Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51460-51480]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50934τομογραφικός, ή, ό το-μο-γρα-φι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. -ΤΕΧΝΟΛ. που σχετίζεται με την τομογραφία ή τον τομογράφο: ~ός: έλεγχος (των οστών του κρανίου). ~ή: απεικόνιση. ~ό: σπινθηρογράφημα. ~ές: εικόνες/εξετάσεις. Βλ. υπερηχο~. ● επίρρ.: τομογραφικά [< μεσν. τομογραφικός 'που αναφέρεται σε συνοδικό τόμο΄, γαλλ. tomographique, αγγλ. tomographic, 1935]
50935τομογράφοςτο-μο-γρά-φος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. απεικονιστικό μέσο, μηχάνημα για τομογραφία: αξονικός/μαγνητικός ~. ~ ακτίνων Χ/εκπομπής ποζιτρονίων. Βλ. υπερηχο~.|| Βιομηχανικός ~. Ακουστικοί ~οι υποδομής πυθμένα. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. tomographe, αγγλ. tomograph, 1935]
50936τόμοςτό-μος ουσ. (αρσ.) 1. βιβλίο που αποτελεί μέρος ευρύτερου συνόλου: εγκυκλοπαιδικός/πολυτελής ~. Πρώτος/δεύτερος ~. ~οι Επιστημονικής Επετηρίδας. Βλ. τεύχος. 2. δεμένη συλλογή από τυπωμένες σελίδες, κείμενα, άρθρα, τεύχη περιοδικού ή φύλλα εφημερίδας· γενικότ. ογκώδες και μεγάλο σε μέγεθος βιβλίο: αναμνηστικός/αυτοτελής/ενιαίος/επετειακός/ετήσιος/καλαίσθητος/συγκεντρωτικός/συλλογικός ~. ~ Πρακτικών συνεδρίου.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ συστήματος αρχείων.|| (προφ.-εμφατ.) Έχω να διαβάσω ~ους για τις εξετάσεις. Έχουν γραφτεί ~οι για ... ● Υποκ.: τομάκι (το), τομίδιο (το): Βλ. -ίδιο. ● ΣΥΜΠΛ.: Συνοδικός Τόμος: έγγραφο Πατριάρχη ή αρχηγού αυτοκέφαλης Εκκλησίας και των σχετικών συνόδων που περιέχει αποφάσεις για σημαντικά εκκλησιαστικά θέματα., τιμητικός τόμος: που αφιερώνεται σε σημαίνον πρόσωπο και περιέχει σχετικά με την ειδικότητά του επιστημονικά άρθρα και μελέτες: ~ ~ για τον καθηγητή .../στη μνήμη του ... Τελετή επίδοσης ~ού ~ου., χαριστήριος τόμος βλ. χαριστήριος [< μτγν. τόμος ‘τμήμα, κύλινδρος παπύρου’, γαλλ. volume]
50939τόμπογκαντό-μπο-γκαν ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. επίπεδο, ελαφρύ έλκηθρο συνήθ. χωρίς ολισθητήρες, το μπροστινό τμήμα του οποίου έχει κλίση προς τα πάνω: (ως επίθ.) διαδρομή/πίστα ~. Βλ. μπόμπσλεϊ. 2. κεκλιμένο επίπεδο στο οποίο κάποιος ή κάτι αφήνεται από ψηλά να γλιστρήσει: ~ με βόλους (: παιδικό παιχνίδι). Βλ. τσουλήθρα. [< αγγλ.-γαλλ. toboggan]
50940τόμπολατό-μπο-λα ουσ. (θηλ.) 1. μπίνγκο: ηλεκτρονική ~. 2. (ως επιφών.) για ξαφνικό εμπόδιο ή ανατροπή: ~, τώρα τι κάνουμε (πβ. τώρα μάλιστα); ● ΦΡ.: κάνω τόμπολα 1. συμπληρώνω την καρτέλα στην τόμπολα και κερδίζω. 2. (μτφ.) πετυχαίνω διάνα. [< ιταλ. tombola]
23028τον καβάλησαν οι διάβολοι

