| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50975 | τοξίνη | το-ξί-νη ουσ. (θηλ.) {τοξιν-ών, συνηθέστ. στον πληθ.}: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. τοξική ουσία που παράγεται από ζωντανά κύτταρα ή οργανισμούς και μπορεί να προκαλέσει παθολογική βλάβη στους σωματικούς ιστούς: βακτηριακή/θανατηφόρα/μικροβιακή/τετανική ~ (βλ. αντι~). ~ μύκητα/χολέρας. Αποβολή/απορρόφηση/εξουδετέρωση/παραγωγή/συσσώρευση ~ών. Απαλλαγή/καθαρισμός του οργανισμού από τις ~ες. Βλ. ενδο-, εξω-, μυκο-τοξίνες, εντερο~, νευρο~, -ίνη. [< γαλλ. toxine, αγγλ. toxin] | |
| 50976 | τοξίνωση | το-ξί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. επιβάρυνση του οργανισμού από τοξίνες: αλκοολική/χρόνια ~. Εκφυλιστικές παθήσεις που σχετίζονται με την ~. [< αγγλ. toxinosis] | |
| 50978 | τοξοβολία | το-ξο-βο-λί-α ουσ. (θηλ.): ΑΘΛ. ολυμπιακό άθλημα στο οποίο γίνεται ρίψη βέλους με τόξο σε καθορισμένους στόχους: σκοπευτική ~. ~ ανδρών/γυναικών. ~ πεδίου. Βλ. -βολία. [< μτγν. τοξοβολία, γαλλ. tir à l'arc] | |
| 50979 | τοξοβόλος | το-ξο-βό-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΑΘΛ. αθλητής ή αθλήτρια του αγωνίσματος της τοξοβολίας. [< μτγν. τοξοβόλος] | |
| 50980 | τοξοειδές | το-ξο-ει-δές ουσ. (ουδ.) {τοξοειδ-ούς | -ή} (λόγ.): ΙΑΤΡ. χημικά τροποποιημένη τοξίνη από παθογόνο μικροοργανισμό, που δεν είναι πλέον τοξική, αλλά είναι ακόμη αντιγόνο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως εμβόλιο: ~ της διφθερίτιδας/του τετάνου. [< αγγλ. toxoid] | |
| 50981 | τοξοειδής | , ής, ές το-ξο-ει-δής επίθ. (λόγ.) : του οποίου το σχήμα μοιάζει με τόξο: ~ής: πυρήνας. ~ής: γέφυρα/διάταξη/κατασκευή. ~ές: άνοιγμα. Βλ. -ειδής. ΣΥΝ. τοξωτός ● επίρρ.: τοξοειδώς [-ῶς] [< μτγν. τοξοειδής] | |
| 50982 | τοξόπλασμα | το-ξό-πλα-σμα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. παρασιτικό πρωτόζωο (επιστ. ονομασ. Toxoplasma gondii) που προσβάλλει ιστούς και όργανα του ανθρώπινου οργανισμού καθώς και των πτηνών και των θηλαστικών. Βλ. -πλασμα. [< γαλλ. toxoplasme, 1908, αγγλ. toxoplasma, 1926] | |
| 50983 | τοξοπλάσμωση | το-ξο-πλά-σμω-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μολυσματική νόσος που προκαλείται από τοξόπλασμα (Toxoplasma gondii), μεταδίδεται στον άνθρωπο από κατοικίδια ζώα, κυρ. γάτες, και ωμό κρέας και μπορεί να προκαλέσει σοβαρή βλάβη στο κεντρικό νευρικό σύστημα ιδ. του εμβρύου κατά την ενδομήτρια ζωή του: εγκεφαλική/επίκτητη/συγγενής ~. Αντισώματα ~ης. Βλ. ζωοανθρωπονόσος. [< γαλλ. toxoplasmose, 1913, αγγλ. toxoplasmosis, 1926] | |
| 50984 | τοξοστοιχία | το-ξο-στοι-χί-α ουσ. (θηλ.): ΑΡΧΙΤ. σειρά από κίονες που ενώνονται με τόξα: τμήμα ~ας ρωμαϊκού υδραγωγείου. Περίστυλη αυλή με ~ες. | |
