Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51480-51500]

IDΛήμμαΕρμηνεία
50968τοξικολόγοςτο-ξι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην τοξικολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. toxicologue, αγγλ. toxicologist]
50969τοξικομανήςτο-ξι-κο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εξάρτηση από τοξικές ουσίες, που εμφανίζει συμπτώματα τοξικομανίας: ~είς και πρόγραμμα απεξάρτησης/μεθαδόνης. Κέντρο αποτοξίνωσης/μονάδα περίθαλψης ~ών. Βλ. ηρωινο-, κοκαϊνο-, οπιο-μανής. ΣΥΝ. ναρκομανής [< γαλλ. toxicomane]
50970τοξικομανίατο-ξι-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση περιοδικής ή χρόνιας δηλητηρίασης που οφείλεται στην κατ' επανάληψη κατανάλωση τοξικών ουσιών (ναρκωτικών), προκαλώντας σωματική ή/και ψυχική εξάρτηση. Πβ. τοξικοεξάρτηση. Βλ. εθισμός, πολυ~, -μανία. [< γαλλ. toxicomanie, αγγλ. toxicomania]
50971τοξικός, ή, ό το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που περιέχει δηλητηριώδη ουσία ή προξενείται από αυτή: ~ός: καπνός/κίνδυνος/παράγοντας. ~ή: κόλλα/σκόνη. ~ό: αδένωμα/μέταλλο/νερό/νέφος/υλικό. ~οί: μεταβολίτες/ρύποι. ~ές: αναθυµιάσεις/ενώσεις/μπογιές/ουσίες. ~ά: αέρια/απόβλητα/κατάλοιπα/φάρμακα. Βλ. αντι~, ηπατο~, κυτταρο~, νευρο~, νεφρο~, οικο~, φυτο~, φωτο~.|| ~ή: απειλή/επίδραση (του αλκοόλ)/μόλυνση. ~ά: φαινόμενα.|| (ως ουσ.) Εμπόριο ~ών. ΑΝΤ. ατοξικός || (μτφ.) ~ός: άνθρωπος. ~ή: σχέση. ~ές: συμπεριφορές. ● επίρρ.: τοξικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τοξικό σοκ: ΙΑΤΡ. σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από πυρετό, διάρροια, ναυτία, διάχυτο ερύθημα, κυκλοφορική ανεπάρκεια και συνδέεται με την παρουσία του βακτηρίου Staphylococcus aureus στον οργανισμό. [< αγγλ. toxic shock (syndrome), 1978] , τοξικά ομόλογα βλ. ομόλογα [< μτγν. τοξικός, τοξικὸν φάρμακον ‘δηλητήριο για να επιχρίονται οι αιχμές των βελών’, γαλλ. toxique, αγγλ. toxic]
50972τοξικότητατο-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ο βαθμός στον οποίο μια ουσία είναι τοξική: αυξημένη/οξεία/πνευμονική/υδατική/χαμηλή/χημική/χρόνια ~. Επίπεδο/κίνδυνος/όρια ~ας. Βλ. ηπατο~, κυτταρο~, νευρο~, νεφρο~, οικο~, φυτο~, φωτο~, -ότητα.|| (μτφ.) βγάζει ~. ~ στις ανθρώπινες σχέσεις. [< γαλλ. toxicité, αγγλ. toxicity]
50973τοξίκωσητο-ξί-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προξενείται από τη δράση τοξικών ουσιών: αλκοολική/οξεία ~. ~ από βαρέα μέταλλα/κάνναβη/κοκαΐνη/ψυχοτρόπες ουσίες. Πβ. δηλητηρίαση. [< γαλλ. toxicose, αγγλ. toxicosis]
50974τοξιναιμίατο-ξι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.) & τοξαιμία: ΙΑΤΡ. δηλητηρίαση του αίματος από την απορρόφηση τοξινών. Βλ. -αιμία. ● ΣΥΜΠΛ.: τοξιναιμία της κύησης: σύνολο παθολογικών καταστάσεων, αγνώστου αιτιολογίας, που εμφανίζονται πιο συχνά μετά το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και έχουν κύρια χαρακτηριστικά την υπέρταση, οιδήματα και λεύκωμα στα ούρα. Πβ. (προ)εκλαμψία. [< γαλλ. toxémie, αγγλ. tox(a)emia]
50975τοξίνητο-ξί-νη ουσ. (θηλ.) {τοξιν-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξική ουσία που παράγεται από ζωντανά κύτταρα ή οργανισμούς και μπορεί να προκαλέσει παθολογική βλάβη στους σωματικούς ιστούς: βακτηριακή/θανατηφόρα/μικροβιακή/τετανική ~ (βλ. αντι~). ~ μύκητα/χολέρας. Αποβολή/απορρόφηση/εξουδετέρωση/παραγωγή/συσσώρευση ~ών. Απαλλαγή/καθαρισμός του οργανισμού από τις ~ες. Βλ. ενδο-, εξω-, μυκο-τοξίνες, εντερο~, νευρο~, -ίνη. [< γαλλ. toxine, αγγλ. toxin]
