| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51007 | τόπλες | τό-πλες επίρρ. {άκλ.}: με το στήθος και γενικότ. το μέρος του κορμού από τη μέση και πάνω ακάλυπτο: Κάνει ηλιοθεραπεία/μπάνιο ~ (= γυμνόστηθη).|| (ως επίθ.) ~ μαγιό/μπικίνι.|| (ως ουσ.) Της αρέσει το ~ σε ερημικές παραλίες. [< αγγλ. topless, 1937] | |
| 51009 | τοπογράφηση | το-πο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): καταγραφή και απεικόνιση σε χάρτη των σημείων μιας περιοχής: ~ αρχαιολογικών μνημείων/οικισμού/πλατειών και πάρκων. Υπηρεσία ~ης. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. levé] | |
| 51010 | τοπογραφία | το-π-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΟΠΟΓΡ. επιστημονικός κλάδος που έχει αντικείμενο μελέτης την απεικόνιση υπό κλίμακα των φυσικών και τεχνητών στοιχείων της γήινης επιφάνειας πάνω σε χάρτη ή μακέτα: ~ μεταλλείων. Τμήμα Γεωπληροφορικής και ~ας. Εργαστήριο Μηχανικών Επιστημών και ~ας. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική/μνημειακή ~.|| (συνεκδ.) Σύνθετη ~ (= τοπογραφικό) εδάφους. Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) λεπτομερής περιγραφή ή ανάλυση των στοιχείων ενός δομημένου συνόλου: κοινωνική/πολιτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφία κερατοειδούς: ΙΑΤΡ. ειδική εξέταση που απεικονίζει ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά της καμπυλότητας του κερατοειδούς. [< μτγν. τοπογραφία, γαλλ. topographie, αγγλ. topography] | |
| 51011 | τοπογραφικός | , ή, ό το-π-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που αναφέρεται στην τοπογραφία: ~ός: εξοπλισμός/χάρτης. ~ή: αποτύπωση/διαµόρφωση/θέση/μελέτη/υπηρεσία. ~ό: ανάγλυφο/σχεδιάγραμμα/σχέδιο. ~ά: όργανα. Βλ. κτηματολογικός. ● Ουσ.: τοπογραφικό (το): σχέδιο που προσδιορίζει τη θέση ακινήτου (οικοπέδου ή αγροτεμαχίου) σε σχέση με τα γειτονικά του. ● επίρρ.: τοπογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφική ανατομία βλ. ανατομία [< μεσν. τοπογραφικός, γαλλ. topographique, αγγλ. topographic] | |
| 51012 | τοπογράφος | το-πο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): μηχανικός ειδικευμένος στην τοπογραφία: αγρονόμος ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. τοπογράφος, γαλλ. topographe, αγγλ. topographer] | |
| 51013 | τοποθεσία | το-πο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. θέση συγκεκριμένου τόπου ή ακινήτου· γενικότ. τοπίο: αρχαιολογική/ερημική/ήσυχη/ιστορική/μαγευτική/ορεινή/παράκτια/πεδινή/στρατηγική ~. ~ ξενοδοχείου. Η ακριβής ~ όπου συνέβη το δυστύχημα. Κατοικία/οικόπεδο σε καλή ~. Κατάλληλες ~ες για τηλεοπτικά γυρίσματα. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. δικτυακός τόπος/χώρος: διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~. ~ αποθήκευσης/αρχείων. Αναζήτηση/διεύθυνση/όροι/(κοινή) χρήση ~ας. Διεθνείς ~ες. Βλ. -θεσία. ΣΥΝ. ιστότοπος, ιστοχώρος, σάιτ [< 1: μτγν. τοποθεσία 'καταγραφή μιας περιοχής' 2: αγγλ. site] | |
