| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51030 | τορ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα πίεσης που αντιστοιχεί στην πίεση η οποία ασκείται στη βάση μιας στήλης υδραργύρου ύψους ενός χιλιοστόμετρου. Ισοδυναμεί με 133,3 πασκάλ. Βλ. μπαρ2.[< αγγλ. torr, 1949, γαλλ. ~, 1953, ιταλ. ανθρ. E. Torricelli] | |
| 51031 | Τορά | Το-ρά ουσ. (θηλ.) {άκλ.} ΘΡΗΣΚ. 1. Πεντάτευχος· συνεκδ. οι σχετικοί χειρόγραφοι πάπυροι που διαβάζονται στη συναγωγή. Βλ. Μωσαϊκός Νόμος. 2. (κατ' επέκτ.) το σύνολο του Εβραϊκού Νόμου που περιλαμβάνει τα κείμενα του Βιβλικού κανόνα και του Ταλμούδ. [< γαλλ. torah, εβραϊκό tōrāh] | |
| 51033 | τορβάς & τουρβάς | βλ. ντορβάς | |
| 51034 | τορέρο | το-ρέ-ρο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): ταυρομάχος. [< ισπ. torero] | |
| 51035 | τόρμος | τόρ-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προεξέχον τμήμα εξαρτήματος που προσαρμόζεται στην υποδοχή κάποιου άλλου: ένωση με ~ο. Βλ. γόμφος, δόντι. [< αρχ. τόρμος, γαλλ. tenon] | |
| 51036 | τορναδόρος | τορ-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στον χειρισμό τόρνου: ~ μετάλλων/ξύλου. Βλ. -αδόρος. [< βεν. tornidor] | |
| 51037 | τορνάρω | βλ. τορνεύω | |
| 51038 | τόρνευμα | τόρ-νευ-μα ουσ. (ουδ.) & τόρνεμα & τορνάρισμα (προφ.): τόρνευση. [< αρχ. τόρνευμα] | |
| 51039 | τόρνευση | τόρ-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανουργική κατεργασία κοπής υλικού ή αντικειμένου με τόρνο: διαμήκης/εγκάρσια/έκκεντρη/εσωτερική/κωνική/μετωπική ~. ~ μεταλλικών μερών/ξύλου/πλαστικού και καουτσούκ. Πβ. φρεζάρισμα. ΣΥΝ. τόρνευμα [< μτγν. τόρνευσις] | |
| 51040 | τορνευτικός | , ή, ό τορ-νευ-τι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται στην τόρνευση: ~ό: πριόνι. ● Ουσ.: τορνευτική (η): η τεχνική της κοπής υλικού με τόρνο. [< μτγν. τορνευτικός] | |
| 51041 | τορνευτός | , ή, ό τορ-νευ-τός επίθ. 1. κατεργασμένος με τόρνο και κατ' επέκτ. με δεξιοτεχνία: ~ή: επιφάνεια. ~ές: πόρτες. ~ά: κάγκελα. 2. (μτφ.) καλοφτιαγμένος· περίτεχνος: ~ές: γάμπες. ~ά: πόδια. Πβ. καλλίγραμμος.|| ~ός: λόγος (= φροντισμένος ή επιτηδευμένος). Πβ. λαξευτός. [< 1: μτγν. τορνευτός] | |
| 51042 | τορνεύω | τορ-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {τόρν-εψε, -ευτεί, -εμένος} & (προφ.) τορνάρω 1. κατεργάζομαι υλικό με τόρνο. Πβ. φρεζάρω. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι τον λόγο με περίτεχνο τρόπο: Ο ποιητής ~ει τις λέξεις. Πβ. λαξεύω. [< 1: αρχ. τορνεύω] | |
| 51043 | τόρνος | τόρ-νος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή με κοπτικό εργαλείο για την κατεργασία της επιφάνειας αντικειμένου από ξύλο ή μέταλλο, καθώς αυτό περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του: αυτόματος/ηλεκτρονικός ~. [< αρχ. τόρνος < τείρω ‘τρυπώ’, γαλλ. tour] | |
| 51044 | τορός | βλ. ντορός | |
| 51045 | τορπιλάκατος | τορ-πι-λά-κα-τος ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό, ελαφρύ και χαμηλό, ταχύπλοο σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού που είναι εφοδιασμένο με σύστημα εκτόξευσης τορπιλών. [< γαλλ. torpilleur] | |
| 51046 | τορπίλη | τορ-πί-λη ουσ. (θηλ.) {τορπιλ-ών} 1. ΣΤΡΑΤ. & (λαϊκό) τορπίλα: αυτοπροωθούμενο υποβρύχιο βλήμα, κυλινδρικού σχήματος, που εκτοξεύεται από αεροσκάφος, πλοίο ή υποβρύχιο και εκρήγνυται με την πρόσκρουση σε καθορισμένο στόχο: βολή/έκρηξη ~ης. Τηλεκατευθυνόμενες ~ες. Συσσωρευτές ~ών. 2. (μτφ.) κάθε ενέργεια που πλήττει, υπονομεύει κάποιον ή κάτι και προκαλεί έντονες αντιδράσεις: κυβερνητική ~. ~ για τον τουρισμό η απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας (πβ. πλήγμα). [< γαλλ. torpille] | |
| 51047 | τορπιλητής | τορ-πι-λη-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού} (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός ή ναύτης που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό και είχε ειδικευτεί στον χειρισμό και την εκτόξευση τορπιλών. [< γαλλ. torpilleur] | |
| 51048 | τορπιλίζω | τορ-πι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {τορπίλι-σε, τορπιλί-σει, -στηκε, -στεί, τορπιλίζ-οντας, τορπιλι-σμένος} 1. (μτφ.) ενεργώ με υπονομευτικό τρόπο, για να ματαιώσω ή να εμποδίσω κάτι: ~ τις διαπραγματεύσεις/μια διάσκεψη/την ενότητα/την προσπάθεια/τα σχέδια (κάποιου). ~εται η συμφωνία/συνεργασία των δύο κρατών. Πβ. ναρκοθετώ, σαμποτάρω, υποσκάπτω. ΣΥΝ. ανατρέπω (1), δυναμιτίζω (1), τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα (1), υπονομεύω 2. ΣΤΡΑΤ. εκτοξεύω τορπίλη και ανατινάζω εχθρικό στόχο: ~ μεταγωγικό/πλοίο/υποβρύχιο. ~σμένο: καταδρομικό. [< πβ. γαλλ. torpiller] | |
| 51049 | τορπιλικός | , ή, ό τορ-πι-λι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που έχει σχέση με τορπίλη: ~ός: στόλος. ~ή: επίθεση. ● Ουσ.: τορπιλικό (το) (παλαιότ.): τορπιλοβόλο. Βλ. αντι~. | |
| 51050 | τορπιλισμός | τορ-πι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) υπονόμευση ή ματαίωση: ~ των διαπραγματεύσεων/των ενεργειών/των προσπαθειών/των συνομιλιών/των σχεδίων. Πβ. σαμποτάζ. Βλ. -ισμός. 2. επίθεση και ανατίναξη στόχου με τορπίλη: ~ και καταβύθιση πλοίου. [< γαλλ. torpillage, 1915] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