| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50948 | τονικότητα | το-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. η οργάνωση της μελωδίας ενός μουσικού κομματιού γύρω από ένα τονικό κέντρο: η ~ του τραγουδιού. Πρελούδια σε διαφορετική ~. Αλλαγή ~ας. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. ατονικότητα 2. (κατ' επέκτ.) ένταση ήχου, τόνος: υψηλή/χαµηλή ~. ~ της φωνής. 3. κλίμακα χρωματικών τόνων: ~ σκιών. To μέγιστο της ~ας (: το εύρος από τους ανοικτούς ως τους σκούρους τόνους). 4. ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. μυϊκός τόνος· κατ' επέκτ. ελαστικότητα, σφριγηλότητα μυϊκών ιστών: ~ τοιχωμάτων.|| Βελτίωση της ~ας του δέρματος. Βλ. δυστονία, υπο~. 5. ΧΗΜ. η επίδραση που ασκεί ένα υγρό διάλυμα πάνω στον κυτταρικό όγκο. [< 1-3: γαλλ. tonalité 4: γαλλ. tonicité] | |
| 50949 | τονισμός | το-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. έξαρση της φωνής σε συγκεκριμένα σημεία κατά την εκφορά του λόγου· τοποθέτηση τόνων σε συλλαβές: ~ της φράσης. Προφορά και ~. Βλ. επι~.|| ~ των λέξεων. Ασκήσεις/γενικοί κανόνες ~ού. Βλ. παρα~. 2. (μτφ.) έμφαση, υπογράμμιση, επισήμανση κάποιου στοιχείου: υπερβολικός (= υπερ~)/χρωματικός ~. ~ των αντιθέσεων. Ο ~ των χαρακτηριστικών του προσώπου. Άξιο ~ού είναι το γεγονός ότι ... 3. ΜΟΥΣ. τρόπος εκπομπής ενός ήχου. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1, μουσικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1 [< γαλλ. accentuation] | |
| 50950 | τόννος | βλ. τόνος3 | |
| 50951 | τονομετρία | το-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης με τονόμετρο: ~ για τη διάγνωση του γλαυκώματος. Βλ. -μετρία. 2. ΦΥΣ. προσδιορισμός της μοριακής μάζας ουσίας που έχει διαλυθεί σε διάλυμα με τονόμετρο. [< γαλλ. tonométrie, 1903, αγγλ. tonometry] | |
| 50952 | τονόμετρο | το-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή των τάσεων που αναπτύσσονται μέσα σε ένα υγρό: ψηφιακό ~. ~ αέρος/επαφής/χειρός. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. tonomètre, αγγλ. tonometer] | |
| 50953 | τόνος1 | τό-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το στοιχείο που προκαλεί την έξαρση μιας γλωσσικής μονάδας (π.χ. συλλαβής) σε σχέση με τις υπόλοιπες, ως προς την ένταση ή το ύψος της φωνής· συνεκδ. το διακριτικό σημάδι που τη δηλώνει στον γραπτό λόγο: Βάζω/σημειώνω ~ους στο κείμενο. Βλ. βαρεία, οξεία, περισπωμένη. 2. βαθμός έντασης ήχου· ειδικότ. χροιά της φωνής, τρόπος ομιλίας: οξύς/υψηλός/χαμηλός ~. Μην μου υψώνεις εμένα/χαμήλωσε τον ~ο της φωνής σου!|| Γλυκός/μελαγχολικός/σκληρός/σοβαρός/ψυχρός ~. Μην μου μιλάς σε αυτόν τον ~ο! Βλ. επιτονισμός. 3. ύφος ή ατμόσφαιρα: επιθετικός/εριστικός/μελοδραματικός/νοσταλγικός ~. Μιλήσαμε σε ήρεμο/οικείο/φιλικό ~ο. Έργο γραμμένο σε ανάλαφρο ~ο. Η επιστολή υιοθετεί προσωπικό ~ο. Ο λυρικός ~ ενός ποιήματος. Υπήρχε ένας ~ ειρωνείας στο κείμενο.