| 51014 | τοποθέτηση | το-πο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τοποθετώ: κάθετη/οριζόντια ~. ~ επίπλων/κεραίας/κλιματιστικού/περιφράξεων/συστήματος πυρανίχνευσης (πβ. εγκατάσταση)/φίλτρου. ~ των προϊόντων στα ράφια (: σε ορισμένη διάταξη, λ.χ., στα μάτια των καταναλωτών)/των τροφίμων στο ψυγείο. Επιφανειακή ~ καλωδίων. Λανθασμένη/σωστή ~ των χεριών στο πιάνο. Χειρουργική επέμβαση ~ης βηματοδότη. Βλ. (εν)απόθεση.|| ~ αγγελίας/διαφημίσεων/πληροφοριών σε ιστοσελίδα. Πβ. ανάρτηση.|| (μτφ.) ~ των κειμένων στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Πβ. ένταξη. 2. (μτφ.) καθορισμός της θέσης υπαλλήλου: ~ήσεις διευθυντών/δικαστικών/στελεχών. Οριστικές/προσωρινές ~ήσεις εκπαιδευτικών. Αίτηση ~ης. Βλ. διορισμός.|| Οριστικοποιήθηκε η ~ή της ως προέδρου του συμβουλίου. 3. ΟΙΚΟΝ. επένδυση: ασφαλιστική ~. ~ κεφαλαίων/μετοχών. ~ των αποταµιεύσεων σε οµόλογα. Βραχυπρόθεσμες/επιλεκτικές ~ήσεις. Οι εταιρείες αναζητούν νέες στρατηγικές ~ήσεις. 4. (μτφ.) άποψη, θέση ή κυρ. η έκφρασή τους: γενικόλογη/θεωρητική/ιδεολογική/πολιτική ~. Εισήγηση-~. Κριτική στην ~ του ... Στην ~ που έκανε, επεσήμανε ότι ... Επίσημη ~ του Συλλόγου (για ένα θέμα). Δημόσιες ~ήσεις σχετικά με το ζήτημα (πβ. δήλωση).|| Ξεκάθαρη ~ του προβλήματος. Βλ. ανα-, επανα-τοποθέτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: τοποθέτηση προϊόντων: έμμεση πληρωμένη διαφήμιση στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Βλ. γκρίζα διαφήμιση. [< αγγλ. product placement, 1982], φωνητική τοποθέτηση: ΜΟΥΣ. τεχνική χειρισμού της φωνής κατά τρόπο ώστε να ερμηνεύει ο τραγουδιστής ένα τραγούδι με τη λιγότερη δυνατή προσπάθεια. [< αγγλ. voice placement, 1931] [< γαλλ. mise en place, αγγλ. placing, positioning] | |
| 51015 | τοποθετώ | [τοποθετῶ] το-πο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {τοποθετ-είς ..., -ώντας | ετοποθετείτο, τοποθετ-ούνταν, τοποθέτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} 1. (λόγ.) βάζω: Άγνωστοι ~ησαν εμπρηστικό μηχανισμό στο ... ~ήθηκαν κάδοι ανακύκλωσης. Το γλυπτό θα ~ηθεί στην προβλήτα του λιμανιού. Στο γήπεδο ~ήθηκε φυσικός χλοοτάπητας. ~ήστε (εσφαλμ. ~είστε) τις μπαταρίες σωστά. Βιβλία ~ημένα σε ράφια. Βλ. εγκαθιστώ. 2. (μτφ.) προσδιορίζω τον χρόνο ή/και τον τόπο ενός γεγονότος, μιας κατάστασης, ενός κτίσματος: ~ ένα καλλιτεχνικό ρεύμα στο ιστορικό του πλαίσιο.|| Οι αρχαιολόγοι ~ούν την πόλη στο λόφο ... 3. (μτφ.) θέτω σε μια σειρά, ιεραρχία: Οι τελευταίες νίκες ~ησαν την ομάδα στην κορυφή του ομίλου. Το αυτοκίνητο ~είται (= κατατάσσεται) στην κατηγορία των μικρών. 4. παρέχω σε κάποιον μια θέση, κυρ. εργασίας, τον επιφορτίζω με μια αρμοδιότητα: ~ φύλακες γύρω από το κτίριο. Ο Υπουργός ~σε νέο διευθυντή (= (δι)όρισε). ~ήθηκε (ως) διοικητής/επικεφαλής της ομάδας/πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. 5. επενδύω: ~ τα χρήματά μου σε αμοιβαία κεφάλαια/σε μετοχές/στο χρηματιστήριο. 6. (μτφ.) στηρίζω: ~ησε (= έθεσε) το θέμα στη σωστή του βάση/σε νέα προοπτική. Το ζήτημα ~ήθηκε σε άλλη διάσταση. Βλ. -θετώ. ● Παθ.: τοποθετούμαι: παίρνω θέση, εκφράζω άποψη σχετικά με ένα ζήτημα: Η παράταξή μας ~ήθηκε αρνητικά/επίσημα/θετικά επί του θέματος. Απέφυγε να ~ηθεί δημόσια σχετικά με ... Στην ομιλία του ~ήθηκε ξεκάθαρα υπέρ της συνέχισης της απεργίας. [< πβ. μτγν. τοποθετῶ ‘περιγράφω τη θέση τόπου’, γαλλ. placer] | |
| 51016 | τοπολαλιά | βλ. ντοπιολαλιά | |
