Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51540-51560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51015τοποθετώ[τοποθετῶ] το-πο-θε-τώ ρ. (μτβ.) {τοποθετ-είς ..., -ώντας | ετοποθετείτο, τοποθετ-ούνταν, τοποθέτ-ησα, -ήσει, -ούμαι, -ήθηκα, -ηθεί, -ημένος} 1. (λόγ.) βάζω: Άγνωστοι ~ησαν εμπρηστικό μηχανισμό στο ... ~ήθηκαν κάδοι ανακύκλωσης. Το γλυπτό θα ~ηθεί στην προβλήτα του λιμανιού. Στο γήπεδο ~ήθηκε φυσικός χλοοτάπητας. ~ήστε (εσφαλμ. ~είστε) τις μπαταρίες σωστά. Βιβλία ~ημένα σε ράφια. Βλ. εγκαθιστώ. 2. (μτφ.) προσδιορίζω τον χρόνο ή/και τον τόπο ενός γεγονότος, μιας κατάστασης, ενός κτίσματος: ~ ένα καλλιτεχνικό ρεύμα στο ιστορικό του πλαίσιο.|| Οι αρχαιολόγοι ~ούν την πόλη στο λόφο ... 3. (μτφ.) θέτω σε μια σειρά, ιεραρχία: Οι τελευταίες νίκες ~ησαν την ομάδα στην κορυφή του ομίλου. Το αυτοκίνητο ~είται (= κατατάσσεται) στην κατηγορία των μικρών. 4. παρέχω σε κάποιον μια θέση, κυρ. εργασίας, τον επιφορτίζω με μια αρμοδιότητα: ~ φύλακες γύρω από το κτίριο. Ο Υπουργός ~σε νέο διευθυντή (= (δι)όρισε). ~ήθηκε (ως) διοικητής/επικεφαλής της ομάδας/πρόεδρος του διοικητικού συμβουλίου. 5. επενδύω: ~ τα χρήματά μου σε αμοιβαία κεφάλαια/σε μετοχές/στο χρηματιστήριο. 6. (μτφ.) στηρίζω: ~ησε (= έθεσε) το θέμα στη σωστή του βάση/σε νέα προοπτική. Το ζήτημα ~ήθηκε σε άλλη διάσταση. Βλ. -θετώ. ● Παθ.: τοποθετούμαι: παίρνω θέση, εκφράζω άποψη σχετικά με ένα ζήτημα: Η παράταξή μας ~ήθηκε αρνητικά/επίσημα/θετικά επί του θέματος. Απέφυγε να ~ηθεί δημόσια σχετικά με ... Στην ομιλία του ~ήθηκε ξεκάθαρα υπέρ της συνέχισης της απεργίας. [< πβ. μτγν. τοποθετῶ ‘περιγράφω τη θέση τόπου’, γαλλ. placer]
51016τοπολαλιάβλ. ντοπιολαλιά
51017τοπολογίατο-πο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΜΑΘ. κλάδος που μελετά τους μαθηματικούς χώρους με γεωμετρικές ιδιότητες οι οποίες δεν μεταβάλλονται, όταν οι χώροι αυτοί υφίστανται διαρκείς παραμορφώσεις: αλγεβρική/γενική/μετρική ~. 2. ΠΛΗΡΟΦ. γεωµετρική αναπαράσταση των γραµµών και των συνδεδεµένων συσκευών ενός δικτύου και ο αντίστοιχος τρόπος σύνδεσής τους: ~ κυκλώµατος. ~ες δικτύων (: ~ αστέρα/δακτυλίου/δένδρου/διαύλου/πλέγματος). Βλ. -λογία. [< γαλλ. topologie, 1933, αγγλ. topology]
51018τοπολογικός, ή, ό το-πο-λο-γι-κός επίθ.: που σχετίζεται με την τοπολογία: (ΜΑΘ.) ~ός: χάρτης/χώρος. ~ή: ανάλυση/διάσταση/διάταξη/δομή/ταξινόμηση. ~ό: μοντέλο. ~οί: πίνακες. ~ές: ομάδες/σχέσεις.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ό: δίκτυο. ● επίρρ.: τοπολογικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] [< πβ. γαλλ. topologique, 1964, αγγλ. topological]
51019τοπομετρίατο-πο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΔ. το σύνολο των τεχνικών και μετρήσεων που πραγματοποιούνται πάνω στη Γη για τη δημιουργία ενός χάρτη. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. topométrie, 1900, αγγλ. topometry]
