Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51540-51560]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51030τορουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΕΤΡΟΛ. μονάδα πίεσης που αντιστοιχεί στην πίεση η οποία ασκείται στη βάση μιας στήλης υδραργύρου ύψους ενός χιλιοστόμετρου. Ισοδυναμεί με 133,3 πασκάλ. Βλ. μπαρ2.[< αγγλ. torr, 1949, γαλλ. ~, 1953, ιταλ. ανθρ. E. Torricelli]
51031ΤοράΤο-ρά ουσ. (θηλ.) {άκλ.} ΘΡΗΣΚ. 1. Πεντάτευχος· συνεκδ. οι σχετικοί χειρόγραφοι πάπυροι που διαβάζονται στη συναγωγή. Βλ. Μωσαϊκός Νόμος. 2. (κατ' επέκτ.) το σύνολο του Εβραϊκού Νόμου που περιλαμβάνει τα κείμενα του Βιβλικού κανόνα και του Ταλμούδ. [< γαλλ. torah, εβραϊκό tōrāh]
51033τορβάς & τουρβάςβλ. ντορβάς
51034τορέροτο-ρέ-ρο ουσ. (αρσ.) {άκλ.} (προφ.): ταυρομάχος. [< ισπ. torero]
51035τόρμοςτόρ-μος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. προεξέχον τμήμα εξαρτήματος που προσαρμόζεται στην υποδοχή κάποιου άλλου: ένωση με ~ο. Βλ. γόμφος, δόντι. [< αρχ. τόρμος, γαλλ. tenon]
51036τορναδόροςτορ-να-δό-ρος ουσ. (αρσ.): τεχνίτης ειδικευμένος στον χειρισμό τόρνου: ~ μετάλλων/ξύλου. Βλ. -αδόρος. [< βεν. tornidor]
51037τορνάρωβλ. τορνεύω
51038τόρνευματόρ-νευ-μα ουσ. (ουδ.) & τόρνεμα & τορνάρισμα (προφ.): τόρνευση. [< αρχ. τόρνευμα]
51039τόρνευσητόρ-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανουργική κατεργασία κοπής υλικού ή αντικειμένου με τόρνο: διαμήκης/εγκάρσια/έκκεντρη/εσωτερική/κωνική/μετωπική ~. ~ μεταλλικών μερών/ξύλου/πλαστικού και καουτσούκ. Πβ. φρεζάρισμα. ΣΥΝ. τόρνευμα [< μτγν. τόρνευσις]
51040τορνευτικός, ή, ό τορ-νευ-τι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται στην τόρνευση: ~ό: πριόνι. ● Ουσ.: τορνευτική (η): η τεχνική της κοπής υλικού με τόρνο. [< μτγν. τορνευτικός]
51041τορνευτός, ή, ό τορ-νευ-τός επίθ. 1. κατεργασμένος με τόρνο και κατ' επέκτ. με δεξιοτεχνία: ~ή: επιφάνεια. ~ές: πόρτες. ~ά: κάγκελα. 2. (μτφ.) καλοφτιαγμένος· περίτεχνος: ~ές: γάμπες. ~ά: πόδια. Πβ. καλλίγραμμος.|| ~ός: λόγος (= φροντισμένος ή επιτηδευμένος). Πβ. λαξευτός. [< 1: μτγν. τορνευτός]
51042τορνεύωτορ-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {τόρν-εψε, -ευτεί, -εμένος} & (προφ.) τορνάρω 1. κατεργάζομαι υλικό με τόρνο. Πβ. φρεζάρω. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι τον λόγο με περίτεχνο τρόπο: Ο ποιητής ~ει τις λέξεις. Πβ. λαξεύω. [< 1: αρχ. τορνεύω]
51043τόρνοςτόρ-νος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή με κοπτικό εργαλείο για την κατεργασία της επιφάνειας αντικειμένου από ξύλο ή μέταλλο, καθώς αυτό περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του: αυτόματος/ηλεκτρονικός ~. [< αρχ. τόρνος < τείρω ‘τρυπώ’, γαλλ. tour]
51044τορόςβλ. ντορός
51045τορπιλάκατοςτορ-πι-λά-κα-τος ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό, ελαφρύ και χαμηλό, ταχύπλοο σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού που είναι εφοδιασμένο με σύστημα εκτόξευσης τορπιλών. [< γαλλ. torpilleur]
51046τορπίλητορ-πί-λη ουσ. (θηλ.) {τορπιλ-ών} 1. ΣΤΡΑΤ. & (λαϊκό) τορπίλα: αυτοπροωθούμενο υποβρύχιο βλήμα, κυλινδρικού σχήματος, που εκτοξεύεται από αεροσκάφος, πλοίο ή υποβρύχιο και εκρήγνυται με την πρόσκρουση σε καθορισμένο στόχο: βολή/έκρηξη ~ης. Τηλεκατευθυνόμενες ~ες. Συσσωρευτές ~ών. 2. (μτφ.) κάθε ενέργεια που πλήττει, υπονομεύει κάποιον ή κάτι και προκαλεί έντονες αντιδράσεις: κυβερνητική ~. ~ για τον τουρισμό η απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας (πβ. πλήγμα). [< γαλλ. torpille]
51047τορπιλητήςτορ-πι-λη-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού} (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός ή ναύτης που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό και είχε ειδικευτεί στον χειρισμό και την εκτόξευση τορπιλών. [< γαλλ. torpilleur]
51048τορπιλίζωτορ-πι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {τορπίλι-σε, τορπιλί-σει, -στηκε, -στεί, τορπιλίζ-οντας, τορπιλι-σμένος} 1. (μτφ.) ενεργώ με υπονομευτικό τρόπο, για να ματαιώσω ή να εμποδίσω κάτι: ~ τις διαπραγματεύσεις/μια διάσκεψη/την ενότητα/την προσπάθεια/τα σχέδια (κάποιου). ~εται η συμφωνία/συνεργασία των δύο κρατών. Πβ. ναρκοθετώ, σαμποτάρω, υποσκάπτω. ΣΥΝ. ανατρέπω (1), δυναμιτίζω (1), τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα (1), υπονομεύω 2. ΣΤΡΑΤ. εκτοξεύω τορπίλη και ανατινάζω εχθρικό στόχο: ~ μεταγωγικό/πλοίο/υποβρύχιο. ~σμένο: καταδρομικό. [< πβ. γαλλ. torpiller]
51049τορπιλικός, ή, ό τορ-πι-λι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που έχει σχέση με τορπίλη: ~ός: στόλος. ~ή: επίθεση. ● Ουσ.: τορπιλικό (το) (παλαιότ.): τορπιλοβόλο. Βλ. αντι~.
51050τορπιλισμόςτορ-πι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) υπονόμευση ή ματαίωση: ~ των διαπραγματεύσεων/των ενεργειών/των προσπαθειών/των συνομιλιών/των σχεδίων. Πβ. σαμποτάζ. Βλ. -ισμός. 2. επίθεση και ανατίναξη στόχου με τορπίλη: ~ και καταβύθιση πλοίου. [< γαλλ. torpillage, 1915]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.