| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 50994 | τοπαρχία | το-παρ-χί-α ουσ. (θηλ.): ΙΣΤ. περιφέρεια που διοικούνταν από τον τοπάρχη. Βλ. -αρχία. [< μτγν. τοπαρχία] | |
| 50995 | τόπι | τό-πι ουσ. (ουδ.) 1. μπάλα, κυρ. πλαστική και ελαφριά: (παλαιότ.) πολύχρωμο ~. Παίζω ~.|| (ειδικότ., ποδοσφαιρική μπάλα) Με κεφαλιά κάρφωσε το ~ στα δίχτυα. 2. πολλά μέτρα ύφασμα τυλιγμένο συνήθ. γύρω από ξύλινο ή χάρτινο κύλινδρο. Πβ. ρολό. 3. (παρωχ.) μπάλα κανονιού· κατ' επέκτ. κανόνι. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) (προφ.): τον δέρνω άγρια, βάναυσα: Τους έπιασαν και τους έκαναν ~ ~. ΣΥΝ. κάνω κάποιον με τα κρεμμυδάκια (2), ξυλοκοπώ, τουλουμιάζω στο ξύλο, κατέχει το τόπι (προφ.): είναι ιδιαίτερα ικανός και ταλαντούχος παίκτης ποδοσφαίρου. Βλ. μπαλαδόρος., χάνω τη(ν) μπάλα/το τόπι βλ. μπάλα [< τουρκ. top] | |
| 50996 | τόπικ | τό-πικ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ΔΙΑΔΙΚΤ. θέμα συζήτησης σε διαδικτυακό χώρο. [< αγγλ. topic] | |
| 50997 | τοπικισμός | το-πι-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (αρνητ. συνυποδ.): η προσκόλληση κάποιου στην ιδιαίτερη πατρίδα του, αποκλειστική προώθηση των συμφερόντων της: στείρος ~. Βλ. -ισμός. ΑΝΤ. κοσμοπολιτισμός (1) [< γαλλ. régionalisme] | |
| 50998 | τοπικιστής | το-πι-κι-στής ουσ. (αρσ.) , τοπικίστρια (η): πρόσωπο που χαρακτηρίζεται από τοπικισμό. Βλ. εθνικιστής. ΑΝΤ. κοσμοπολίτης, κοσμοπολίτισσα (2) [< γαλλ. régionaliste] | |
| 50999 | τοπικιστικός | , ή, ό το-πι-κι-στι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τοπικισμό ή τον τοπικιστή: ~ός: ρατσισμός. ~ή: νοοτροπία. ~ό: πνεύμα/στοιχείο/συναίσθημα. ~ές: αντιλήψεις/αντιπαραθέσεις/τάσεις. ~ά: συμφέροντα/σύνδρομα. ΑΝΤ. κοσμοπολίτικος (2) ● επίρρ.: τοπικιστικά [< γαλλ. régionaliste] | |
| 51000 | τοπικοποίηση | το-πι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΠΛΗΡΟΦ. προσαρμογή λογισμικού στη γλώσσα, τις ανάγκες και της τεχνικές απαιτήσεις των χρηστών μιας περιοχής: ~ ιστοσελίδων. Υπηρεσίες ~ης. 2. ΟΙΚΟΝ. μοντέλο που έχει ως στόχο την οικονομική αποκέντρωση και την ενίσχυση των τοπικών οικονομιών. Βλ. αποανάπτυξη, -ποίηση. ΑΝΤ. παγκοσμιοποίηση (2) [< αγγλ. localization] | |
| 51001 | τοπικός | , ή, ό το-πι-κός επίθ. 1. που σχετίζεται με συγκεκριμένο τόπο, συνήθ. σε αντιδιαστολή προς μια ευρύτερη περιφέρεια: ~ός: διοικητής (Αστυνομίας)/έφορος/ήρωας/καιρός/οίνος/οργανισμός/παράγοντας/(ραδιοφωνικός/τηλεοπτικός) σταθμός/σύλλογος/σύμβουλος/Τύπος. ~ή: ανάπτυξη/δράση/ενδυμασία (βλ. παραδοσιακή)/ενημέρωση/ένωση/επιτροπή/έρευνα (πβ. επιτόπιος)/εφημερίδα/ιστορία/κοινωνία/κουζίνα της περιοχής (πβ. γαστρονομία)/οικονομία/παράδοση/συγκοινωνία/ώρα (: που ισχύει για συγκεκριμένη