Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5140-5160]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4221ανοσοϊστοχημεία[ἀνοσοϊστοχημεία] α-νο-σο-ϊ-στο-χη-μεί-α: ΙΑΤΡ. μέθοδος που αξιοποιεί την αλληλεπίδραση αντιγόνου-αντισώματος για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση πρωτεϊνικών μορίων στα κύτταρα ιστού· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Βλ. ανοσο(βιο)λογία. [< αγγλ. immunohistochemistry, γαλλ. immunohistochimie]
4222ανοσοκατασταλτικός, ή, ό [ἀνοσοκατασταλτικός] α-νο-σο-κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί καταστολή ή μείωση των ανοσιακών αντιδράσεων του οργανισμού: ~ός: ιός (βλ. HIV). ~ή: αγωγή. ● Ουσ.: ανοσοκατασταλτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα: θεραπεία με ~. [< αγγλ. immunosuppressives, 1965] [< αγγλ. immunosuppresive, 1963]
4223ανοσοκαταστολή[ἀνοσοκαταστολή] α-νο-σο-κα-τα-στο-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού έχει μειωμένες εφεδρείες συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό, οδηγώντας συχνά σε ευκαιριακές λοιμώξεις και ανάπτυξη όγκων. [< αγγλ. immunosuppression, 1963]
4224ανοσοκύτταρα[ἀνοσοκύτταρα] α-νο-σο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Βλ. λεμφο-, λευκο-κύτταρα, μακροφάγα.
4225ανοσολογία[ἀνοσολογία] α-νο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της βιοϊατρικής που ασχολείται με τους μηχανισμούς άμυνας όλων των οργανισμών εναντίον των ασθενειών: εργαστηριακή/κλινική/κυτταρική/μοριακή ~. ~ της αναπαραγωγής/του καρκίνου/των λοιμώξεων/της μεταμόσχευσης. Εργαστήριο ~ας-ιστοσυμβατότητας. Βλ. ανοσοβιολογία, ανοσοϊστοχημεία, -λογία. [< γαλλ. immunologie, 1924, αγγλ. immunology, 1906]
4226ανοσολογικός, ή, ό [ἀνοσολογικός] α-νο-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσολογία ή γενικότ. την ανοσία: ~ός: μηχανισμός. ~ή: άμυνα/αντίδραση/μνήμη/προστασία. ~ό: τμήμα (νοσοκομείου). ~οί: δείκτες. ~ές: διαταραχές/εξετάσεις. Πβ. ανοσιακός, ανοσο-βιολογικός, -ποιητικός, άνοσος. ● επίρρ.: ανοσολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανοσοποιητικό (σύστημα) βλ. ανοσοποιητικός, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια [< γαλλ. immunologique, 1928, αγγλ. immunological, 1910]
4227ανοσολόγος[ἀνοσολόγος] α-νο-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην ανοσολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. immunologiste, 1946]
4228ανοσοποίηση[ἀνοσοποίηση] α-νο-σο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη ανοσίας σε ζωντανό οργανισμό έναντι συγκεκριμένης ασθένειας: ενεργητική (βλ. εμβολιασμός)/παθητική ~. Βλ. αυτο~, -ποίηση. [< γαλλ. immunisation]
4229ανοσοποιητικός, ή, ό [ἀνοσοποιητικός] α-νο-σο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσοποίηση ή γενικότ. την ανοσία: ~ή: αντίδραση/λειτουργία (βλ. ανοσοθεραπεία)/προστασία. ~ά: κύτταρα. Το μητρικό γάλα έχει ~ές ιδιότητες. Πβ. ανοσιακός, ανοσο-(βιο)λογικός, άνοσος. Βλ. -ποιητικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοσοποιητικό (σύστημα) & ανοσολογικό σύστημα: ΙΑΤΡ. το σύνολο των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού για την προστασία του από παθογόνα στοιχεία: εξασθενημένο/ισχυρό ~ ~. Επίδραση του στρες στο ~ ~. Ο ιός HIV προσβάλλει και τελικά καταστρέφει το ~ ~. [< γαλλ. système immunitaire, περ. 1950] , σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια [< γαλλ. immunisant]
4230ανοσοποιώ[ἀνοσοποιῶ] α-νο-σο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ανοσοποι-εί | ανοσοποι-ήσει, (σπάν.) -είται, -ηθεί, -ημένος} 1. ΙΑΤΡ. προκαλώ ανοσοποίηση: Εμβόλιο που ~εί έναντι του ιού. Παιδιά που ~ήθηκαν κατά της πολιομυελίτιδας. Βλ. -ποιώ. 2. {κυρ. στην παθ. φωνή} (μτφ.) καθιστώ κάποιον ανθεκτικό ή ανεκτικό σε μια κατάσταση: Έχει ~ηθεί (= έχει πάθει ανοσία) έναντι της κριτικής. [< γαλλ. immuniser]
