Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51560-51580]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51038τόρνευματόρ-νευ-μα ουσ. (ουδ.) & τόρνεμα & τορνάρισμα (προφ.): τόρνευση. [< αρχ. τόρνευμα]
51039τόρνευσητόρ-νευ-ση ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανουργική κατεργασία κοπής υλικού ή αντικειμένου με τόρνο: διαμήκης/εγκάρσια/έκκεντρη/εσωτερική/κωνική/μετωπική ~. ~ μεταλλικών μερών/ξύλου/πλαστικού και καουτσούκ. Πβ. φρεζάρισμα. ΣΥΝ. τόρνευμα [< μτγν. τόρνευσις]
51040τορνευτικός, ή, ό τορ-νευ-τι-κός επίθ.: που χρησιμοποιείται στην τόρνευση: ~ό: πριόνι. ● Ουσ.: τορνευτική (η): η τεχνική της κοπής υλικού με τόρνο. [< μτγν. τορνευτικός]
51041τορνευτός, ή, ό τορ-νευ-τός επίθ. 1. κατεργασμένος με τόρνο και κατ' επέκτ. με δεξιοτεχνία: ~ή: επιφάνεια. ~ές: πόρτες. ~ά: κάγκελα. 2. (μτφ.) καλοφτιαγμένος· περίτεχνος: ~ές: γάμπες. ~ά: πόδια. Πβ. καλλίγραμμος.|| ~ός: λόγος (= φροντισμένος ή επιτηδευμένος). Πβ. λαξευτός. [< 1: μτγν. τορνευτός]
51042τορνεύωτορ-νεύ-ω ρ. (μτβ.) {τόρν-εψε, -ευτεί, -εμένος} & (προφ.) τορνάρω 1. κατεργάζομαι υλικό με τόρνο. Πβ. φρεζάρω. 2. (μτφ.) επεξεργάζομαι τον λόγο με περίτεχνο τρόπο: Ο ποιητής ~ει τις λέξεις. Πβ. λαξεύω. [< 1: αρχ. τορνεύω]
51043τόρνοςτόρ-νος ουσ. (αρσ.): ΤΕΧΝΟΛ. μηχανή με κοπτικό εργαλείο για την κατεργασία της επιφάνειας αντικειμένου από ξύλο ή μέταλλο, καθώς αυτό περιστρέφεται γύρω από τον άξονά του: αυτόματος/ηλεκτρονικός ~. [< αρχ. τόρνος < τείρω ‘τρυπώ’, γαλλ. tour]
51044τορόςβλ. ντορός
51045τορπιλάκατοςτορ-πι-λά-κα-τος ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. μικρό, ελαφρύ και χαμηλό, ταχύπλοο σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού που είναι εφοδιασμένο με σύστημα εκτόξευσης τορπιλών. [< γαλλ. torpilleur]
51046τορπίλητορ-πί-λη ουσ. (θηλ.) {τορπιλ-ών} 1. ΣΤΡΑΤ. & (λαϊκό) τορπίλα: αυτοπροωθούμενο υποβρύχιο βλήμα, κυλινδρικού σχήματος, που εκτοξεύεται από αεροσκάφος, πλοίο ή υποβρύχιο και εκρήγνυται με την πρόσκρουση σε καθορισμένο στόχο: βολή/έκρηξη ~ης. Τηλεκατευθυνόμενες ~ες. Συσσωρευτές ~ών. 2. (μτφ.) κάθε ενέργεια που πλήττει, υπονομεύει κάποιον ή κάτι και προκαλεί έντονες αντιδράσεις: κυβερνητική ~. ~ για τον τουρισμό η απεργία των ελεγκτών εναέριας κυκλοφορίας (πβ. πλήγμα). [< γαλλ. torpille]
