| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51051 | τορπιλοβόλο | τορ-πι-λο-βό-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. ευέλικτο και ταχέως κινούμενο σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού, μεγαλύτερο από την τορπιλάκατο, που εκτόξευε τορπίλες. ΣΥΝ. τορπιλικό [< γαλλ. lance-torpilles] | |
| 51052 | τορπιλοπλάνο | τορ-πι-λο-πλά-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. τύπος πολεμικού αεροσκάφους οπλισμένου με μία ή δύο ηλεκτρονικά κατευθυνόμενες τορπίλες για τον τορπιλισμό θαλάσσιων στόχων. [< αγγλ. torpedo plane] | |
| 51053 | τορτελίνια | τορ-τε-λί-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τορτελίνι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά με γέμιση, που έχουν σχήμα μικρού δαχτυλιδιού: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ αλά κρεμ/με κρέας/με τυριά/στο φούρνο. Σουφλέ με ~. [< ιταλ. tortellini, πληθ. του tortellino, γαλλ. ~, 1907, αγγλ. ~, περ. 1911] | |
| 51054 | τορτίγια | τορ-τί-για ουσ. (θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} ΜΑΓΕΙΡ. 1. μεξικάνικη πίτα, συνήθ. από καλαμποκάλευρο, που τηγανίζεται σε μεγάλο τηγάνι: τυλιχτή ~. Βλ. μπουρίτο.|| (ως επίθ.) ~ τσιπς (: τηγανισμένες ~ες, κομμένες σε τρίγωνα). Βλ. τάκος2. 2. επίπεδη ομελέτα συνήθ. με πατάτες και κρεμμύδια ή σε παραλλαγές με διάφορα συστατικά: ~ με λουκάνικα και φασόλια/ντομάτα και πιπεριά. [< αμερικ.-γαλλ. tortilla] | |
| 51057 | τος, τη, το | αντων.: αδύνατος τύπος της προσωπ. αντων. τρίτου προσώπου αυτός, -ή, -ό: Πού 'ναι τη τόση ώρα; Να τη σου λέω, που δεν με πίστευες. Να τος, να τος ο πρωταθλητής! ● βλ. αυτός | |
| 51058 | τόσο | τό-σο επίρρ. 1. (εμφατ.) για μεγάλη ποσότητα, μέγεθος, ένταση: Είναι ~ ακοινώνητος (= πάρα πολύ) που ... Ποτέ δεν είχα ξαναδεί κάτι ~ ωραίο. Είναι ~ καλός!|| Θα μας λείψει ~ πολύ. Μιλούσε ~ λίγο. ~ καλά με ξέρεις; ~ γρήγορα πέρασε η ώρα;|| Είσαι ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα; Όχι και ~ (= έτσι και έτσι). 2. μέχρι κάποιο ορισμένο σημείο: ~ του κόβει, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό. 3. (με αριθμητ.) και κάτι παραπάνω: Είναι τριάντα ~ ετών. 4. λίγο: ~ μόνο κράτησε η σχέση τους. Δεν πιστεύω ούτε ~ στην αθωότητά της. ● ΦΡ.: άλλο τόσο 1. στον ίδιο βαθμό: Όσο επιμένεις εσύ, ~ ~ θα επιμένει και αυτή. Όσο δίκαιο είναι το αίτημά σου, ~ ~ είναι και το δικό της. 2. δύο φορές το ίδιο μέγεθος: Έφαγε όσο εγώ και ~ ~. Κάνει το τόσο ~ ~., και τόσο: (σε αρνητ. πρόταση) για να μετριαστεί η σημασία: Δεν είναι ~ ~ αργά (= δεν είναι πολύ αργά). Μια ιστορία όχι ~ ~ παλιά. Η ιδέα δεν είναι ~ ~ καινούργια. Δεν διαφέρουμε ~ ~ πολύ., τόσο ... όσο 1. (σε σύγκριση) εξίσου, στον ίδιο βαθμό, όσο και κάποιος/κάτι άλλο: Ζυγίζει ~ ~ ένα βαρέλι με κρασί.