καρ-δι-νά-λι-ος ουσ. (αρσ.) {-ου (λόγ.) -ίου} (κ. με κεφαλ. Κ): τίτλος ανώτερου κληρικού της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας: το Κολέγιο των ~ίων (: το σημαντικότερο διοικητικό όργανο της Καθολικής Εκκλησίας). ~ που προτάθηκε για Πάπας. Βλ. κονκλάβιο. ● ΦΡ.: (με) ύφος χιλίων (/δέκα/εκατό/πολλών/σαράντα) καρδιναλίων: (με) αλαζονεία, υπεροψία: Έχει ~ ~. Με αντιμετώπισε με ~ ~. Βλ. τουπέ. [< μεσν. καρδινάλιος]

50941τον1βλ. ο, η, το
50942τον2βλ. αυτός
50943τονάζτο-νάζ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΝΑΥΤ. δυνατότητα μεταφοράς ωφέλιμου φορτίου από εμπορικό πλοίο εκφρασμένη σε τόνους: παγκόσμιο ~. Αγοραπωλησίες μεταχειρισμένου ~. Προσφορά ~. 2. (συνεκδ.) υποχρεωτικός φόρος για το ωφέλιμο φορτίο εμπορικού πλοίου. [< γαλλ. tonnage]
50944τόνερτό-νερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. μελάνι σε σκόνη για φωτοτυπικά μηχανήματα και εκτυπωτές λέιζερ· συνεκδ. το εξάρτημα που το περιέχει: ανταλλακτικό/γνήσιο/έγχρωμο ~. Φυσίγγια ~. Γραφίτης-~. ΣΥΝ. μελανωτής (1) || ~ προσώπου (ως καλλυντικό). [< αγγλ. toner]
50945τονίζωτο-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τόνι-σα, τονί-στηκε (λόγ.) -σθηκε, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, τονίζ-οντας} 1. (μτφ.) δίνω έμφαση σε κάτι με τον τόνο της φωνής μου· κατ' επέκτ. υπογραμμίζω, επισημαίνω, αναδεικνύω: ~σε τα τελευταία του λόγια.|| ~ την ανάγκη για .../το γεγονός ότι .../τα κύρια σημεία. ~οντας ότι/πως … Ο πολιτικός ~σε στην ομιλία του τη σημασία της μεταρρύθμισης. Βλ. υπερ~.|| Το φόρεμα ~ει το σώμα σου (: διαγράφει). Έντονα ~σμένο βλέμμα. 2. ΓΡΑΜΜ. βάζω τόνο στη συλλαβή μιας λέξης: ~ λάθος/σωστά. ~σμένο: φωνήεν (ANT. άτονο). Βλ. παρα~. [< μτγν. τονίζω]
50946τόνικτό-νικ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. αναψυκτικό από ανθρακούχο νερό με κινίνη, λεμόνι και λάιμ: τζιν (με) ~. [< αγγλ. tonic (water), 1903, γαλλ. tonic, 1972]
50947τονικός, ή, ό το-νι-κός επίθ. που σχετίζεται με 1. ΓΛΩΣΣ. τον τόνο ή τον τονισμό: ~ός: ρυθμός (: στηρίζεται στην εναλλαγή τονισμένων και άτονων συλλαβών). ~ή: γλώσσα. ~ό: σύμβολο/σύστημα. ~ά: λάθη/παρώνυμα (: λέξεις που διαφέρουν μόνο ως προς τον τόνο, π.χ. νόμος-νομός)/σημεία ή σημάδια (: οξεία, βαρεία, περισπωμένη). Βλ. πολυ~. 2. τον μουσικό τόνο ή την τονικότητα και γενικότ. τον συνεχή ήχο: (ΜΟΥΣ.) ~ή: ακρίβεια/αρμονία/ισορροπία/κλίμακα/μουσική/νότα (: βασική νότα που το άκουσμά της αποτελεί την αρχή και το τέλος του κομματιού)/σύνθεση. ~ό: κέντρο (π.χ. κλίμακας: η πρώτη νότα της μελωδίας ή της συνοδευτικής συγχορδίας)/μέτρο/ύψος (: η συχνότητα του ηχητικού τόνου). ~ές: περιοχές. Μείζον και έλασσον ~ό σύστημα (βλ. τροπικός). Βλ. δια~. ΑΝΤ. ατονικός2.