| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50955 | τόνος3 | τό-νος ουσ. (αρσ.) & τόννος: ΙΧΘΥΟΛ. εδώδιμο ψάρι (γένος Thunnus), πελαγικό και μεταναστευτικό, με σώμα ατρακτοειδές, μεγάλο και παχύ, που ζει κυρ. στη Μεσόγειο, τον Ατλαντικό και τον Ειρηνικό: ερυθρός/λευκός ~.|| (ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ.) Κονσερβοποιημένος/νωπός ~. Φιλέτο ~ου. Βλ. παλαμίδα, σκουμπρί. ΣΥΝ. θύννος ● Υποκ.: τονάκι (το) [< ιταλ. tonno < λατ. thynnus, αρχ. θύννος] | |
| 50956 | τονοσαλάτα | το-νο-σα-λά-τα ουσ. (θηλ.): ΜΑΓΕΙΡ. σαλάτα με κύριο συστατικό τον τόνο και προσθήκη μαγιονέζας, ελαιόλαδου και διάφορων μυρωδικών. Βλ. -σαλάτα. | |
| 50957 | τονούμενος | , η, ο το-νού-με-νος επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που δέχεται και φέρει τόνο: ~η: λέξη/συλλαβή. ~ο: φωνήεν. ~οι: χαρακτήρες (του μονοτονικού). ~α: γράμματα. Α κεφαλαίο ~ο. ΑΝΤ. άτονος (2) | |
| 50958 | τονώνω | το-νώ-νω ρ. (μτβ.) {τόνω-σα, τονώ-θηκα, -μένος, τονών-οντας} 1. δυναμώνω, ενισχύω: Η σωστή διατροφή ~ει τον οργανισμό. ΣΥΝ. ενδυναμώνω (1) 2. (μτφ.) προσφέρω ζωντάνια, αναζωογονώ ή ανανεώνω: ~ την αυτοπεποίθηση/τη διάθεση/το ενδιαφέρον/την ψυχολογία (κάποιου). Η νίκη ~σε (= αναπτέρωσε) το ηθικό της ομάδας.|| Οι ξένες επενδύσεις ~ουν την εθνική οικονομία. [< μτγν. τονῶ ‘ενδυναμώνω’] | |
| 50959 | τόνωση | τό-νω-ση ουσ. (θηλ.): ενδυνάμωση, ενίσχυση: μυϊκή/σωματική ~. ~ της μνήμης/του οργανισμού (πβ. αναζωογόνηση). Μάσκα προσώπου για ~ και ενυδάτωση. Φροντίδα σύσφιξης και ~ης του στήθους.|| (μτφ.) Ψυχολογική ~. ~ του ηθικού (πβ. αναπτέρωση, ενθάρρυνση). ~ της ανάπτυξης/των εξαγωγών/της επιχειρηµατικότητας/της οικονομίας/της παραγωγικής δραστηριότητας (πβ. ώθηση). ΣΥΝ. δυνάμωμα ΑΝΤ. αποδυνάμωση, εξασθένηση (1) [< μτγν. τόνωσις] | |
| 50960 | τονωτικός | , ή, ό το-νω-τι-κός επίθ.: που τονώνει, ενισχύει: ~ός: χυμός. ~ή: δράση/θεραπεία/λοσιόν/μάσκα. ~ό: λάδι (μαλλιών)/λουτρό (δενδρολίβανου)/μασάζ/ντους/ποτό/ρόφημα. ~ές: αμπούλες (για την τριχόπτωση)/ιδιότητες/ουσίες. ~ά: φάρμακα. Βιταμινούχα και ~ά συμπληρώματα διατροφής. Βλ. καρδιο~.|| (μτφ.) ~ή: νίκη. ~ά: μέτρα. ΣΥΝ. αναζωογονητικός, δυναμωτικός ● Ουσ.: τονωτικό (το): φαρμακευτικό σκεύασμα και κατ' επέκτ. οτιδήποτε προσφέρει δύναμη ή αναζωογόνηση: ~ δέρματος/της καρδιάς/μαλλιών/των νεύρων. [< αγγλ. tonic] ● επίρρ.: τονωτικά ● ΣΥΜΠΛ.: τονωτική ένεση βλ. ένεση [< μτγν. τονωτικός, γαλλ. tonique, αγγλ. tonic < αρχ. τονικός ‘ικανός για τέντωμα’] | |
| 50961 | τοξαιμία | βλ. τοξιναιμία | |
| 50962 | τόξευση | τό-ξευ-ση ουσ. (θηλ.): ρίψη βέλους με τόξο. Βλ. εκ~. [< μτγν. τόξευσις] | |
| 50963 | τοξεύω | το-ξεύ-ω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τόξευ-σε κ. τόξε-ψε, τοξεύ-θηκε} (λόγ.) 1. ρίχνω βέλος με τόξο προς έναν στόχο. 2. προκαλώ τραυματισμό σε κάποιον ή βρίσκω στόχο με βέλος. Πβ. σαϊτεύω. [< αρχ. τοξεύω] | |
| 50964 | τοξικοεξαρτημένος | , η, ο το-ξι-κο- ε-ξαρ-τη-μέ-νος επίθ.: που έχει εθιστεί σε τοξικές ουσίες. [< γαλλ. toxicodépendant, 1970] | |
| 50965 | τοξικοεξάρτηση | το-ξι-κο-ε-ξάρ-τη-ση ουσ. (θηλ.): εξάρτηση από τοξικές ουσίες. Πβ. εθισμός, ναρκο-, τοξικο-μανία. [< γαλλ. toxicodépendance, 1970] | |
| 50966 | τοξικολογία | το-ξι-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. κλάδος που μελετά τις τοξικές ουσίες, τις επιδράσεις τους και την αντιμετώπιση των δηλητηριάσεων που προκαλούν: αναλυτική/βιομηχανική/βιοχημική/γενετική/δικαστική/κλινική ~. Βλ. -λογία, οικο~. [< γαλλ. toxicologie, αγγλ. toxicology] | |