|| Δεν είναι ~ χαζός ~ νομίζεις. Τα οφέλη της υγιεινής διατροφής είναι ~ σωματικά ~ και ψυχολογικά. Δεν μας βοήθησε ~ ~ θα περιμέναμε. 2. με τη σημασία του και: ~ εμείς ~ (και) αυτοί είμαστε υπέρ της συμφωνίας., τόσο ... ώστε/που: (με συμπερασματική πρόταση) Έχει απογοητευθεί τόσο που σκέφτεται να τα παρατήσει. Είναι ~ εύπιστος, ~ εύκολα μπορεί κανείς να τον εξαπατήσει., τόσο μα τόσο (εμφατ.): πάρα πολύ: Είναι ~ ~ ανόητος/αστείος/προβλέψιμος! Όλα αυτά φαντάζουν ~ ~ μακρινά.|| Έχω κουραστεί ~ ~ πολύ. Όλα έγιναν ~ ~ ξαφνικά., τόσο το καλύτερο/το χειρότερο (προφ.): ακόμη καλύτερα/χειρότερα: Αν δεν θέλει να μας ακούσει ~ το χειρότερο γι' αυτόν. Αν ανταποκριθεί θετικά, ~ το καλύτερο. Όσο πιο γρήγορα πας, ~ το καλύτερο για όλους., κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, όσο ... (,) τόσο ... βλ. όσο [< αρχ. τόσον] | |
| 51059 | τοσοδούλης | , α, ικο το-σο-δού-λης επίθ. {κ. ουδ. τοσοδούλ-ι} & τοσοδούλικος, η, ο (οικ.): πάρα πολύ μικρός. ΣΥΝ. μικροσκοπικός (1) ● βλ. τόσος δα | |
| 51060 | τόσος | , η, ο τό-σος δεικτ. αντων. 1. πάρα πολύς: Πάει ~ καιρός. ~ο αγώνα κάναμε. Αισθανόταν ~η χαρά! Κρίμα ~η δουλειά να πάει χαμένη. Εδώ και ~ους μήνες δεν έχει έρθει. Έφυγε και αυτός, όπως ~οι άλλοι.|| (σε αρνητ. πρόταση, με μετριαστική σημασία) Πριν όχι και ~α πολλά χρόνια.|| (ως ουσ.) Λένε ~α (= ένα σωρό) γι' αυτόν. Έκανε ~α για μας! 2. τέτοιος στο μέγεθος, την ένταση: Ποτέ άλλοτε δεν είχε ~η δύναμη. Τι σου κάνει ~η εντύπωση; Δεν του αξίζει ~η αναγνώριση.|| (ως ουσ.) ~α ακριβώς ξόδεψα. Με ~α που ακούω κάθε μέρα, πώς να μην ανησυχώ; 3. και κάτι, περίπου: Έχουν περάσει σαράντα ~α χρόνια. Μου κόστισε διακόσια ~α ευρώ.|| (αόριστα) Δίνει ~α για σπίτι, ~α για φαΐ, ~α για ντύσιμο. ● ΦΡ.: μια (φορά) στις τόσες/στα τόσα: αραιά και πού, σποραδικά: Τον βλέπουμε ~ ~. Μη μας παρεξηγείς, αν, μια στις τόσες, μας παρασύρει ο ενθουσιασμός., το τόσο το κάνει τόσο: μεγαλοποιεί τα πράγματα., τόσα ξέρει, τόσα λέει (μειωτ.): για κάποιον που δεν είναι καλά ενημερωμένος, που έχει άγνοια ή δεν κατανοεί κάτι., τόσοι και τόσοι: τόσοι πολλοί: ~ ~ έγραψαν για τον συνθέτη. Έχουν ~ες και ~ες ιστορίες να πουν. Έχουμε ακούσει ~α και ~α γι' αυτή., τόσος ... όσος .../όσος ... τόσος ...: για να δηλωθεί αναλογία, ισοδυναμία, αντιστοιχία: Δόθηκαν τόσες απαντήσεις, όσες και οι οπτικές γωνίες των ερωτώμενων.|| (προφ.) Ζήτα (ενν. τόσα) όσα θες., τόσος ... ώστε/που: ένα ορισμένο μέγεθος επιφέρει ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα: Yπήρχε τόσος συνωστισμός, που δεν μπορούσες να προχωρήσεις. Η προσέλευση του κοινού ήταν τόση, ώστε η παράσταση άργησε να αρχίσει., τόσος μόνο: πολύ μικρός ή λίγος: ~ο ~ μου αρκεί. ~οι ~ έμειναν στο τέλος., άλλος τόσος βλ. άλλος [< αρχ. τόσος] | |
