικός/παθολογικός ~. 2. τμήμα χώρου ή επιφάνειας: ανατολικός/δυτικός ~ νομού. Ο κεντρικός ~ υπέστη τις μεγαλύτερες ζημιές.|| (παλαιότ.) Ταχυδρομικός ~ (: κωδικός σε σύστημα κατάτμησης πόλης σε περιοχές για τη διευκόλυνση της διανομής της αλληλογραφίας. Πβ. ταχυδρομικός κώδικας/κωδικός).|| (ΓΕΩΜ.) Κυκλικός ~ ή ~ κύκλου (: κομμάτι της επιφάνειας κύκλου που ορίζεται από δύο ακτίνες και το μεταξύ τους τόξο). Σφαιρικός ~ (: κομμάτι της σφαίρας που προκύπτει με περιστροφή κυκλικού τομέα γύρω από διάμετρο που δεν τον τέμνει).|| (ΠΛΗΡΟΦ.) Χωρητικότητα ~α (σκληρού δίσκου). 3. (συνήθ. με κεφαλ. Τ) υποδιαίρεση τμήματος σχολής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση: ~ Γλωσσολογίας/Φυσικής/Ψυχολογίας. Μαθήματα του ~α.|| (συνεκδ.) Συνεδριάζει ο ~ (= τα μέλη του). Γενική συνέλευση του ~α. ● ΣΥΜΠΛ.: δευτερογενής τομέας βλ. δευτερογενής, δημόσιος τομέας βλ. δημόσιος, ιδιωτικός τομέας βλ. ιδιωτικός, όνομα χώρου/τομέα βλ. χώρος, πρωτογενής τομέας βλ. πρωτογενής, τεταρτογενής τομέας βλ. τεταρτογενής, τριτογενής τομέας βλ. τριτογενής [< αρχ. τομεύς, γαλλ. secteur, αγγλ. sector]
50930τομέας2το-μέ-ας ουσ. (αρσ.) (επίσ.): ΑΝΑΤ. καθένα από τα τέσσερα μπροστινά δόντια της άνω και κάτω γνάθου, κοπτήρας: κεντρικός/πλάγιος ~. [< μτγν. τομεύς]
50931τομήτο-μή ουσ. (θηλ.) 1. κόψιμο· συνεκδ. το κομμένο σημείο: ευθεία/μεγάλη/μικρή ~. ~ βλαστού. ~ κατά μήκος/πλάτος. Παράλληλες ~ές. Μηχάνημα ~ής μετάλλων (πβ. τμήση).|| (ΙΑΤΡ.) ~ μαστού/μυός. Χειρουργική ~ στην κοιλιακή χώρα.|| Απολύμανση/επούλωση ~ής. Γίνονται ράμματα για να κλείσει η ~. 2. ΓΕΩΜ. το σύνολο των κοινών σημείων δύο γραμμών, σε επίπεδα σχήματα ή στερεά που τέμνονται μεταξύ τους: κωνική ~ (: καμπύλη που προκύπτει από την τομή κώνου και επιπέδου, π.χ. κύκλος, παραβολή, έλλειψη, υπερβολή). ~ ευθειών. ~ ακτίνας με σφαίρα.|| (ΜΑΘ.) ~ δύο συνόλων (: το σύνολο με τα κοινά τους στοιχεία). 3. ΤΕΧΝΟΛ. δισδιάστατη απεικόνιση υπό κλίμακα τρισδιάστατου αντικειμένου, η οποία τέμνεται υποθετικά από ένα επίπεδο οριζόντια ή κάθετα: εγκάρσια (πβ. κατα~, βλ. δια~)/κατακόρυφη ~. ~ δοκού/πλοίου/σωληνώσεων.|| (ΑΡΧΙΤ.) Σχεδίαση ~ής κατοικίας. Κάτοψη, ~ και όψη.|| (ΓΕΩΛ.) Γεωλογική (: νοητή κατακόρυφη ~ της γήινης επιφάνειας που παρουσιάζει τις κατευθύνσεις και την κατανομή των γεωλογικών στρωµάτων)/εδαφική/τοπογραφική ~. 4. ΜΕΤΡ. διαίρεση στίχου σε δύο ή τρία μέρη κατά την απαγγελία, με συνακόλουθο σταμάτημα της φωνής και συνεκδ. το αντίστοιχο σημείο. 5. (μτφ.) αποφασιστική παρέμβαση με στόχο τη ριζική ανανέωση σε έναν τομέα· λεπτομερής ανάλυση: αναγκαία/βαθιά/θεσμική/ιστορική/κοινωνική/μεταρρυθμιστική/οικονομική/ουσιαστική/πολιτική ~. ~ στο Δημόσιο/στην παιδεία και τον πολιτισμό/στη φιλοσοφική σκέψη. Αναπτυξιακές ~ές στην οικονομία. Το νέο νομοσχέδιο επιφέρει σημαντικές ~ές.|| ~ές στα γεγονότα από ένα έμπειρο δημοσιογραφικό επιτελείο. ● ΣΥΜΠΛ.: καισαρική (τομή) βλ. καισαρικός, χρυσή τομή βλ. χρυσός [< 1: αρχ. τομή 2,3: γαλλ. coupe, section 4: μτγν. ~ 5: γερμ. Einschnitt]
50933τομογραφίατο-μο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μέθοδος διάγνωσης ασθενειών που γίνεται με την τρισδιάστατη απεικόνιση μιας τομής σε όργανο ή ιστό του ανθρώπινου σώματος με τη χρήση ακτίνων Χ ή υπερήχων: συσκευές ~ας. Βλ. -γραφία, υπερηχο~. 2. ΙΑΤΡ. (συνεκδ.) ακτινογραφία που γίνεται με την παραπάνω μέθοδο: ~ θώρακα/καρδιάς. Λήψη ~ών. 3. ΓΕΩΦ. τεχνική τρισδιάστατης απεικόνισης του υπεδάφους με την παρατήρηση και αποτύπωση των διαφορών κατά τη διέλευση ενεργειακών κυμάτων μέσα από διαφορετικά επίπεδα: (γεω)ηλεκτρική/σεισμική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: αξονική/υπολογιστική τομογραφία & (προφ.) αξονική: ΙΑΤΡ. εξέταση ακτίνων Χ με την οποία απεικονίζεται το ανθρώπινο σώμα σε εγκάρσιες τομές με τη βοήθεια ηλεκτρονικού υπολογιστή: ελικοειδής/σπειροειδής ~ ~. ~ ~ εγκεφάλου/πνευμόνων/τραχήλου. [< αγγλ. computed tomography, 1974, computerized axial tomography] , μαγνητική τομογραφία & (σπάν.) απεικόνιση μαγνητικού συντονισμού: ΙΑΤΡ. μέθοδος απεικόνισης και διάγνωσης στην οποία χρησιμοποιούνται ισχυρά μαγνητικά πεδία και μη ιονίζουσα ηλεκτρομαγνητική ακτινοβολία, προκειμένου με την ανάλυση σε υπολογιστή να δημιουργηθούν λεπτομερείς εικόνες ιστών ή οργάνων του σώματος· συνεκδ. η πλάκα όπου γίνεται η απεικόνιση. [< αγγλ. magnetic resonance imaging, 1977] , τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων βλ. ποζιτρόνιο [< μεσν. τομογραφία 'συγγραφή συνοδικού τόμου', γαλλ. tomographie, περ. 1930, αγγλ. tomography, 1935]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.