| 50985 | τοξότης | το-ξό-της ουσ. (αρσ.) 1. {σπάν. θηλ. τοξότρια} (παλαιότ.) πρόσωπο που κυνηγούσε ή στρατιώτης που πολεμούσε με τόξο. Βλ. τοξοβόλος. 2. ΑΣΤΡΟΝ.-ΑΣΤΡΟΛ. {(προφ.) θηλ. τοξοτίνα} (με κεφαλ. το αρχικό Τ) αστερισμός του νοτίου ημισφαιρίου· το ένατο από τα ζώδια του ζωδιακού κύκλου (23 Νοεμβρίου-21 Δεκεμβρίου) μεταξύ Σκορπιού και Αιγόκερου· συνεκδ. ο αστρολογικός χαρακτηρισμός του προσώπου που έχει γεννηθεί την αντίστοιχη περίοδο. [< αρχ. τοξότης] | |
| 50986 | τοξύλιο | το-ξύ-λι-ο ουσ. (ουδ.) {τοξυλί-ου} 1. ΑΡΧΙΤ. {κυρ. στον πληθ.} καθένα από τα μικρά τόξα που είναι τοποθετημένα σε συνεχή σχηματισμό κάτω από οριζόντιο γείσο συνήθ. στέγης και αποτελούν αφανές δομικό στοιχείο τοίχου. 2. (επίσ.) τμήμα της δομής μονοθέσιου και διθέσιου αγωνιστικού αυτοκινήτου το οποίο στηρίζει τον κλωβό: εμπρόσθιο/πλευρικό ~. ~α ασφαλείας. | |
| 50987 | τοξωτός | , ή, ό το-ξω-τός επίθ. (λόγ.): του οποίου το σχήμα μοιάζει με τόξο: ~ός: θόλος/ταμπουράς. ~ή: γέφυρα/οροφή/πόρτα/πύλη/στοά. ~ό: άνοιγμα/παράθυρο/πλαίσιο/φράγμα. ~οί: τάφοι. ~ά: έγχορδα/κουφώματα/φρύδια. Πβ. αψιδωτός, κυρτός. ΣΥΝ. τοξοειδής ● επίρρ.: τοξωτά | |
| 50988 | τοπ μόντελ | τοπ μό-ντελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: γυναίκα κυρ. ή άνδρας μοντέλο εξαιρετικής ομορφιάς με διεθνή καριέρα και φήμη. ΣΥΝ. υπερμοντέλο [< αγγλ. top model, γαλλ. top-modèle, 1973] | |
| 51008 | τοπ μόντελ | βλ. τοπ | |
| 51026 | τοπ-τεν & τοπ τεν | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τοπ 10: λίστα με τις δέκα πιο δημοφιλείς προτιμήσεις από ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων: δισκογραφικό/ελληνικό ~ (μουσικής). ~ βιβλίων/πωλήσεων. Το ~ της χρονιάς. Ψηφίζω (για) το ~. Τραγούδια που βρίσκονται στο ~.|| (ως επίθ.) ~ ταινίες. [< αμερικ. top ten, 1958] | |
| 50989 | τοπ1 | επίθ. {άκλ.} (προφ.): που βρίσκεται στην κορυφή, μοναδικός, καταπληκτικός: ~ προσφορές/τραγούδι. Τα ~ δέκα (= ~-τεν) ξενοδοχεία του κόσμου. ΣΥΝ. αξεπέραστος (1), κορυφαίος ΑΝΤ. τελευταίος (4) [< αγγλ. top, γαλλ. ~, 1977] | |
| 50990 | τοπ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: λίστα με τα κορυφαία στοιχεία σε ένα σύνολο ομοειδών: το ~-100 των τραγουδιών. Βλ. τοπ-τεν. [< αμερικ. top] | |
| 50991 | τοπ3 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: φανελάκι ή μπλουζάκι. ● Υποκ.: τοπάκι (το) [< αγγλ. top, γαλλ. ~, περ. 1990] | |
| 50992 | τοπάζι | το-πά-ζι ουσ. (ουδ.) & τοπάζιο: ΟΡΥΚΤ. ορυκτό πυριτικό του αργιλίου και του φθορίου, που αποτελεί σπουδαίο πολύτιμο πετράδι: γαλάζιο/κίτρινο/λευκό/μπλε/ροζ ~. Βλ. κιτρίνης, χρυσόλιθος. [< μτγν. τοπάζιον, γαλλ. topaze, αγγλ. topaz] | |
| 50993 | τοπάρχης | το-πάρ-χης ουσ. (αρσ.) 1. ΙΣΤ. πρόσωπο που διοικούσε τοπαρχία. Βλ. -άρχης, προεστός, προύχοντας. 2. (μτφ.-ειρων.) ισχυρός παράγοντας στην πολιτική ζωή τοπικών κοινωνιών. [< 1: μτγν. τοπάρχης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