51047τορπιλητήςτορ-πι-λη-τής ουσ. (αρσ.) {-ή (λόγ.) -ού} (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. υπαξιωματικός ή ναύτης που υπηρετούσε στο Πολεμικό Ναυτικό και είχε ειδικευτεί στον χειρισμό και την εκτόξευση τορπιλών. [< γαλλ. torpilleur]
51048τορπιλίζωτορ-πι-λί-ζω ρ. (μτβ.) {τορπίλι-σε, τορπιλί-σει, -στηκε, -στεί, τορπιλίζ-οντας, τορπιλι-σμένος} 1. (μτφ.) ενεργώ με υπονομευτικό τρόπο, για να ματαιώσω ή να εμποδίσω κάτι: ~ τις διαπραγματεύσεις/μια διάσκεψη/την ενότητα/την προσπάθεια/τα σχέδια (κάποιου). ~εται η συμφωνία/συνεργασία των δύο κρατών. Πβ. ναρκοθετώ, σαμποτάρω, υποσκάπτω. ΣΥΝ. ανατρέπω (1), δυναμιτίζω (1), τινάζω (κάτι/κάποιον) στον αέρα (1), υπονομεύω 2. ΣΤΡΑΤ. εκτοξεύω τορπίλη και ανατινάζω εχθρικό στόχο: ~ μεταγωγικό/πλοίο/υποβρύχιο. ~σμένο: καταδρομικό. [< πβ. γαλλ. torpiller]
51049τορπιλικός, ή, ό τορ-πι-λι-κός επίθ.: ΣΤΡΑΤ. που έχει σχέση με τορπίλη: ~ός: στόλος. ~ή: επίθεση. ● Ουσ.: τορπιλικό (το) (παλαιότ.): τορπιλοβόλο. Βλ. αντι~.
51050τορπιλισμόςτορ-πι-λι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. (μτφ.) υπονόμευση ή ματαίωση: ~ των διαπραγματεύσεων/των ενεργειών/των προσπαθειών/των συνομιλιών/των σχεδίων. Πβ. σαμποτάζ. Βλ. -ισμός. 2. επίθεση και ανατίναξη στόχου με τορπίλη: ~ και καταβύθιση πλοίου. [< γαλλ. torpillage, 1915]
51051τορπιλοβόλοτορ-πι-λο-βό-λο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. ευέλικτο και ταχέως κινούμενο σκάφος του Πολεμικού Ναυτικού, μεγαλύτερο από την τορπιλάκατο, που εκτόξευε τορπίλες. ΣΥΝ. τορπιλικό [< γαλλ. lance-torpilles]
51052τορπιλοπλάνοτορ-πι-λο-πλά-νο ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.): ΣΤΡΑΤ. τύπος πολεμικού αεροσκάφους οπλισμένου με μία ή δύο ηλεκτρονικά κατευθυνόμενες τορπίλες για τον τορπιλισμό θαλάσσιων στόχων. [< αγγλ. torpedo plane]
51053τορτελίνιατορ-τε-λί-νια ουσ. (ουδ.) (τα) {σπανιότ. στον εν. τορτελίνι}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. ζυμαρικά με γέμιση, που έχουν σχήμα μικρού δαχτυλιδιού: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ αλά κρεμ/με κρέας/με τυριά/στο φούρνο. Σουφλέ με ~. [< ιταλ. tortellini, πληθ. του tortellino, γαλλ. ~, 1907, αγγλ. ~, περ. 1911]
51054τορτίγιατορ-τί-για ουσ. (θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} ΜΑΓΕΙΡ. 1. μεξικάνικη πίτα, συνήθ. από καλαμποκάλευρο, που τηγανίζεται σε μεγάλο τηγάνι: τυλιχτή ~. Βλ. μπουρίτο.|| (ως επίθ.) ~ τσιπς (: τηγανισμένες ~ες, κομμένες σε τρίγωνα). Βλ. τάκος2. 2. επίπεδη ομελέτα συνήθ. με πατάτες και κρεμμύδια ή σε παραλλαγές με διάφορα συστατικά: ~ με λουκάνικα και φασόλια/ντομάτα και πιπεριά. [< αμερικ.-γαλλ. tortilla]