| 51017 | τοπολογία | το-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. κλάδος που μελετά τους μαθηματικούς χώρους με γεωμετρικές ιδιότητες οι οποίες δεν μεταβάλλονται, όταν οι χώροι αυτοί υφίστανται διαρκείς παραμορφώσεις: αλγεβρική/γενική/μετρική ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γεωµετρική αναπαράσταση των γραµµών και των συνδεδεµένων συσκευών ενός δικτύου και ο αντίστοιχος τρόπος σύνδεσής τους: ~ κυκλώµατος. ~ες δικτύων (: ~ αστέρα/δακτυλίου/δένδρου/διαύλου/πλέγματος). Βλ. -λογία. [< γαλλ. topologie, 1933, αγγλ. topology] | |
| 51018 | τοπολογικός | , ή, ό το-πο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τοπολογία: (ΜΑΘ.) ~ός: χάρτης/χώρος. ~ή: ανάλυση/διάσταση/διάταξη/δομή/ταξινόμηση. ~ό: μοντέλο. ~οί: πίνακες. ~ές: ομάδες/σχέσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: δίκτυο. ● επίρρ.: τοπολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. γαλλ. topologique, 1964, αγγλ. topological] | |
| 51019 | τοπομετρία | το-πο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΔ. το σύνολο των τεχνικών και μετρήσεων που πραγματοποιούνται πάνω στη Γη για τη δημιουργία ενός χάρτη. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. topométrie, 1900, αγγλ. topometry] | |
| 51020 | τόπος | τό-πος ουσ. (αρσ.) 1. συγκεκριμένη έκταση γης, τοποθεσία, περιοχή: βραχώδης/γόνιμος/επίπεδος/έρημος/μακρινός ~. Πβ. έδαφος.|| Γενέθλιος/φιλόξενος ~ (πβ. πόλη, χώρα). ~ γέννησης/διαμονής/διεξαγωγής (αγώνων)/εγκατάστασης/έκδοσης/κατοικίας/παραγωγής/παραθερισμού/προορισμού. ~ εισαγωγής/εξαγωγής προϊόντων. Ο ~ του ατυχήματος/του μαρτυρίου/της μάχης. Άγονος, φτωχός ~. Εδώ είναι ο ~ όπου ... Μετακίνηση από ~ο σε ~ο/προς και από τον ~ο εργασίας. Αρχαιολογικοί/ιεροί/ιστορικοί ~οι. ~οι λατρείας. Ανεξερεύνητοι ~οι της Γης. Παραμύθια από ~ους της Ασίας. Έχει ισχυρούς δεσμούς με τον ~ο καταγωγής του. Τα σωστικά συνεργεία δυσκολεύτηκαν να φτάσουν στον ~ο της τραγωδίας. Ιδανικός ~ για ... Η ενότητα του ~ου στο κλασικό θέατρο.|| (ΓΡΑΜΜ.) Επιρρηματικός προσδιορισμός του ~ου. ΣΥΝ. μέρος (2) 2. χώρος: Πιάνει πολύ ~ο. Κάνε ~ο να περάσω. Έχει γεμίσει ο ~ σκουπίδια. 3. η ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου: Γύρισε στον ~ο του. Η ιστορία του ~ου μας. 4. ΛΟΓΟΤ. -ΡΗΤΟΡ. παραδοσιακό μοτίβο, λογοτεχνική σύμβαση. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιοι Τόποι: ΕΚΚΛΗΣ. οι περιοχές της αρχαίας Παλαιστίνης όπου έζησε και δίδαξε ο Χριστός., γεωμετρικός τόπος: ΜΑΘ. το σύνολο όλων των σημείων που έχουν μόνο αυτά μία κοινή χαρακτηριστική ιδιότητα. [< νεολατ. locus] , αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος βλ. αρχαιολογικός, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός, κοινός τόπος βλ. κοινός, κρανίου τόπος βλ. κρανίο, τόπος αναπαύσεως βλ. ανάπαυση, τόπος του εγκλήματος βλ. έγκλημα ● ΦΡ.: εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ: ΕΚΚΛΗΣ. (στη νεκρώσιμη ακολουθία) για τον τόπο όπου βρίσκεται ο νεκρός: Απεβίωσεν/αποδήμησε εις ~ ~. Αναπαύεται/βρίσκεται εν ~ ~., επί τόπου (λόγ.): επιτόπου., κατά τόπους: κατά περιοχές, τοπικά: ηλιοφάνεια και λίγη ~ ~ συννεφιά.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ (= τοπικές) διευθύνσεις/υπηρεσίες. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στα ~ ~ γραφεία του Οργανισμού., πιάνει τόπο (προφ.): για κάτι που έχει αποτέλεσμα, αξιοποιείται θετικά: Οι κόποι/τα λεφτά/οι συμβουλές του έπιασαν ~., τόπο στα νιάτα: για να δηλωθεί ότι πρέπει να παραμερίζουν οι μεγαλύτεροι ή γεροντότεροι, ώστε να δίνονται ευκαιρίες στους νέους: Δώστε ~ ~!, αδειάζω τη γωνιά/τον τόπο βλ. αδειάζω, ατάκα κι επί τόπου βλ. ατάκα, αφήνω στον τόπο βλ. αφήνω, βρόμησε ο τόπος βλ. βρομώ, δεν με χωρά(ει) ο τόπος βλ. χωρώ, δίνω τόπο στην οργή βλ. οργή, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, έμεινε στον τόπο βλ. μένω, κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη βλ. ζακόνι, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, κουνήσου από τη θέση σου βλ. κουνώ, ουδείς προφήτης στον τόπο του βλ. προφήτης, παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο βλ. παπούτσι, στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< αρχ. τόπος ‘θέση, μέρος, θέμα’, γαλλ. lieu, γερμ. Topos, αγγλ. topos] | |
| 51022 | τοπόσημο | το-πό-ση-μο ουσ. (ουδ.): οικοδόμημα συνήθ., που με την ιδιαίτερη αισθητική, αρχιτεκτονική ή και ιστορική σημασία του για μια περιοχή, αποτελεί σήμα κατατεθέν και πόλο έλξης για τους επισκέπτες: αρχαιολογικά/βιομηχανικά/ιστορικά/πολιτισμικά ~α. Η Ακρόπολη, το διαχρονικό ~ της Αθήνας. Ο Λευκός Πύργος σύμβολο-~ της Θεσσαλονίκης. Κτίριο-~. || φυσικά ~α (: φυσικοί σχηματισμοί ιδιαίτερου κάλλους, όπως τα Μετέωρα, η χαράδρα του Βίκου, το φαράγγι της Σαμαριάς). Πβ. σημείο αναφοράς, -σημο. [< αγγλ. landmark, γαλλ. point de repère] | |
| 51023 | τοποτηρητεία | το-πο-τη-ρη-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. το αξίωμα του τοποτηρητή και η διάρκεια της θητείας του: ~ του Πατριαρχείου/της Μητρόπολης. Ανέλαβε την ~. | |
| 51024 | τοποτηρητής | το-πο-τη-ρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. εξουσιοδοτημένος κληρικός που αναπληρώνει ανώτερο ιεράρχη σε έδρα που χηρεύει, μέχρι την εκλογή νέου: αποστολικός/πληρεξούσιος ~. ~ αρχιεπισκοπικού/οικουμενικού θρόνου. Εκλογή ~ή. Βλ. βικάριος. 2. (μτφ.-συνήθ. μειωτ.) άτομο που ορίζεται να ασκεί εποπτεία σε έναν χώρο και να δίνει σχετική αναφορά: κομματικός/κυβερνητικός/οικονομικός ~. ~ ξένων συμφερόντων. Πβ. αναπληρωτής, αντικαταστάτης. [< μεσν. τοποτηρητής] | |
| 51025 | τοποχρονολογία | το-πο-χρο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): (στη βιβλιογραφία) αναφορά του τόπου, του έτους έκδοσης και του εκδοτικού οίκου ενός έργου: ~ δημοσίευσης. | |
| 51027 | τοπωνυμία | το-πω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) {τοπωνυμι-ών} ΓΛΩΣΣ. 1. το σύνολο των τοπωνυμίων (περιοχής, χώρας) και η επιστημονική τους μελέτη: Συμβούλιο ~ών του Υπουργείου Εσωτερικών. Βλ. -ωνυμία. 2. (καταχρ.) τοπωνύμιο. [< γαλλ. toponymie, αγγλ. toponymy] | |
| 51028 | τοπωνυμικός | , ή, ό το-πω-νυ-μι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που έχει σχέση με τα τοπωνύμια: ~ός: χάρτης. ~ό: υλικό. Βλ. -ωνυμικός. ● Ουσ.: τοπωνυμικό (το): το σύνολο ή η συλλογή τοπωνυμίων ενός γεωγραφικού τόπου: το ~ της Ηπείρου/Ρόδου. ~ά των Αθηνών. [< γαλλ. toponymique, αγγλ. toponymic] | |
| 51029 | τοπωνύμιο | το-πω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. όνομα γεωγραφικού τόπου: βυζαντινό/ιστορικό ~. ~ οικισμού/χωριού. Βλ. -ωνύμιο. [< γαλλ. toponyme, αγγλ. toponym] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