|| (ΤΕΧΝΟΛ.) ~ή: επιλογή/κλήση/συσκευή. ~ό: σήμα/τηλέφωνο. 3. τον χρωματικό τόνο: ~ή: απόδοση. ~ό: εύρος (φωτογραφίας). ~ές: αντιθέσεις/αποχρώσεις/διαφορές. Σκίαση και ~ές διαβαθμίσεις σε ένα σχέδιο. 4. ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. τον μυϊκό τόνο και κατ' επέκτ. με κάθε μη φυσιολογική και παρατεταμένη μυϊκή σύσπαση: ~οί: σπασμοί (: στους οποίους η μυϊκή συστολή είναι συνεχής). ~ές: κρίσεις (ΑΝΤ. ατονικές). Βλ. κλονικός, υπερ~, υπο~.|| ~ός: τραυλισμός (: το άτομο δεν μπορεί να αρχίσει την ομιλία του, παρά τις προσπάθειες που καταβάλλει). ● Ουσ.: τονική (η): ΜΟΥΣ. η πρώτη βαθμίδα στην κλίμακα των ήχων σε ένα τονικό σύστημα, από όπου παίρνει το όνομά του και ο τόνος: από την ~ προς την ελάσσονα δεσπόζουσα. Συγχορδία της ~ής. [< ιταλ. tonica] ● επίρρ.: τονικά: στις σημ. 2, 3. [< μτγν. τονικός, γαλλ. tonique, tonal]
50948τονικότητατο-νι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. η οργάνωση της μελωδίας ενός μουσικού κομματιού γύρω από ένα τονικό κέντρο: η ~ του τραγουδιού. Πρελούδια σε διαφορετική ~. Αλλαγή ~ας. Βλ. πολυ~. ΑΝΤ. ατονικότητα 2. (κατ' επέκτ.) ένταση ήχου, τόνος: υψηλή/χαµηλή ~. ~ της φωνής. 3. κλίμακα χρωματικών τόνων: ~ σκιών. To μέγιστο της ~ας (: το εύρος από τους ανοικτούς ως τους σκούρους τόνους). 4. ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. μυϊκός τόνος· κατ' επέκτ. ελαστικότητα, σφριγηλότητα μυϊκών ιστών: ~ τοιχωμάτων.|| Βελτίωση της ~ας του δέρματος. Βλ. δυστονία, υπο~. 5. ΧΗΜ. η επίδραση που ασκεί ένα υγρό διάλυμα πάνω στον κυτταρικό όγκο. [< 1-3: γαλλ. tonalité 4: γαλλ. tonicité]
50949τονισμόςτο-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. έξαρση της φωνής σε συγκεκριμένα σημεία κατά την εκφορά του λόγου· τοποθέτηση τόνων σε συλλαβές: ~ της φράσης. Προφορά και ~. Βλ. επι~.|| ~ των λέξεων. Ασκήσεις/γενικοί κανόνες ~ού. Βλ. παρα~. 2. (μτφ.) έμφαση, υπογράμμιση, επισήμανση κάποιου στοιχείου: υπερβολικός (= υπερ~)/χρωματικός ~. ~ των αντιθέσεων. Ο ~ των χαρακτηριστικών του προσώπου. Άξιο ~ού είναι το γεγονός ότι ... 3. ΜΟΥΣ. τρόπος εκπομπής ενός ήχου. Βλ. -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1, μουσικός τόνος/τονισμός βλ. τόνος1 [< γαλλ. accentuation]
50950τόννοςβλ. τόνος3
50951τονομετρίατο-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΑΤΡ. μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης με τονόμετρο: ~ για τη διάγνωση του γλαυκώματος. Βλ. -μετρία. 2. ΦΥΣ. προσδιορισμός της μοριακής μάζας ουσίας που έχει διαλυθεί σε διάλυμα με τονόμετρο. [< γαλλ. tonométrie, 1903, αγγλ. tonometry]