|| Επίπλωση που δίνει έναν ~ο πολυτέλειας στο σπίτι. Πβ. χροιά. 4. απόχρωση: Έβαψα τον τοίχο έναν ~ο πιο ανοιχτό/σκούρο. Μακιγιάζ σε απαλούς ~ους του ροζ. 5. ΜΟΥΣ. η απόσταση της μιας βαθμίδας της μουσικής κλίμακας από την άλλη ή η σχέση ύψους μεταξύ δύο γειτονικών φθόγγων: ~ του ντο/του φα. Ένα τέταρτο του ~ου. Οι βασικοί ~οι ενός μουσικού έργου. Ελάσσονες/μείζονες ~οι (: στη βυζαντινή μουσική).|| (προφ.) Θα ήθελα το τραγούδι να παιχτεί έναν ~ο πιο κάτω/ψηλά. Πιάνει όλους τους ~ους (: για τραγουδιστή).|| Ολόκληρος ~ (: δευτέρα μεγάλη) και ημιτόνιο (: δευτέρα μικρή). 6. ΤΕΧΝΟΛ. χαρακτηριστικός ήχος συσκευής: ακουστικός/προειδοποιητικός ~. ~ αναμονής/ειδοποίησης/επιλογής/κατειλημμένου/κουδουνίσματος. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικός τόνος/τονισμός: ΓΛΩΣΣ. η τονιζόμενη συλλαβή προφέρεται πιο έντονα από τις υπόλοιπες., καρδιακοί τόνοι: ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. ήχοι της καρδιακής λειτουργίας προκαλούμενοι από το σύστημα των βαλβίδων, τα τοιχώματα, το μυοκάρδιο και τις απότομες μεταβολές της ταχύτητας στις μετακινούμενες στήλες αίματος., μουσικός τόνος/τονισμός: ΓΛΩΣΣ. η τονιζόμενη συλλαβή έχει μεγαλύτερο ύψος και διάρκεια από τις υπόλοιπες., μυϊκός τόνος: ΙΑΤΡ. συνεχής ελαφρά σύσπαση των μυών που φυσιολογικά γίνεται ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας. Πβ. τονικότητα. [< γαλλ. tonus musculaire] , έγκλιση τόνου βλ. έγκλιση ● ΦΡ.: (λέω/επαναλαμβάνω/διακηρύσσω/δηλώνω/τονίζω/ζητώ κάτι) σε όλους τους τόνους: για δήλωση που γίνεται με έμφαση: Το έχουμε ζητήσει ~ ~, αλλά δεν γίνεται τίποτα., ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους & υψώνω τους τόνους: αυξάνεται η ένταση ή την αυξάνω σε λεκτική διαμάχη ή αντιπαράθεση: Ανεβαίνουν ~ μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης., δίνω τον τόνο: καθορίζω τον μουσικό ρυθμό και κατ' επέκτ. τον χαρακτήρα, το ύφος μιας κατάστασης ή ενέργειας: Ο ψάλτης ~ει ~.|| (κυρ. μτφ.) ~ ~ στη συζήτηση. Η πρωταγωνίστρια έδωσε ~ ~ της παράστασης., πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους: για μείωση της έντασης σε λεκτική διαμάχη ή αντιπαράθεση: Πέφτουν οι ~ των κινητοποιήσεων/για το θέμα ... Χαμήλωσαν τους ~ μετά την επεισοδιακή συνεδρίαση., στον επόμενο τόνο: φράση σε μαγνητοφωνημένο μήνυμα τηλεφωνικής υπηρεσίας, στο οποίο η ανακοίνωση της ώρας συνοδεύεται από ένα σύντομο ηχητικό σήμα: ~ ~ η ώρα θα είναι δύο., υψηλοί τόνοι & ανεβασμένοι τόνοι (μτφ.): τεταμένη, φορτισμένη ατμόσφαιρα: ~ ~ (αντιπαράθεσης) επικράτησαν στη Βουλή/στη συζήτηση. Κριτική ~ών ~ων. Κλίμα όξυνσης και ανεβασμένοι ~.|| (σπανιότ.) Αντεγκλήσεις/υποδείξεις σε υψηλό τόνο., χαμηλοί τόνοι & (σπάν.) ήπιοι τόνοι (μτφ.): ήρεμη, μη τεταμένη ατμόσφαιρα: Σε ~ούς ~ους η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών. Ο υπουργός διατηρεί/κρατά ~ούς ~ους. Ακολουθεί πολιτική ~ών ~ων.|| (κατ' επέκτ.) Άνθρωπος ~ών ~ων (= μετριοπαθής. ΣΥΝ. χαμηλού προφίλ).|| (σπανιότ.) Οι διεκδικήσεις συνεχίστηκαν σε σχετικά χαμηλό τόνο., δέκα με τόνο βλ. δέκα [< 1: αρχ. τόνος 2-5: γαλλ. ton 6: αγγλ. tone] | |