51020τόποςτό-πος ουσ. (αρσ.) 1. συγκεκριμένη έκταση γης, τοποθεσία, περιοχή: βραχώδης/γόνιμος/επίπεδος/έρημος/μακρινός ~. Πβ. έδαφος.|| Γενέθλιος/φιλόξενος ~ (πβ. πόλη, χώρα). ~ γέννησης/διαμονής/διεξαγωγής (αγώνων)/εγκατάστασης/έκδοσης/κατοικίας/παραγωγής/παραθερισμού/προορισμού. ~ εισαγωγής/εξαγωγής προϊόντων. Ο ~ του ατυχήματος/του μαρτυρίου/της μάχης. Άγονος, φτωχός ~. Εδώ είναι ο ~ όπου ... Μετακίνηση από ~ο σε ~ο/προς και από τον ~ο εργασίας. Αρχαιολογικοί/ιεροί/ιστορικοί ~οι. ~οι λατρείας. Ανεξερεύνητοι ~οι της Γης. Παραμύθια από ~ους της Ασίας. Έχει ισχυρούς δεσμούς με τον ~ο καταγωγής του. Τα σωστικά συνεργεία δυσκολεύτηκαν να φτάσουν στον ~ο της τραγωδίας. Ιδανικός ~ για ... Η ενότητα του ~ου στο κλασικό θέατρο.|| (ΓΡΑΜΜ.) Επιρρηματικός προσδιορισμός του ~ου. ΣΥΝ. μέρος (2) 2. χώρος: Πιάνει πολύ ~ο. Κάνε ~ο να περάσω. Έχει γεμίσει ο ~ σκουπίδια. 3. η ιδιαίτερη πατρίδα κάποιου: Γύρισε στον ~ο του. Η ιστορία του ~ου μας. 4. ΛΟΓΟΤ. -ΡΗΤΟΡ. παραδοσιακό μοτίβο, λογοτεχνική σύμβαση. ● ΣΥΜΠΛ.: Άγιοι Τόποι: ΕΚΚΛΗΣ. οι περιοχές της αρχαίας Παλαιστίνης όπου έζησε και δίδαξε ο Χριστός., γεωμετρικός τόπος: ΜΑΘ. το σύνολο όλων των σημείων που έχουν μόνο αυτά μία κοινή χαρακτηριστική ιδιότητα. [< νεολατ. locus] , αρχαιολογική θέση/αρχαιολογικός τόπος βλ. αρχαιολογικός, δικτυακός τόπος/χώρος βλ. δικτυακός, κοινός τόπος βλ. κοινός, κρανίου τόπος βλ. κρανίο, τόπος αναπαύσεως βλ. ανάπαυση, τόπος του εγκλήματος βλ. έγκλημα ● ΦΡ.: εις τόπον χλοερόν/εν τόπω χλοερώ: ΕΚΚΛΗΣ. (στη νεκρώσιμη ακολουθία) για τον τόπο όπου βρίσκεται ο νεκρός: Απεβίωσεν/αποδήμησε εις ~ ~. Αναπαύεται/βρίσκεται εν ~ ~., επί τόπου (λόγ.): επιτόπου., κατά τόπους: κατά περιοχές, τοπικά: ηλιοφάνεια και λίγη ~ ~ συννεφιά.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ (= τοπικές) διευθύνσεις/υπηρεσίες. Οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθύνονται στα ~ ~ γραφεία του Οργανισμού., πιάνει τόπο (προφ.): για κάτι που έχει αποτέλεσμα, αξιοποιείται θετικά: Οι κόποι/τα λεφτά/οι συμβουλές του έπιασαν ~., τόπο στα νιάτα: για να δηλωθεί ότι πρέπει να παραμερίζουν οι μεγαλύτεροι ή γεροντότεροι, ώστε να δίνονται ευκαιρίες στους νέους: Δώστε ~ ~!, αδειάζω τη γωνιά/τον τόπο βλ. αδειάζω, ατάκα κι επί τόπου βλ. ατάκα, αφήνω στον τόπο βλ. αφήνω, βρόμησε ο τόπος βλ. βρομώ, δεν με χωρά(ει) ο τόπος βλ. χωρώ, δίνω τόπο στην οργή βλ. οργή, εκτός τόπου και χρόνου βλ. εκτός, έμεινε στον τόπο βλ. μένω, κάθε τόπος και ζακόνι, κάθε μαχαλάς και τάξη βλ. ζακόνι, κάνω/ανοίγω χώρο/τόπο βλ. κάνω, κατά τόπο(ν) αρμοδιότητα βλ. αρμοδιότητα, κουνήσου από τη θέση σου βλ. κουνώ, ουδείς προφήτης στον τόπο του βλ. προφήτης, παπούτσι απ' τον τόπο σου κι ας είναι (/είν' και) μπαλωμένο βλ. παπούτσι, στον καταραμένο τόπο (τον) Μάη μήνα βρέχει βλ. Μάης [< αρχ. τόπος ‘θέση, μέρος, θέμα’, γαλλ. lieu, γερμ. Topos, αγγλ. topos]
51022τοπόσημο

το-πό-ση-μο ουσ. (ουδ.): οικοδόμημα συνήθ., που με την ιδιαίτερη αισθητική, αρχιτεκτονική ή και ιστορική σημασία του για μια περιοχή, αποτελεί σήμα κατατεθέν και πόλο έλξης για τους επισκέπτες: αρχαιολογικά/βιομηχανικά/ιστορικά/πολιτισμικά ~α. Η Ακρόπολη, το διαχρονικό ~ της Αθήνας. Ο Λευκός Πύργος σύμβολο-~ της Θεσσαλονίκης. Κτίριο-~. || φυσικά    ~α (: φυσικοί σχηματισμοί ιδιαίτερου κάλλους, όπως τα Μετέωρα, η χαράδρα του Βίκου, το φαράγγι της Σαμαριάς). Πβ. σημείο αναφοράς, -σημο. [< αγγλ. landmark, γαλλ. point de repère]

51023τοποτηρητείατο-πο-τη-ρη-τεί-α ουσ. (θηλ.): ΕΚΚΛΗΣ. το αξίωμα του τοποτηρητή και η διάρκεια της θητείας του: ~ του Πατριαρχείου/της Μητρόπολης. Ανέλαβε την ~.