| 51061 | τόσος δα | τό-σος δα δεικτ. αντων. , τόση δα, τόσο δα & τοσοσδά, τοσηδά, τοσοδά (προφ.-επιτατ.): που είναι πολύ μικρός ως προς τις διαστάσεις ή την ποσότητα: Eίναι ~ ~ (: μικροκαμωμένος, πολύ κοντός). Μένει σε ένα τόσο δα δωματιάκι. ● επίρρ.: τόσο δα & τοσοδά ● βλ. τοσοδούλης | |
| 51062 | τοσούτος, τοσαύτη, τοσούτο(ν) | [τοσοῦτος] το-σού-τος δεικτ. αντων. (σπάν.-αρχαιοπρ.): τόσο μεγάλος ή πολύς. ● ΦΡ.: πολλώ (δε) μάλλον βλ. μάλλον [< αρχ. τοσοῦτος] | |
| 51063 | τοστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σνακ από δύο τετράγωνες φέτες ψωμιού, συνήθ. με τυρί και ζαμπόν στη μέση, που ψήνονται στην τοστιέρα: ζεστό/κρύο ~. ~ με ντομάτα/γαλοπούλα. Ψωμί για/του ~. ● Υποκ.: τοστάκι (το) [< αγγλ. toast] | |
| 51064 | τοστάδικο | το-στά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί που πουλά ή σερβίρει τοστ, σάντουιτς και διάφορα σνακ. Βλ. -άδικο. | |
| 51065 | τοστιέρα | το-στιέ-ρα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για 1. το ψήσιμο του τοστ: ανοξείδωτη ~. ~-γκριλιέρα/ψηστιέρα. Αντικολλητική επιφάνεια ~ας. Βλ. φρυγανιέρα. 2. ειδικό φορμάρισμα των μαλλιών. Πβ. μασιά. Βλ. -ιέρα, ψαλίδι. [< 1: αγγλ. toaster, 1913, γαλλ. toasteur, 1959] | |
| 51066 | ΤΟΤΑ | (η/το): Τμήμα Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων. | |
| 51067 | τότε | τό-τε επίρρ. & (λαϊκό) τότες & ετότε 1. σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος ή του μέλλοντος: ~ τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Θυμάσαι ~ που ... Ήταν ~ που είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα. ~ ήμουν είκοσι χρονών. Δεν υπήρχαν τόσες ανέσεις ~. Δεν έχω τις ίδιες απόψεις που είχα ~. Όπως ~, έτσι και τώρα ...|| Θα περάσουν τα χρόνια και ~ θα καταλάβουν. 2. (εμφατ.) εκείνη τη στιγμή: Και ~ άρχισε να βρέχει. ~ πήρε το θάρρος και μίλησε. Σηκώνεται ~ κι αυτός και βγαίνει έξω. Νευριάζει με το παραμικρό και ~ είναι δύσκολο να τον συγκρατήσεις. Μου το είπε δεύτερη φορά και πάλι ~ δεν έδωσα σημασία. 3. σε αυτή την περίπτωση: Αλλά ~ γεννιέται το ερώτημα ... Πες πως έρχεται ξαφνικά, τι κάνουμε ~; Αν δεν έχει αυτός την ευθύνη, ~ ποιος την έχει; Δεν σου αρέσει; Ε, ~ λοιπόν, άλλαξέ το. Αν είχαν παίξει καλά, ~ θα είχαμε κερδίσει.