4231άνοσος, η, ο [ἄνοσος] ά-νο-σος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που έχει αναπτύξει ανοσία ή γενικότ. σχετίζεται με αυτή: ~οι: οροί. ~α: κύτταρα. Πβ. ανοσιακός, ανοσοβιολογικός, ανοσολογικός, ανοσοποιητικός.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ερυθρά. Βλ. υπερ~. 2. (σπάν.-μτφ.) για πρόσωπο που δεν προσβάλλεται από κάτι αρνητικό: ~οι στην κρίση. [< αρχ. ἄνοσος, γαλλ. immun, 1916]
4232ανοσοσφαιρίνη[ἀνοσοσφαιρίνη] α-νο-σο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένα από τα αντισώματα: A/D/E/G/M. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. immunoglobulin, 1953, γαλλ. immunoglobuline, 1959]
4233ανοσοχημεία[ἀνοσοχημεία] α-νο-σο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος που μελετά τις χημικές διαδικασίες των ανοσολογικών φαινομένων: κλινική βιοχημεία και ~. Πβ. ανοσοϊστοχημεία. Βλ. ανοσοβιολογία. [< αγγλ. immunochemistry, 1907, γαλλ. immunochimie, 1959]
4234ανοσοχημικός, ή, ό [ἀνοσοχημικός] α-νο-σο-χη-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ανοσοχημεία. Βλ. ανοσοβιολογικός. [< αγγλ. immunochemical, 1925, γαλλ. immunochimique]
4235ανοστιά[ἀνοστιά] α-νο-στιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του άνοστου· συνεκδ. ό,τι είναι άνοστο. [< μεσν. ανοστία, ανοστιά]
4236άνοστος, η, ο [ἄνοστος] ά-νο-στος επίθ. 1. που στερείται ευχάριστης γεύσης: ~ο: φαγητό. ΣΥΝ. άγευστος (1) ΑΝΤ. γευστικός (1), καλομαγειρεμένος, νόστιμος (1) 2. (μτφ.) που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον και πρωτοτυπία· ανούσιος, μονότονος, ανιαρός: ~η: ζωή. ~α: αστεία (πβ. ανάλατος, ανόητος, κρύος, νερόβραστος, σαχλός). Πβ. άχαρος, κενός, ρηχός. ● επίρρ.: άνοστα: στη σημ. 2. [< μτγν. ἄνοστος]
4237άνουρα[ἄνουρα] ά-νου-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη αμφιβίων με πλατύ σώμα χωρίς ουρά, όπως ο βάτραχος και ο φρύνος. Βλ. άποδα. ΑΝΤ. ουροδελή [< γαλλ. anoures, αγγλ. anura]
4238ανουρία[ἀνουρία] α-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αδυναμία παραγωγής και έκκρισης ούρων. Βλ. ολιγ-, πολυ-, συχν-ουρία, κατακράτηση. [< γαλλ. anurie, αγγλ. anuria]
4239ανούσιος, α, ο [ἀνούσιος] α-νού-σι-ος επίθ. 1. που στερείται ουσίας, βαθύτερου νοήματος: ~ος: διάλογος. ~α: αντιπαράθεση/ζωή/συζήτηση. ~ο: θέαμα. ~ες: ερωτήσεις/λεπτομέρειες. ~α: δημοσιεύματα (πβ. σαχλά). Ασχολείσαι με ~α πράγματα. Είναι ~ο να διαμαρτύρεσαι συνεχώς (πβ. ανώφελο).|| (ως ουσ.) Ξεχωρίζω τα σημαντικά από τα ~α. Πβ. αδιάφορος, επιφανειακός, επουσιώδης, κενός, ρηχός. ΑΝΤ. ουσιαστικός (1), ουσιώδης 2. (σπάν.) (για φαγητό) άγευστος, άνοστος. ● επίρρ.: ανούσια [< 1: μτγν. ἀνούσιος]
4240ανοχή[ἀνοχή] α-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. συμπεριφορά κατά την οποία αντιμετωπίζεται με σεβασμό, υπομονή ή διαλλακτική στάση οτιδήποτε διαφορετικό ή δυσάρεστο: θρησκευτική (= ανεξιθρησκία)/κοινωνική/πολιτική/σιωπηρή ~. ~ της διαφορετικότητας/προς τις μειονότητες. Έδειξε ~ στην (: ανέχτηκε την) απειρία του. Ξεπέρασαν κάθε όριο ~ής. Πβ. διαλλακτικότητα, επιείκεια. ΣΥΝ. ανεκτικότητα ΑΝΤ. δυσανεξία (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. επιτρεπτή απόκλιση της τιμής ενός μεγέθους από την προβλεπόμενη: εδαφική/κατασκευαστική ~. ~ θερμοκρασίας/συχνότητας. ~ές διαστάσεων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ βλαβών. ~ σε σφάλματα. 3. ΙΑΤΡ. ικανότητα του οργανισμού να υφίσταται, χωρίς συμπτώματα ή αντίδραση, τη δράση φαρμάκου, φυσικής ή χημικής ουσίας: διαταραγμένη/παθολογική ~ γλυκόζης (: τα επίπεδα σακχάρου βρίσκονται μεταξύ των φυσιολογικών και των διαβητικών τιμών). Ανοσολογική ~ (: απουσία ανοσιακής αντίδρασης σε ορισμένο αντιγόνο).|| (ειδικότ.) Ανέπτυξε ~ στο φάρμακο (: λόγω παρατεταμένης χρήσης). Βλ. εθισμός, εξάρτηση. ΑΝΤ. δυσανεξία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: οίκος ανοχής (ευφημ.): πορνείο. Πβ. χαμαιτυπείο. ΣΥΝ. μπουρδέλο (1) [< γαλλ. maison de tolérance] , ψήφος ανοχής: που δίνεται στην κυβέρνηση από βουλευτές της αντιπολίτευσης ως προσπάθεια αποφυγής πρόωρων εκλογών (και όχι ως ένδειξη υποστήριξης της πολιτικής της). Βλ. ψήφος εμπιστοσύνης., μηδενική ανοχή βλ. μηδενικός [< 1: αρχ. ἀνοχή 2,3: γαλλ. tolérance]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.