Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51500-51520]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51008τοπ μόντελβλ. τοπ
51026τοπ-τεν & τοπ τενουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τοπ 10: λίστα με τις δέκα πιο δημοφιλείς προτιμήσεις από ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων: δισκογραφικό/ελληνικό ~ (μουσικής). ~ βιβλίων/πωλήσεων. Το ~ της χρονιάς. Ψηφίζω (για) το ~. Τραγούδια που βρίσκονται στο ~.|| (ως επίθ.) ~ ταινίες. [< αμερικ. top ten, 1958]
50989τοπ1επίθ. {άκλ.} (προφ.): που βρίσκεται στην κορυφή, μοναδικός, καταπληκτικός: ~ προσφορές/τραγούδι. Τα ~ δέκα (= ~-τεν) ξενοδοχεία του κόσμου. ΣΥΝ. αξεπέραστος (1), κορυφαίος ΑΝΤ. τελευταίος (4) [< αγγλ. top, γαλλ. ~, 1977]
50990τοπ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λίστα με τα κορυφαία στοιχεία σε ένα σύνολο ομοειδών: το ~-100 των τραγουδιών. Βλ. τοπ-τεν. [< αμερικ. top]
50991τοπ3ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φανελάκι ή μπλουζάκι. ● Υποκ.: τοπάκι (το) [< αγγλ. top, γαλλ. ~, περ. 1990]
50992τοπάζιτο-πά-ζι ουσ. (ουδ.) & τοπάζιο: ΟΡΥΚΤ. ορυκτό πυριτικό του αργιλίου και του φθορίου, που αποτελεί σπουδαίο πολύτιμο πετράδι: γαλάζιο/κίτρινο/λευκό/μπλε/ροζ ~. Βλ. κιτρίνης, χρυσόλιθος. [< μτγν. τοπάζιον, γαλλ. topaze, αγγλ. topaz]
50993τοπάρχηςτο-πάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. πρόσωπο που διοικούσε τοπαρχία. Βλ. -άρχης, προεστός, προύχοντας. 2. (μτφ.-ειρων.) ισχυρός παράγοντας στην πολιτική ζωή τοπικών κοινωνιών. [< 1: μτγν. τοπάρχης]
50994τοπαρχίατο-παρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. περιφέρεια που διοικούνταν από τον τοπάρχη. Βλ. -αρχία. [< μτγν. τοπαρχία]
50995τόπιτό-πι ουσ. (ουδ.) 1. μπάλα, κυρ. πλαστική και ελαφριά: (παλαιότ.) πολύχρωμο ~. Παίζω ~.|| (ειδικότ., ποδοσφαιρική μπάλα) Με κεφαλιά κάρφωσε το ~ στα δίχτυα. 2. πολλά μέτρα ύφασμα τυλιγμένο συνήθ. γύρω από ξύλινο ή χάρτινο κύλινδρο. Πβ. ρολό. 3. (παρωχ.) μπάλα κανονιού· κατ' επέκτ. κανόνι. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) (προφ.): τον δέρνω άγρια, βάναυσα: Τους έπιασαν και τους έκαναν ~ ~. ΣΥΝ. κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια (2), ξυλοκοπώ, τουλουμιάζω στο ξύλο, κατέχει το τόπι (προφ.): είναι ιδιαίτερα ικανός και ταλαντούχος παίκτης ποδοσφαίρου. Βλ. μπαλαδόρος., χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι βλ. μπάλα [< τουρκ. top]
50996τόπικτό-πικ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. θέμα συζήτησης σε διαδικτυακό χώρο. [< αγγλ. topic]
50997τοπικισμόςτο-πι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): η προσκόλληση κάποιου στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αποκλειστική προώθηση των συμφερόντων της: στείρος ~. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. κοσμοπολιτισμός (1) [< γαλλ. régionalisme]
50998τοπικιστήςτο-πι-κι-στής ουσ. (αρσ.) , τοπικίστρια (η): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από τοπικισμό. Βλ. εθνικιστής. ΑΝΤ. κοσμοπολίτης, κοσμοπολίτισσα (2) [< γαλλ. régionaliste]
50999τοπικιστικός, ή, ό το-πι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τοπικισμό ή τον τοπικιστή: ~ός: ρατσισμός. ~ή: νοοτροπία. ~ό: πνεύμα/στοιχείο/συναίσθημα. ~ές: αντιλήψεις/αντιπαραθέσεις/τάσεις. ~ά: συμφέροντα/σύνδρομα. ΑΝΤ. κοσμοπολίτικος (2) ● επίρρ.: τοπικιστικά [< γαλλ. régionaliste]
51000τοπικοποίησητο-πι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. προσαρμογή λογισμικού στη γλώσσα, τις ανάγκες και της τεχνικές απαιτήσεις των χρηστών μιας περιοχής: ~ ιστοσελίδων. Υπηρεσίες ~ης. 2. ΟΙΚΟΝ. μοντέλο που έχει ως στόχο την οικονομική αποκέντρωση και την ενίσχυση των τοπικών οικονομιών. Βλ. αποανάπτυξη, -ποίηση. ΑΝΤ. παγκοσμιοποίηση (2) [< αγγλ. localization]