| 50967 | τοξικολογικός | , ή, ό το-ξι-κο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τοξικολογία: ~ός: έλεγχος. ~ή: ανάλυση/αξιολόγηση/δράση/έκθεση/εξέταση/έρευνα. ~ό: εργαστήριο. ~ές: δοκιμές/ενδείξεις/επιπτώσεις/ιδιότητες/πληροφορίες. ~ά: δεδομένα. ● επίρρ.: τοξικολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< γαλλ. toxicologique, αγγλ. toxicological] | |
| 50968 | τοξικολόγος | το-ξι-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην τοξικολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. toxicologue, αγγλ. toxicologist] | |
| 50969 | τοξικομανής | το-ξι-κο-μα-νής ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που έχει εξάρτηση από τοξικές ουσίες, που εμφανίζει συμπτώματα τοξικομανίας: ~είς και πρόγραμμα απεξάρτησης/μεθαδόνης. Κέντρο αποτοξίνωσης/μονάδα περίθαλψης ~ών. Βλ. ηρωινο-, κοκαϊνο-, οπιο-μανής. ΣΥΝ. ναρκομανής [< γαλλ. toxicomane] | |
| 50970 | τοξικομανία | το-ξι-κο-μα-νί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση περιοδικής ή χρόνιας δηλητηρίασης που οφείλεται στην κατ' επανάληψη κατανάλωση τοξικών ουσιών (ναρκωτικών), προκαλώντας σωματική ή/και ψυχική εξάρτηση. Πβ. τοξικοεξάρτηση. Βλ. εθισμός, πολυ~, -μανία. [< γαλλ. toxicomanie, αγγλ. toxicomania] | |
| 50971 | τοξικός | , ή, ό το-ξι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που περιέχει δηλητηριώδη ουσία ή προξενείται από αυτή: ~ός: καπνός/κίνδυνος/παράγοντας. ~ή: κόλλα/σκόνη. ~ό: αδένωμα/μέταλλο/νερό/νέφος/υλικό. ~οί: μεταβολίτες/ρύποι. ~ές: αναθυµιάσεις/ενώσεις/μπογιές/ουσίες. ~ά: αέρια/απόβλητα/κατάλοιπα/φάρμακα. Βλ. αντι~, ηπατο~, κυτταρο~, νευρο~, νεφρο~, οικο~, φυτο~, φωτο~.|| ~ή: απειλή/επίδραση (του αλκοόλ)/μόλυνση. ~ά: φαινόμενα.|| (ως ουσ.) Εμπόριο ~ών. ΑΝΤ. ατοξικός || (μτφ.) ~ός: άνθρωπος. ~ή: σχέση. ~ές: συμπεριφορές. ● επίρρ.: τοξικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τοξικό σοκ: ΙΑΤΡ. σύνδρομο που χαρακτηρίζεται από πυρετό, διάρροια, ναυτία, διάχυτο ερύθημα, κυκλοφορική ανεπάρκεια και συνδέεται με την παρουσία του βακτηρίου Staphylococcus aureus στον οργανισμό. [< αγγλ. toxic shock (syndrome), 1978] , τοξικά ομόλογα βλ. ομόλογα [< μτγν. τοξικός, τοξικὸν φάρμακον ‘δηλητήριο για να επιχρίονται οι αιχμές των βελών’, γαλλ. toxique, αγγλ. toxic] | |
| 50972 | τοξικότητα | το-ξι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (επιστ.): ο βαθμός στον οποίο μια ουσία είναι τοξική: αυξημένη/οξεία/πνευμονική/υδατική/χαμηλή/χημική/χρόνια ~. Επίπεδο/κίνδυνος/όρια ~ας. Βλ. ηπατο~, κυτταρο~, νευρο~, νεφρο~, οικο~, φυτο~, φωτο~, -ότητα.|| (μτφ.) βγάζει ~. ~ στις ανθρώπινες σχέσεις. [< γαλλ. toxicité, αγγλ. toxicity] | |
| 50973 | τοξίκωση | το-ξί-κω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση που προξενείται από τη δράση τοξικών ουσιών: αλκοολική/οξεία ~. ~ από βαρέα μέταλλα/κάνναβη/κοκαΐνη/ψυχοτρόπες ουσίες. Πβ. δηλητηρίαση. [< γαλλ. toxicose, αγγλ. toxicosis] | |
| 50974 | τοξιναιμία | το-ξι-ναι-μί-α ουσ. (θηλ.) & τοξαιμία: ΙΑΤΡ. δηλητηρίαση του αίματος από την απορρόφηση τοξινών. Βλ. -αιμία. ● ΣΥΜΠΛ.: τοξιναιμία της κύησης: σύνολο παθολογικών καταστάσεων, αγνώστου αιτιολογίας, που εμφανίζονται πιο συχνά μετά το δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και έχουν κύρια χαρακτηριστικά την υπέρταση, οιδήματα και λεύκωμα στα ούρα. Πβ. (προ)εκλαμψία. [< γαλλ. toxémie, αγγλ. tox(a)emia] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