51024τοποτηρητήςτο-πο-τη-ρη-τής ουσ. (αρσ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. εξουσιοδοτημένος κληρικός που αναπληρώνει ανώτερο ιεράρχη σε έδρα που χηρεύει, μέχρι την εκλογή νέου: αποστολικός/πληρεξούσιος ~. ~ αρχιεπισκοπικού/οικουμενικού θρόνου. Εκλογή ~ή. Βλ. βικάριος. 2. (μτφ.-συνήθ. μειωτ.) άτομο που ορίζεται να ασκεί εποπτεία σε έναν χώρο και να δίνει σχετική αναφορά: κομματικός/κυβερνητικός/οικονομικός ~. ~ ξένων συμφερόντων. Πβ. αναπληρωτής, αντικαταστάτης. [< μεσν. τοποτηρητής]
51025τοποχρονολογίατο-πο-χρο-νο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): (στη βιβλιογραφία) αναφορά του τόπου, του έτους έκδοσης και του εκδοτικού οίκου ενός έργου: ~ δημοσίευσης.
51027τοπωνυμίατο-πω-νυ-μί-α ουσ. (θηλ.) {τοπωνυμι-ών} ΓΛΩΣΣ. 1. το σύνολο των τοπωνυμίων (περιοχής, χώρας) και η επιστημονική τους μελέτη: Συμβούλιο ~ών του Υπουργείου Εσωτερικών. Βλ. -ωνυμία. 2. (καταχρ.) τοπωνύμιο. [< γαλλ. toponymie, αγγλ. toponymy]
51028τοπωνυμικός, ή, ό το-πω-νυ-μι-κός επίθ.: ΓΛΩΣΣ. που έχει σχέση με τα τοπωνύμια: ~ός: χάρτης. ~ό: υλικό. Βλ. -ωνυμικός. ● Ουσ.: τοπωνυμικό (το): το σύνολο ή η συλλογή τοπωνυμίων ενός γεωγραφικού τόπου: το ~ της Ηπείρου/Ρόδου. ~ά των Αθηνών. [< γαλλ. toponymique, αγγλ. toponymic]
51029τοπωνύμιοτο-πω-νύ-μι-ο ουσ. (ουδ.): ΓΛΩΣΣ. όνομα γεωγραφικού τόπου: βυζαντινό/ιστορικό ~. ~ οικισμού/χωριού. Βλ. -ωνύμιο. [< γαλλ. toponyme, αγγλ. toponym]
51030τορουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα πίεσης που αντιστοιχεί στην πίεση η οποία ασκείται στη βάση μιας στήλης υδραργύρου ύψους ενός χιλιοστόμετρου. Ισοδυναμεί με 133,3 πασκάλ. Βλ. μπαρ2.[< αγγλ. torr, 1949, γαλλ. ~, 1953, ιταλ. ανθρ. E. Torricelli]
51031ΤοράΤο-ρά ουσ. (θηλ.) {άκλ.} ΘΡΗΣΚ. 1. Πεντάτευχος· συνεκδ. οι σχετικοί χειρόγραφοι πάπυροι που διαβάζονται στη συναγωγή. Βλ. Μωσαϊκός Νόμος. 2. (κατ' επέκτ.) το σύνολο του Εβραϊκού Νόμου που περιλαμβάνει τα κείμενα του Βιβλικού κανόνα και του Ταλμούδ. [< γαλλ. torah, εβραϊκό tōrāh]
51033τορβάς & τουρβάςβλ. ντορβάς
51034τορέροτο-ρέ-ρο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): ταυρομάχος. [< ισπ. torero]
51035τόρμοςτόρ-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προεξέχον τμήμα εξαρτήματος που προσαρμόζεται στην υποδοχή κάποιου άλλου: ένωση με ~ο. Βλ. γόμφος, δόντι. [< αρχ. τόρμος, γαλλ. tenon]
51036τορναδόροςτορ-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στον χειρισμό τόρνου: ~ μετάλλων/ξύλου. Βλ. -αδόρος. [< βεν. tornidor]
51037τορνάρωβλ. τορνεύω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.