51001τοπικός, ή, ό το-πι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με συγκεκριμένο τόπο, συνήθ. σε αντιδιαστολή προς μια ευρύτερη περιφέρεια: ~ός: διοικητής (Αστυνομίας)/έφορος/ήρωας/καιρός/οίνος/οργανισμός/παράγοντας/(ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός) σταθμός/σύλλογος/σύμβουλος/Τύπος. ~ή: ανάπτυξη/δράση/ενδυμασία (βλ. παραδοσιακή)/ενημέρωση/ένωση/επιτροπή/έρευνα (πβ. επιτόπιος)/εφημερίδα/ιστορία/κοινωνία/κουζίνα της περιοχής (πβ. γαστρονομία)/οικονομία/παράδοση/συγκοινωνία/ώρα (: που ισχύει για συγκεκριμένη περιοχή). ~ό: γλυκό/γραφείο/δίκτυο/κατάστημα/κλίμα (πβ. μικροκλίμα)/πρόγραμμα/πρωτάθλημα/συμβούλιο. ~οί: άνεμοι (: συνήθ. μικρής έντασης, που οφείλονται στις επικρατούσες συνθήκες μιας περιοχής)/άρχοντες/φορείς. ~ές: αργίες/Αρχές/βροχές/ειδήσεις/εκδηλώσεις/εκλογές/εορτές/καταιγίδες/ομίχλες/πρωτοβουλίες (απασχόλησης). ~ά: έθιμα/νέα/προβλήματα/προϊόντα/συμφέροντα (ΣΥΝ. ντόπιος)/φυτά (ΣΥΝ. ενδημικά). Ο ~ός χαρακτήρας μιας επιχείρησης. Δημιουργία θέσεων εργασίας σε ~ό επίπεδο. Θέματα ~ού ενδιαφέροντος. Βλ. δια~, υπερ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: δίσκος. ΑΝΤ. παγκόσμιος 2. που σχετίζεται με συγκεκριμένο τμήμα από σύνολο: ~ός: έλεγχος/ερεθισμός (του δέρματος). ~ή: αναισθησία/αντιμετώπιση (νόσου)/εφαρμογή/ζημιά/θεραπεία/χρήση (π.χ. αλοιφής). ~ό: αδυνάτισμα/καθάρισμα/πλύσιμο. ΑΝΤ. γενικός (1), ολικός 3. ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει τόπο: ~ός: προσδιορισμός. ~ό: επίρρημα (π.χ. εδώ, εκεί, πάνω, κάτω). ● επίρρ.: τοπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Δίκτυα Τοπικής Περιοχής βλ. δίκτυο, τοπική αυτοδιοίκηση βλ. αυτοδιοίκηση, τοπική κοινότητα βλ. κοινότητα, τοπικό διαμέρισμα βλ. διαμέρισμα, τοπικό πάχος βλ. πάχος ● ΦΡ.: κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα [< αρχ. τοπικός, γαλλ.-αγγλ. local]
51002τοπικότητατο-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του τοπικού. ΑΝΤ. οικουμενικότητα, παγκοσμιότητα 2. ΦΥΣ. η ιδιότητα σημείου να κατέχει μια θέση στον χώρο ή τον χρόνο. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπικότητα της αναφοράς: ΠΛΗΡΟΦ. η ιδιότητα των προγραμμάτων να κάνουν χρήση των ίδιων ή παρόμοιων δεδομένων και εντολών που χρησιμοποίησαν πρόσφατα. [< αγγλ. locality of reference] [< γαλλ. localité]
51003τοπίοτο-πί-ο ουσ. (ουδ.) 1. γεωγραφικό τμήμα, τόπος συνήθ. στη φύση, όπως παρουσιάζεται σε έναν παρατηρητή ή ως θέαμα: αγροτικό/ανεξερεύνητο/αστικό/γραφικό/ειδυλλιακό/λευκό (= χιονισμένο)/μαγευτικό/μεσογειακό/νησιωτικό/ορεινό/πανέμορφο/τουριστικό/φυσικό ~. Αλλοίωση/αρχιτεκτονική/καταστροφή του ~ου. Εταιρεία Προστασίας ~ου και Περιβάλλοντος. Απολαμβάνω/ατενίζω/θαυμάζω το ~. Φωτογραφίζω ~α. Πβ. τοποθεσία. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. {συνήθ. στον πληθ.} τοπιογραφία: θαλασσινά/ιμπρεσιονιστικά ~α από Έλληνες ζωγράφους. Έκθεση ~ων σε γκαλερί. 3. (μτφ.) οι συνθήκες, τα δεδομένα και γενικότ. η κατάσταση που επικρατεί σε συγκεκριμένο χώρο ή τομέα: εργασιακό/λογοτεχνικό/οικονομικό/πολιτικό/πολιτιστικό/προεκλογικό/τηλεπικοινωνιακό ~. Εξελίξεις στο τηλεοπτικό ~. Το ~ των ΜΜΕ. Ανακατατάξεις στο ενεργειακό ~ της χώρας. Ξεκαθαρίζει το ~ στις ομάδες του ομίλου. Στοιχεία που φωτίζουν το ~. Πβ. σκηνικό. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή τοπίου (μτφ.): μεταβολή της κατάστασης: ~ ~ στην αγορά/στο σύστημα (συνταξιοδότησης)/στον τουρισμό/στη χώρα. ~ ~ για το ασφαλιστικό., θολό τοπίο βλ. θολός, σεληνιακό τοπίο βλ. σεληνιακός [< 1: μεσν. τοπίον 2,3: γαλλ. paysage, αγγλ. landscape – παλαιότ. εσφαλμ. ορθογρ. τοπείο]
51004τοπιογραφίατο-πι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική με έμφαση στην απεικόνιση φυσικών τοπίων ή πόλεων: αστική/ελληνική ~.|| (συνεκδ.) Θαλασσογραφίες και ~ες (= πίνακες με τοπία). Βλ. -γραφία, προσωπογραφία. ΣΥΝ. τοπίο (2) [< γαλλ. paysage]
51005τοπιογραφικός, ή, ό το-πι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την τοπιογραφία ή τον τοπιογράφο: ~ό: θέμα. ~ά: έργα.
51006τοπιογράφοςτο-πι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που ζωγραφίζει τοπία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. paysagiste]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.