|| (ειρων.) Αν αυτός είναι επιστήμονας, ~ εγώ είμαι αστροναύτης (: όσο αυτός είναι ..., άλλο τόσο είμαι και εγώ ...). 4. (ως επίθ., + άρθ.) για κάποιον ή κάτι που εντάσσεται στην χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής: ο ~ αρμόδιος/διευθυντής/επικεφαλής/πρέσβης/πρόεδρος. Η ~ διοίκηση/ηγεσία/κατάσταση/κυβέρνηση. Οι ~ συνεργάτες. Οι ~ (= τοτινές) συνθήκες. Τα ~ δεδομένα/στελέχη. ● Ουσ.: τότε (το): οι συνθήκες που ίσχυαν παλαιότερα, το παρελθόν: Συγκρίνοντας το ~ και το σήμερα. Οι δύο γενιές συναντώνται και μιλούν για το ~ και το τώρα. ● ΦΡ.: από τότε: από εκείνη τη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ ~ μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. ~ ~ που μετακόμισε, έχουμε χαθεί (πβ. αφότου). Πέρασαν είκοσι χρόνια ~ ~ που τον είδα τελευταία φορά., ε/εμ τότε (προφ.): για δήλωση συμπεράσματος: ~ ~ δεν διαφωνούμε! ~ ~ φταίνε αυτοί. Πβ. λοιπόν, μα., ως/μέχρι τότε: μέχρι ένα χρονικό σημείο: ~ ~ έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε. Ήταν η μεγαλύτερη διαδήλωση που είχε γίνει ~ ~.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ σύμμαχοι. [< αρχ. τότε] | |
| 51068 | τοτέμ | το-τέμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΑΝΘΡΩΠ. 1. ζώο, φυτό ή σπανιότ. υλικό αντικείμενο, που θεωρείται από τα μέλη πρωτόγονης κοινότητας ότι είναι πρόγονος και κατ' επέκτ. προστάτης της με ιερές ιδιότητες: ινδιάνικο/ξύλινο ~. Βλ. ταμπού. 2. (συνεκδ.) η αντίστοιχη εικονική παράσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ιερό τοτέμ (μτφ.): καθετί που θεωρείται πως έχει υπερφυσικές ιδιότητες και συχνά αποτελεί αντικείμενο υπερβολικού θαυμασμού και λατρείας: η κατανάλωση, το σύγχρονο ~ ~. Το ~ ~ της ομάδας (: αθλητής-είδωλο). [< γαλλ. totem] | |
| 51069 | τοτεμικός | , ή, ό το-τε-μι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται ή μοιάζει με τοτέμ: ~ή: λατρεία (ζώου). ~ό: σύμβολο/σύστημα. [< γαλλ. totémique] | |
| 51070 | τοτεμισμός | το-τε-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στα τοτέμ και τη λατρεία τους· κατ' επέκτ. η πίστη στις μαγικές ιδιότητες ενός τοτέμ και στη μυστική σχέση που το συνδέει με μια φυλή ή ένα πρόσωπο. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. totémisme] | |
| 51071 | τότες | βλ. τότε | |
| 51072 | τοτινός | , ή, ό το-τι-νός επίθ. (προφ.): που ανήκει ή αναφέρεται σε προηγούμενη εποχή, στο παρελθόν: ~ή: κοινωνία/κυβέρνηση. ~ά: χρόνια. Οι ~ές (= οι τότε) και οι σημερινές συνθήκες. ΑΝΤ. τωρινός |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