51057τος, τη, τοαντων.: αδύνατος τύπος της προσωπ. αντων. τρίτου προσώπου αυτός, -ή, -ό: Πού 'ναι τη τόση ώρα; Να τη σου λέω, που δεν με πίστευες. Να τος, να τος ο πρωταθλητής! ● βλ. αυτός
51058τόσοτό-σο επίρρ. 1. (εμφατ.) για μεγάλη ποσότητα, μέγεθος, ένταση: Είναι ~ ακοινώνητος (= πάρα πολύ) που ... Ποτέ δεν είχα ξαναδεί κάτι ~ ωραίο. Είναι ~ καλός!|| Θα μας λείψει ~ πολύ. Μιλούσε ~ λίγο. ~ καλά με ξέρεις; ~ γρήγορα πέρασε η ώρα;|| Είσαι ευχαριστημένη από το αποτέλεσμα; Όχι και ~ (= έτσι και έτσι). 2. μέχρι κάποιο ορισμένο σημείο: ~ του κόβει, μην περιμένεις κάτι διαφορετικό. 3. (με αριθμητ.) και κάτι παραπάνω: Είναι τριάντα ~ ετών. 4. λίγο: ~ μόνο κράτησε η σχέση τους. Δεν πιστεύω ούτε ~ στην αθωότητά της. ● ΦΡ.: άλλο τόσο 1. στον ίδιο βαθμό: Όσο επιμένεις εσύ, ~ ~ θα επιμένει και αυτή. Όσο δίκαιο είναι το αίτημά σου, ~ ~ είναι και το δικό της. 2. δύο φορές το ίδιο μέγεθος: Έφαγε όσο εγώ και ~ ~. Κάνει το τόσο ~ ~., και τόσο: (σε αρνητ. πρόταση) για να μετριαστεί η σημασία: Δεν είναι ~ ~ αργά (= δεν είναι πολύ αργά). Μια ιστορία όχι ~ ~ παλιά. Η ιδέα δεν είναι ~ ~ καινούργια. Δεν διαφέρουμε ~ ~ πολύ., τόσο ... όσο 1. (σε σύγκριση) εξίσου, στον ίδιο βαθμό, όσο και κάποιος/κάτι άλλο: Ζυγίζει ~ ~ ένα βαρέλι με κρασί.|| Δεν είναι ~ χαζός ~ νομίζεις. Τα οφέλη της υγιεινής διατροφής είναι ~ σωματικά ~ και ψυχολογικά. Δεν μας βοήθησε ~ ~ θα περιμέναμε. 2. με τη σημασία του και: ~ εμείς ~ (και) αυτοί είμαστε υπέρ της συμφωνίας., τόσο ... ώστε/που: (με συμπερασματική πρόταση) Έχει απογοητευθεί τόσο που σκέφτεται να τα παρατήσει. Είναι ~ εύπιστος, ~ εύκολα μπορεί κανείς να τον εξαπατήσει., τόσο μα τόσο (εμφατ.): πάρα πολύ: Είναι ~ ~ ανόητος/αστείος/προβλέψιμος! Όλα αυτά φαντάζουν ~ ~ μακρινά.|| Έχω κουραστεί ~ ~ πολύ. Όλα έγιναν ~ ~ ξαφνικά., τόσο το καλύτερο/το χειρότερο (προφ.): ακόμη καλύτερα/χειρότερα: Αν δεν θέλει να μας ακούσει ~ το χειρότερο γι' αυτόν. Αν ανταποκριθεί θετικά, ~ το καλύτερο. Όσο πιο γρήγορα πας, ~ το καλύτερο για όλους., κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, όσο ... (,) τόσο ... βλ. όσο [< αρχ. τόσον]
51059τοσοδούλης, α, ικο το-σο-δού-λης επίθ. {κ. ουδ. τοσοδούλ-ι} & τοσοδούλικος, η, ο (οικ.): πάρα πολύ μικρός. ΣΥΝ. μικροσκοπικός (1) ● βλ. τόσος δα

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.