περιοχή). ~ό: γλυκό/γραφείο/δίκτυο/κατάστημα/κλίμα (πβ. μικροκλίμα)/πρόγραμμα/πρωτάθλημα/συμβούλιο. ~οί: άνεμοι (: συνήθ. μικρής έντασης, που οφείλονται στις επικρατούσες συνθήκες μιας περιοχής)/άρχοντες/φορείς. ~ές: αργίες/Αρχές/βροχές/ειδήσεις/εκδηλώσεις/εκλογές/εορτές/καταιγίδες/ομίχλες/πρωτοβουλίες (απασχόλησης). ~ά: έθιμα/νέα/προβλήματα/προϊόντα/συμφέροντα (ΣΥΝ. ντόπιος)/φυτά (ΣΥΝ. ενδημικά). Ο ~ός χαρακτήρας μιας επιχείρησης. Δημιουργία θέσεων εργασίας σε ~ό επίπεδο. Θέματα ~ού ενδιαφέροντος. Βλ. δια~, υπερ~.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ός: δίσκος. ΑΝΤ. παγκόσμιος 2. που σχετίζεται με συγκεκριμένο τμήμα από σύνολο: ~ός: έλεγχος/ερεθισμός (του δέρματος). ~ή: αναισθησία/αντιμετώπιση (νόσου)/εφαρμογή/ζημιά/θεραπεία/χρήση (π.χ. αλοιφής). ~ό: αδυνάτισμα/καθάρισμα/πλύσιμο. ΑΝΤ. γενικός (1), ολικός 3. ΓΡΑΜΜ. που φανερώνει τόπο: ~ός: προσδιορισμός. ~ό: επίρρημα (π.χ. εδώ, εκεί, πάνω, κάτω). ● επίρρ.: τοπικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Δίκτυα Τοπικής Περιοχής βλ. δίκτυο, τοπική αυτοδιοίκηση βλ. αυτοδιοίκηση, τοπική κοινότητα βλ. κοινότητα, τοπικό διαμέρισμα βλ. διαμέρισμα, τοπικό πάχος βλ. πάχος ● ΦΡ.: κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα [< αρχ. τοπικός, γαλλ.-αγγλ. local] | |
| 51002 | τοπικότητα | το-πι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. (λόγ.) η ιδιότητα του τοπικού. ΑΝΤ. οικουμενικότητα, παγκοσμιότητα 2. ΦΥΣ. η ιδιότητα σημείου να κατέχει μια θέση στον χώρο ή τον χρόνο. Βλ. -ότητα. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπικότητα της αναφοράς: ΠΛΗΡΟΦ. η ιδιότητα των προγραμμάτων να κάνουν χρήση των ίδιων ή παρόμοιων δεδομένων και εντολών που χρησιμοποίησαν πρόσφατα. [< αγγλ. locality of reference] [< γαλλ. localité] | |
| 51003 | τοπίο | το-πί-ο ουσ. (ουδ.) 1. γεωγραφικό τμήμα, τόπος συνήθ. στη φύση, όπως παρουσιάζεται σε έναν παρατηρητή ή ως θέαμα: αγροτικό/ανεξερεύνητο/αστικό/γραφικό/ειδυλλιακό/λευκό (= χιονισμένο)/μαγευτικό/μεσογειακό/νησιωτικό/ορεινό/πανέμορφο/τουριστικό/φυσικό ~. Αλλοίωση/αρχιτεκτονική/καταστροφή του ~ου. Εταιρεία Προστασίας ~ου και Περιβάλλοντος. Απολαμβάνω/ατενίζω/θαυμάζω το ~. Φωτογραφίζω ~α. Πβ. τοποθεσία. 2. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. {συνήθ. στον πληθ.} τοπιογραφία: θαλασσινά/ιμπρεσιονιστικά ~α από Έλληνες ζωγράφους. Έκθεση ~ων σε γκαλερί. 3. (μτφ.) οι συνθήκες, τα δεδομένα και γενικότ. η κατάσταση που επικρατεί σε συγκεκριμένο χώρο ή τομέα: εργασιακό/λογοτεχνικό/οικονομικό/πολιτικό/πολιτιστικό/προεκλογικό/τηλεπικοινωνιακό ~. Εξελίξεις στο τηλεοπτικό ~. Το ~ των ΜΜΕ. Ανακατατάξεις στο ενεργειακό ~ της χώρας. Ξεκαθαρίζει το ~ στις ομάδες του ομίλου. Στοιχεία που φωτίζουν το ~. Πβ. σκηνικό. ● ΣΥΜΠΛ.: αλλαγή τοπίου (μτφ.): μεταβολή της κατάστασης: ~ ~ στην αγορά/στο σύστημα (συνταξιοδότησης)/στον τουρισμό/στη χώρα. ~ ~ για το ασφαλιστικό., θολό τοπίο βλ. θολός, σεληνιακό τοπίο βλ. σεληνιακός [< 1: μεσν. τοπίον 2,3: γαλλ. paysage, αγγλ. landscape – παλαιότ. εσφαλμ. ορθογρ. τοπείο] | |