| 50954 | τόνος2 | τό-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας που ισοδυναμεί με χίλια κιλά: φορτηγά έως ... ~ους (: δυναμικότητα οχήματος σε βάρος φορτίου). 2. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) για τεράστια ποσότητα: Μαγείρεψε έναν ~ο μακαρόνια. Έχω έναν ~ο σημειώσεις να διαβάσω. Πβ. ένα κάρο. 3. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ενός πλοίου. Βλ. κόρος2. ● ΣΥΜΠΛ.: τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης που σχετίζεται με τη θερμική ενέργεια που παράγεται από έναν τόνο άνθρακα. [< γαλλ. tonne équivalent charbon (tec)] , τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα ενέργειας που ισοδυναμεί με την ποσότητα θερμότητας που παράγεται από την καύση ενός τόνου αργού πετρελαίου. [< γαλλ. tonne équivalent pétrole (tep)] , χιλιομετρικός τόνος: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα υπολογισμού της τιμής μεταφοράς ενός τόνου εμπορευμάτων ανά σιδηροδρομική γραμμή (μεταφορά ενός τόνου φορτίου για ένα χιλιόμετρο)., μετρικός τόνος βλ. μετρικός ● ΦΡ.: έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω [< γαλλ. tonne] | |
| 50955 | τόνος3 | τό-νος ουσ. (αρσ.) & τόννος: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (γένος Thunnus), πελαγικό και μεταναστευτικό, με σώμα ατρακτοειδές, μεγάλο και παχύ, που ζει κυρ. στη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό: ερυθρός/λευκός ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κονσερβοποιημένος/νωπός ~. Φιλέτο ~ου. Βλ. παλαμίδα, σκουμπρί. ΣΥΝ. θύννος ● Υποκ.: τονάκι (το) [< ιταλ. tonno < λατ. thynnus, αρχ. θύννος] | |
| 50956 | τονοσαλάτα | το-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό τον τόνο και προσθήκη μαγιονέζας, ελαιόλαδου και διάφορων μυρωδικών. Βλ. -σαλάτα. | |
| 50957 | τονούμενος | , η, ο το-νού-με-νος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δέχεται και φέρει τόνο: ~η: λέξη/συλλαβή. ~ο: φωνήεν. ~οι: χαρακτήρες (του μονοτονικού). ~α: γράμματα. Α κεφαλαίο ~ο. ΑΝΤ. άτονος (2) | |
| 50958 | τονώνω | το-νώ-νω ρ. (μτβ.) {τόνω-σα, τονώ-θηκα, -μένος, τονών-οντας} 1. δυναμώνω, ενισχύω: Η σωστή διατροφή ~ει τον οργανισμό. ΣΥΝ. ενδυναμώνω (1) 2. (μτφ.) προσφέρω ζωντάνια, αναζωογονώ ή ανανεώνω: ~ την αυτοπεποίθηση/τη διάθεση/το ενδιαφέρον/την ψυχολογία (κάποιου). Η νίκη ~σε (= αναπτέρωσε) το ηθικό της ομάδας.|| Οι ξένες επενδύσεις ~ουν την εθνική οικονομία. [< μτγν. τονῶ ‘ενδυναμώνω’] | |