50952τονόμετροτο-νό-με-τρο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. όργανο για τη μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης ή των τάσεων που αναπτύσσονται μέσα σε ένα υγρό: ψηφιακό ~. ~ αέρος/επαφής/χειρός. Βλ. -μετρο. [< γαλλ. tonomètre, αγγλ. tonometer]
50953τόνος1τό-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΓΛΩΣΣ. το στοιχείο που προκαλεί την έξαρση μιας γλωσσικής μονάδας (π.χ. συλλαβής) σε σχέση με τις υπόλοιπες, ως προς την ένταση ή το ύψος της φωνής· συνεκδ. το διακριτικό σημάδι που τη δηλώνει στον γραπτό λόγο: Βάζω/σημειώνω ~ους στο κείμενο. Βλ. βαρεία, οξεία, περισπωμένη. 2. βαθμός έντασης ήχου· ειδικότ. χροιά της φωνής, τρόπος ομιλίας: οξύς/υψηλός/χαμηλός ~. Μην μου υψώνεις εμένα/χαμήλωσε τον ~ο της φωνής σου!|| Γλυκός/μελαγχολικός/σκληρός/σοβαρός/ψυχρός ~. Μην μου μιλάς σε αυτόν τον ~ο! Βλ. επιτονισμός. 3. ύφος ή ατμόσφαιρα: επιθετικός/εριστικός/μελοδραματικός/νοσταλγικός ~. Μιλήσαμε σε ήρεμο/οικείο/φιλικό ~ο. Έργο γραμμένο σε ανάλαφρο ~ο. Η επιστολή υιοθετεί προσωπικό ~ο. Ο λυρικός ~ ενός ποιήματος. Υπήρχε ένας ~ ειρωνείας στο κείμενο.|| Επίπλωση που δίνει έναν ~ο πολυτέλειας στο σπίτι. Πβ. χροιά. 4. απόχρωση: Έβαψα τον τοίχο έναν ~ο πιο ανοιχτό/σκούρο. Μακιγιάζ σε απαλούς ~ους του ροζ. 5. ΜΟΥΣ. η απόσταση της μιας βαθμίδας της μουσικής κλίμακας από την άλλη ή η σχέση ύψους μεταξύ δύο γειτονικών φθόγγων: ~ του ντο/του φα. Ένα τέταρτο του ~ου. Οι βασικοί ~οι ενός μουσικού έργου. Ελάσσονες/μείζονες ~οι (: στη βυζαντινή μουσική).|| (προφ.) Θα ήθελα το τραγούδι να παιχτεί έναν ~ο πιο κάτω/ψηλά. Πιάνει όλους τους ~ους (: για τραγουδιστή).|| Ολόκληρος ~ (: δευτέρα μεγάλη) και ημιτόνιο (: δευτέρα μικρή). 6. ΤΕΧΝΟΛ. χαρακτηριστικός ήχος συσκευής: ακουστικός/προειδοποιητικός ~. ~ αναμονής/ειδοποίησης/επιλογής/κατειλημμένου/κουδουνίσματος. ● ΣΥΜΠΛ.: δυναμικός τόνος/τονισμός: ΓΛΩΣΣ. η τονιζόμενη συλλαβή προφέρεται πιο έντονα από τις υπόλοιπες., καρδιακοί τόνοι: ΦΥΣΙΟΛ. -ΙΑΤΡ. ήχοι της καρδιακής λειτουργίας προκαλούμενοι από το σύστημα των βαλβίδων, τα τοιχώματα, το μυοκάρδιο και τις απότομες μεταβολές της ταχύτητας στις μετακινούμενες στήλες αίματος., μουσικός τόνος/τονισμός: ΓΛΩΣΣ. η τονιζόμενη συλλαβή έχει μεγαλύτερο ύψος και διάρκεια από τις υπόλοιπες., μυϊκός τόνος: ΙΑΤΡ. συνεχής ελαφρά σύσπαση των μυών που φυσιολογικά γίνεται ακόμη και σε κατάσταση ηρεμίας. Πβ. τονικότητα. [< γαλλ. tonus musculaire] , έγκλιση τόνου βλ. έγκλιση ● ΦΡ.: (λέω/επαναλαμβάνω/διακηρύσσω/δηλώνω/τονίζω/ζητώ κάτι) σε όλους τους τόνους: για δήλωση που γίνεται με έμφαση: Το έχουμε ζητήσει ~ ~, αλλά δεν γίνεται τίποτα., ανεβαίνουν οι τόνοι/ανεβάζω τους τόνους & υψώνω τους τόνους: αυξάνεται η ένταση ή την αυξάνω σε λεκτική διαμάχη ή αντιπαράθεση: Ανεβαίνουν ~ μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης., δίνω τον τόνο: καθορίζω τον μουσικό ρυθμό και κατ' επέκτ. τον χαρακτήρα, το ύφος μιας κατάστασης ή ενέργειας: Ο ψάλτης ~ει ~.