| 51004 | τοπιογραφία | το-πι-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.): ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. ζωγραφική με έμφαση στην απεικόνιση φυσικών τοπίων ή πόλεων: αστική/ελληνική ~.|| (συνεκδ.) Θαλασσογραφίες και ~ες (= πίνακες με τοπία). Βλ. -γραφία, προσωπογραφία. ΣΥΝ. τοπίο (2) [< γαλλ. paysage] | |
| 51005 | τοπιογραφικός | , ή, ό το-πι-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. που σχετίζεται με την τοπιογραφία ή τον τοπιογράφο: ~ό: θέμα. ~ά: έργα. | |
| 51006 | τοπιογράφος | το-πι-ο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): καλλιτέχνης που ζωγραφίζει τοπία. Βλ. -γράφος. [< γαλλ. paysagiste] | |
| 51007 | τόπλες | τό-πλες επίρρ. {άκλ.}: με το στήθος και γενικότ. το μέρος του κορμού από τη μέση και πάνω ακάλυπτο: Κάνει ηλιοθεραπεία/μπάνιο ~ (= γυμνόστηθη).|| (ως επίθ.) ~ μαγιό/μπικίνι.|| (ως ουσ.) Της αρέσει το ~ σε ερημικές παραλίες. [< αγγλ. topless, 1937] | |
| 51009 | τοπογράφηση | το-πο-γρά-φη-ση ουσ. (θηλ.): καταγραφή και απεικόνιση σε χάρτη των σημείων μιας περιοχής: ~ αρχαιολογικών μνημείων/οικισμού/πλατειών και πάρκων. Υπηρεσία ~ης. Βλ. -γράφηση. [< γαλλ. levé] | |
| 51010 | τοπογραφία | το-π-ο-γρα-φί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΤΟΠΟΓΡ. επιστημονικός κλάδος που έχει αντικείμενο μελέτης την απεικόνιση υπό κλίμακα των φυσικών και τεχνητών στοιχείων της γήινης επιφάνειας πάνω σε χάρτη ή μακέτα: ~ μεταλλείων. Τμήμα Γεωπληροφορικής και ~ας. Εργαστήριο Μηχανικών Επιστημών και ~ας. Αρχαιολογική έρευνα και ιστορική/μνημειακή ~.|| (συνεκδ.) Σύνθετη ~ (= τοπογραφικό) εδάφους. Βλ. -γραφία. 2. (μτφ.) λεπτομερής περιγραφή ή ανάλυση των στοιχείων ενός δομημένου συνόλου: κοινωνική/πολιτική ~. ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφία κερατοειδούς: ΙΑΤΡ. ειδική εξέταση που απεικονίζει ποσοτικά και ποιοτικά χαρακτηριστικά της καμπυλότητας του κερατοειδούς. [< μτγν. τοπογραφία, γαλλ. topographie, αγγλ. topography] | |
| 51011 | τοπογραφικός | , ή, ό το-π-ο-γρα-φι-κός επίθ.: ΤΟΠΟΓΡ. που αναφέρεται στην τοπογραφία: ~ός: εξοπλισμός/χάρτης. ~ή: αποτύπωση/διαµόρφωση/θέση/μελέτη/υπηρεσία. ~ό: ανάγλυφο/σχεδιάγραμμα/σχέδιο. ~ά: όργανα. Βλ. κτηματολογικός. ● Ουσ.: τοπογραφικό (το): σχέδιο που προσδιορίζει τη θέση ακινήτου (οικοπέδου ή αγροτεμαχίου) σε σχέση με τα γειτονικά του. ● επίρρ.: τοπογραφικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τοπογραφική ανατομία βλ. ανατομία [< μεσν. τοπογραφικός, γαλλ. topographique, αγγλ. topographic] | |