| 50959 | τόνωση | τό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ενδυνάμωση, ενίσχυση: μυϊκή/σωματική ~. ~ της μνήμης/του οργανισμού (πβ. αναζωογόνηση). Μάσκα προσώπου για ~ και ενυδάτωση. Φροντίδα σύσφιξης και ~ης του στήθους.|| (μτφ.) Ψυχολογική ~. ~ του ηθικού (πβ. αναπτέρωση, ενθάρρυνση). ~ της ανάπτυξης/των εξαγωγών/της επιχειρηµατικότητας/της οικονομίας/της παραγωγικής δραστηριότητας (πβ. ώθηση). ΣΥΝ. δυνάμωμα ΑΝΤ. αποδυνάμωση, εξασθένηση (1) [< μτγν. τόνωσις] | |
| 50960 | τονωτικός | , ή, ό το-νω-τι-κός επίθ.: που τονώνει, ενισχύει: ~ός: χυμός. ~ή: δράση/θεραπεία/λοσιόν/μάσκα. ~ό: λάδι (μαλλιών)/λουτρό (δενδρολίβανου)/μασάζ/ντους/ποτό/ρόφημα. ~ές: αμπούλες (για την τριχόπτωση)/ιδιότητες/ουσίες. ~ά: φάρμακα. Βιταμινούχα και ~ά συμπληρώματα διατροφής. Βλ. καρδιο~.|| (μτφ.) ~ή: νίκη. ~ά: μέτρα. ΣΥΝ. αναζωογονητικός, δυναμωτικός ● Ουσ.: τονωτικό (το): φαρμακευτικό σκεύασμα και κατ' επέκτ. οτιδήποτε προσφέρει δύναμη ή αναζωογόνηση: ~ δέρματος/της καρδιάς/μαλλιών/των νεύρων. [< αγγλ. tonic] ● επίρρ.: τονωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: τονωτική ένεση βλ. ένεση [< μτγν. τονωτικός, γαλλ. tonique, αγγλ. tonic < αρχ. τονικός ‘ικανός για τέντωμα’] | |
| 50961 | τοξαιμία | βλ. τοξιναιμία | |
| 50962 | τόξευση | τό-ξευ-ση ουσ. (θηλ.): ρίψη βέλους με τόξο. Βλ. εκ~. [< μτγν. τόξευσις] | |
| 50963 | τοξεύω | το-ξεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τόξευ-σε κ. τόξε-ψε, τοξεύ-θηκε} (λόγ.) 1. ρίχνω βέλος με τόξο προς έναν στόχο. 2. προκαλώ τραυματισμό σε κάποιον ή βρίσκω στόχο με βέλος. Πβ. σαϊτεύω. [< αρχ. τοξεύω] | |
| 50964 | τοξικοεξαρτημένος | , η, ο το-ξι-κο- ε-ξαρ-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει εθιστεί σε τοξικές ουσίες. [< γαλλ. toxicodépendant, 1970] | |
| 50965 | τοξικοεξάρτηση | το-ξι-κο-ε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): εξάρτηση από τοξικές ουσίες. Πβ. εθισμός, ναρκο-, τοξικο-μανία. [< γαλλ. toxicodépendance, 1970] | |
| 50966 | τοξικολογία | το-ξι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις τοξικές ουσίες, τις επιδράσεις τους και την αντιμετώπιση των δηλητηριάσεων που προκαλούν: αναλυτική/βιομηχανική/βιοχημική/γενετική/δικαστική/κλινική ~. Βλ. -λογία, οικο~. [< γαλλ. toxicologie, αγγλ. toxicology] | |
| 50967 | τοξικολογικός | , ή, ό το-ξι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τοξικολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/αξιολόγηση/δράση/έκθεση/εξέταση/έρευνα. ~ό: εργαστήριο. ~ές: δοκιμές/ενδείξεις/επιπτώσεις/ιδιότητες/πληροφορίες. ~ά: δεδομένα. ● επίρρ.: τοξικολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. toxicologique, αγγλ. toxicological] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