50976τοξίνωσητο-ξί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιβάρυνση του οργανισμού από τοξίνες: αλκοολική/χρόνια ~. Εκφυλιστικές παθήσεις που σχετίζονται με την ~. [< αγγλ. toxinosis]
50978τοξοβολίατο-ξο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ολυμπιακό άθλημα στο οποίο γίνεται ρίψη βέλους με τόξο σε καθορισμένους στόχους: σκοπευτική ~. ~ ανδρών/γυναικών. ~ πεδίου. Βλ. -βολία. [< μτγν. τοξοβολία, γαλλ. tir à l'arc]
50979τοξοβόλοςτο-ξο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής ή αθλήτρια του αγωνίσματος της τοξοβολίας. [< μτγν. τοξοβόλος]
50980τοξοειδέςτο-ξο-ει-δές ουσ. (ουδ.) {τοξοειδ-ούς | -ή} (λόγ.): ΙΑΤΡ. χημικά τροποποιημένη τοξίνη από παθογόνο μικροοργανισμό, που δεν είναι πλέον τοξική, αλλά είναι ακόμη αντιγόνο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εμβόλιο: ~ της διφθερίτιδας/του τετάνου. [< αγγλ. toxoid]
50981τοξοειδής, ής, ές το-ξο-ει-δής επίθ. (λόγ.) : του οποίου το σχήμα μοιάζει με τόξο: ~ής: πυρήνας. ~ής: γέφυρα/διάταξη/κατασκευή. ~ές: άνοιγμα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. τοξωτός ● επίρρ.: τοξοειδώς [-ῶς] [< μτγν. τοξοειδής]
50982τοξόπλασματο-ξό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. παρασιτικό πρωτόζωο (επιστ. ονομασ. Toxoplasma gondii) που προσβάλλει ιστούς και όργανα του ανθρώπινου οργανισμού καθώς και των πτηνών και των θηλαστικών. Βλ. -πλασμα. [< γαλλ. toxoplasme, 1908, αγγλ. toxoplasma, 1926]
50983τοξοπλάσμωσητο-ξο-πλά-σμω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μολυσματική νόσος που προκαλείται από τοξόπλασμα (Toxoplasma gondii), μεταδίδεται στον άνθρωπο από κατοικίδια ζώα, κυρ. γάτες, και ωμό κρέας και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στο κεντρικό νευρικό σύστημα ιδ. του εμβρύου κατά την ενδομήτρια ζωή του: εγκεφαλική/επίκτητη/συγγενής ~. Αντισώματα ~ης. Βλ. ζωοανθρωπονόσος. [< γαλλ. toxoplasmose, 1913, αγγλ. toxoplasmosis, 1926]
50984τοξοστοιχίατο-ξο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. σειρά από κίονες που ενώνονται με τόξα: τμήμα ~ας ρωμαϊκού υδραγωγείου. Περίστυλη αυλή με ~ες.
50985τοξότηςτο-ξό-της ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. τοξότρια} (παλαιότ.) πρόσωπο που κυνηγούσε ή στρατιώτης που πολεμούσε με τόξο. Βλ. τοξοβόλος. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. {(προφ.) θηλ. τοξοτίνα} (με κεφαλ. το αρχικό Τ) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το ένατο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (23 Νοεμβρίου-21 Δεκεμβρίου) μεταξύ Σκορπιού και Αιγόκερου· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί την αντίστοιχη περίοδο. [< αρχ. τοξότης]
50986τοξύλιοτο-ξύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {τοξυλί-ου} 1. ΑΡΧΙΤ. {κυρ. στον πληθ.} καθένα από τα μικρά τόξα που είναι τοποθετημένα σε συνεχή σχηματισμό κάτω από οριζόντιο γείσο συνήθ. στέγης και αποτελούν αφανές δομικό στοιχείο τοίχου. 2. (επίσ.) τμήμα της δομής μονοθέσιου και διθέσιου αγωνιστικού αυτοκινήτου το οποίο στηρίζει τον κλωβό: εμπρόσθιο/πλευρικό ~. ~α ασφαλείας.
50987τοξωτός, ή, ό το-ξω-τός επίθ. (λόγ.): του οποίου το σχήμα μοιάζει με τόξο: ~ός: θόλος/ταμπουράς. ~ή: γέφυρα/οροφή/πόρτα/πύλη/στοά. ~ό: άνοιγμα/παράθυρο/πλαίσιο/φράγμα. ~οί: τάφοι. ~ά: έγχορδα/κουφώματα/φρύδια. Πβ. αψιδωτός, κυρτός. ΣΥΝ. τοξοειδής ● επίρρ.: τοξωτά
50988τοπ μόντελτοπ μό-ντελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναίκα κυρ. ή άνδρας μοντέλο εξαιρετικής ομορφιάς με διεθνή καριέρα και φήμη. ΣΥΝ. υπερμοντέλο [< αγγλ. top model, γαλλ. top-modèle, 1973]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.