|| (κυρ. μτφ.) ~ ~ στη συζήτηση. Η πρωταγωνίστρια έδωσε ~ ~ της παράστασης., πέφτουν/χαμηλώνουν/κατεβαίνουν οι τόνοι & ρίχνω/χαμηλώνω/κατεβάζω τους τόνους: για μείωση της έντασης σε λεκτική διαμάχη ή αντιπαράθεση: Πέφτουν οι ~ των κινητοποιήσεων/για το θέμα ... Χαμήλωσαν τους ~ μετά την επεισοδιακή συνεδρίαση., στον επόμενο τόνο: φράση σε μαγνητοφωνημένο μήνυμα τηλεφωνικής υπηρεσίας, στο οποίο η ανακοίνωση της ώρας συνοδεύεται από ένα σύντομο ηχητικό σήμα: ~ ~ η ώρα θα είναι δύο., υψηλοί τόνοι & ανεβασμένοι τόνοι (μτφ.): τεταμένη, φορτισμένη ατμόσφαιρα: ~ ~ (αντιπαράθεσης) επικράτησαν στη Βουλή/στη συζήτηση. Κριτική ~ών ~ων. Κλίμα όξυνσης και ανεβασμένοι ~.|| (σπανιότ.) Αντεγκλήσεις/υποδείξεις σε υψηλό τόνο., χαμηλοί τόνοι & (σπάν.) ήπιοι τόνοι (μτφ.): ήρεμη, μη τεταμένη ατμόσφαιρα: Σε ~ούς ~ους η συνάντηση των πολιτικών αρχηγών. Ο υπουργός διατηρεί/κρατά ~ούς ~ους. Ακολουθεί πολιτική ~ών ~ων.|| (κατ' επέκτ.) Άνθρωπος ~ών ~ων (= μετριοπαθής. ΣΥΝ. χαμηλού προφίλ).|| (σπανιότ.) Οι διεκδικήσεις συνεχίστηκαν σε σχετικά χαμηλό τόνο., δέκα με τόνο βλ. δέκα [< 1: αρχ. τόνος 2-5: γαλλ. ton 6: αγγλ. tone]
50954τόνος2τό-νος ουσ. (αρσ.) 1. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της μάζας που ισοδυναμεί με χίλια κιλά: φορτηγά έως ... ~ους (: δυναμικότητα οχήματος σε βάρος φορτίου). 2. (μτφ.-προφ.-επιτατ.) για τεράστια ποσότητα: Μαγείρεψε έναν ~ο μακαρόνια. Έχω έναν ~ο σημειώσεις να διαβάσω. Πβ. ένα κάρο. 3. ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης της χωρητικότητας ενός πλοίου. Βλ. κόρος2. ● ΣΥΜΠΛ.: τόνος ισοδύναμου άνθρακα (ΤΙΑ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα μέτρησης που σχετίζεται με τη θερμική ενέργεια που παράγεται από έναν τόνο άνθρακα. [< γαλλ. tonne équivalent charbon (tec)] , τόνος ισοδύναμου πετρελαίου (ΤΙΠ): ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα ενέργειας που ισοδυναμεί με την ποσότητα θερμότητας που παράγεται από την καύση ενός τόνου αργού πετρελαίου. [< γαλλ. tonne équivalent pétrole (tep)] , χιλιομετρικός τόνος: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα υπολογισμού της τιμής μεταφοράς ενός τόνου εμπορευμάτων ανά σιδηροδρομική γραμμή (μεταφορά ενός τόνου φορτίου για ένα χιλιόμετρο)., μετρικός τόνος βλ. μετρικός ● ΦΡ.: έχει χυθεί/χύθηκε πολύ μελάνι/πολλή μελάνη βλ. χύνω [< γαλλ. tonne]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.