| 51012 | τοπογράφος | το-πο-γρά-φος ουσ. (αρσ. + θηλ.): μηχανικός ειδικευμένος στην τοπογραφία: αγρονόμος ~. Βλ. -γράφος. [< μτγν. τοπογράφος, γαλλ. topographe, αγγλ. topographer] | |
| 51013 | τοποθεσία | το-πο-θε-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. θέση συγκεκριμένου τόπου ή ακινήτου· γενικότ. τοπίο: αρχαιολογική/ερημική/ήσυχη/ιστορική/μαγευτική/ορεινή/παράκτια/πεδινή/στρατηγική ~. ~ ξενοδοχείου. Η ακριβής ~ όπου συνέβη το δυστύχημα. Κατοικία/οικόπεδο σε καλή ~. Κατάλληλες ~ες για τηλεοπτικά γυρίσματα. 2. ΔΙΑΔΙΚΤ. δικτυακός τόπος/χώρος: διαδικτυακή/ηλεκτρονική ~. ~ αποθήκευσης/αρχείων. Αναζήτηση/διεύθυνση/όροι/(κοινή) χρήση ~ας. Διεθνείς ~ες. Βλ. -θεσία. ΣΥΝ. ιστότοπος, ιστοχώρος, σάιτ [< 1: μτγν. τοποθεσία 'καταγραφή μιας περιοχής' 2: αγγλ. site] | |
| 51014 | τοποθέτηση | το-πο-θέ-τη-ση ουσ. (θηλ.) 1. η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τοποθετώ: κάθετη/οριζόντια ~. ~ επίπλων/κεραίας/κλιματιστικού/περιφράξεων/συστήματος πυρανίχνευσης (πβ. εγκατάσταση)/φίλτρου. ~ των προϊόντων στα ράφια (: σε ορισμένη διάταξη, λ.χ., στα μάτια των καταναλωτών)/των τροφίμων στο ψυγείο. Επιφανειακή ~ καλωδίων. Λανθασμένη/σωστή ~ των χεριών στο πιάνο. Χειρουργική επέμβαση ~ης βηματοδότη. Βλ. (εν)απόθεση.|| ~ αγγελίας/διαφημίσεων/πληροφοριών σε ιστοσελίδα. Πβ. ανάρτηση.|| (μτφ.) ~ των κειμένων στο ιστορικό πλαίσιο της εποχής. Πβ. ένταξη. 2. (μτφ.) καθορισμός της θέσης υπαλλήλου: ~ήσεις διευθυντών/δικαστικών/στελεχών. Οριστικές/προσωρινές ~ήσεις εκπαιδευτικών. Αίτηση ~ης. Βλ. διορισμός.|| Οριστικοποιήθηκε η ~ή της ως προέδρου του συμβουλίου. 3. ΟΙΚΟΝ. επένδυση: ασφαλιστική ~. ~ κεφαλαίων/μετοχών. ~ των αποταµιεύσεων σε οµόλογα. Βραχυπρόθεσμες/επιλεκτικές ~ήσεις. Οι εταιρείες αναζητούν νέες στρατηγικές ~ήσεις. 4. (μτφ.) άποψη, θέση ή κυρ. η έκφρασή τους: γενικόλογη/θεωρητική/ιδεολογική/πολιτική ~. Εισήγηση-~. Κριτική στην ~ του ... Στην ~ που έκανε, επεσήμανε ότι ... Επίσημη ~ του Συλλόγου (για ένα θέμα). Δημόσιες ~ήσεις σχετικά με το ζήτημα (πβ. δήλωση).|| Ξεκάθαρη ~ του προβλήματος. Βλ. ανα-, επανα-τοποθέτηση. ● ΣΥΜΠΛ.: τοποθέτηση προϊόντων: έμμεση πληρωμένη διαφήμιση στον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το διαδίκτυο. Βλ. γκρίζα διαφήμιση. [< αγγλ. product placement, 1982], φωνητική τοποθέτηση: ΜΟΥΣ. τεχνική χειρισμού της φωνής κατά τρόπο ώστε να ερμηνεύει ο τραγουδιστής ένα τραγούδι με τη λιγότερη δυνατή προσπάθεια. [< αγγλ. voice placement, 1931] [< γαλλ. mise en place, αγγλ. placing, positioning] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