| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 4213 | ανόσιος | , α, ο [ἀνόσιος] α-νό-σι-ος επίθ. (απαιτ. λεξιλόγ.): που προσβάλλει την ιερότητα, στρέφεται ενάντια στους άγραφους νόμους, την ηθική: ~α: πράξη. ~ο: έγκλημα/έργο. ~ες: σκέψεις. ~α: σχέδια. (για πρόσ.) ~οι: δράστες. Πβ. ανήθικος, ανίερος, ασεβής, βδελυρός, βέβηλος, βλάσφημος, μιαρός. ΑΝΤ. ιερός (2) ● επίρρ.: ανόσια [< αρχ. ἀνόσιος, γαλλ. impie] | |
| 4214 | ανοσιότητα | [ἀνοσιότητα] α-νο-σι-ό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (απαιτ. λεξιλόγ.): το χαρακτηριστικό γνώρισμα του ανόσιου· (συνεκδ. στον πληθ.) ανόσια λόγια ή πράξεις: η ~ ενός εγκλήματος.|| Αισχρότητες και ~ες. Πβ. ανηθικ-, μιαρ-ότητα, ασέβεια, βλασφημία, ιεροσυλία. ΑΝΤ. ιερότητα, οσιότητα [< αρχ. ἀνοσιότης, γαλλ. impiété] | |
| 4215 | ανοσιούργημα | [ἀνοσιούργημα] α-νο-σι-ούρ-γη-μα ουσ. (ουδ.) {ανοσιουργήμ-ατος | -ατα} (απαιτ. λεξιλόγ.): πράξη που προσβάλλει την ιερότητα (προσώπου, χώρου) ή αντιβαίνει στην έννομη τάξη, τις ηθικές αρχές ή την αισθητική κάποιου: θεσμικό/περιβαλλοντικό ~. Οι (ηθικοί/φυσικοί) αυτουργοί ενός ~ατος. Διέπραξαν φοβερά ~ατα εις βάρος της ανθρωπότητας/του λαού. Πβ. άγος, ανόμημα, βεβήλωση, έγκλημα, ιεροσυλία.|| Αυτό το ~ λέγεται έργο τέχνης; Πβ. έκτρωμα, τερατούργημα. Βλ. -ούργημα. [< μτγν. ἀνοσιούργημα] | |
| 4216 | ανοσμία | [ἀνοσμία] α-νο-σμί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. μερική ή ολική απώλεια της όσφρησης. [< γαλλ. anosmie, αγγλ. anosmia] | |
| 4217 | ανοσοανεπάρκεια | [ἀνοσοανεπάρκεια] α-νο-σο-α-νε-πάρ-κει-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ελάττωση των ανοσιακών αντιδράσεων του οργανισμού λόγω μείωσης της δραστηριότητας ή του αριθμού των λεμφοκυττάρων: επίκτητη/πρωτοπαθής/(βαριά/σοβαρή) συνδυασμένη ~. Ιός της Ανθρώπινης ~ας (HIV). ● ΣΥΜΠΛ.: σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας & σύνδρομο επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας: ΙΑΤΡ. έιτζ. [< αγγλ. Acquired Immune Deficiency Syndrome (AIDS)] [< αγγλ. immunodeficiency, 1969, γαλλ. immunodéficience, περ. 1985] | |
| 4218 | ανοσοβιολογία | [ἀνοσοβιολογία] α-νο-σο-βι-ο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της βιολογίας που μελετά το σύνολο των μηχανισμών του ανοσοποιητικού συστήματος· ειδικότ. ανοσολογικές επιδράσεις παθήσεων ή άλλων οργανικών καταστάσεων: κλινική/μοριακή ~.|| Η ~ του καρκίνου/της κύησης/της μεταμόσχευσης. Βλ. ανοσολογία. [< αγγλ. immunobiology, 1957] | |
| 4219 | ανοσοβιολογικός | , ή, ό [ἀνοσοβιολογικός] α-νο-σο-βι-ο-λο-γι-κός επίθ.: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσοβιολογία ή γενικότ. την ανοσία: ~ή: αντίδραση/(αν)επάρκεια (του οργανισμού). ~ό: σύστημα/τμήμα (νοσοκομείου). ~ές: διαταραχές. Δευτερογενής/πρωτογενής ~ή απόκριση. Πβ. ανοσιακός, ανοσολογικός, ανοσοποιητικός, άνοσος. [< αγγλ. immunobiologic, 1930, immunobiological, 1959] | |
| 4220 | ανοσοθεραπεία | [ἀνοσοθεραπεία] α-νο-σο-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. θεραπευτική μέθοδος που μειώνει την παθολογική αντίδραση του ανοσοποιητικού συστήματος ή ενισχύει τη φυσιολογική λειτουργία του, τροποποιώντας την κυτταρική ανοσία: ειδική/υπογλώσσια (: με δισκία)/υποδόρια (: με ενέσεις) ~.|| (Διαδικασία απευαισθητοποίησης για την αντιμετώπιση των αλλεργικών νοσημάτων:) ~ με μεμονωμένα αλλεργιογόνα ή μείγματά τους. Πβ. βιολογική θεραπεία. [< γαλλ. immunothérapie, 1927, αγγλ. immunotherapy, 1910] | |
| 4221 | ανοσοϊστοχημεία | [ἀνοσοϊστοχημεία] α-νο-σο-ϊ-στο-χη-μεί-α: ΙΑΤΡ. μέθοδος που αξιοποιεί την αλληλεπίδραση αντιγόνου-αντισώματος για τον εντοπισμό και την ταυτοποίηση πρωτεϊνικών μορίων στα κύτταρα ιστού· κατ' επέκτ. ο αντίστοιχος επιστημονικός κλάδος. Βλ. ανοσο(βιο)λογία. [< αγγλ. immunohistochemistry, γαλλ. immunohistochimie] | |
| 4222 | ανοσοκατασταλτικός | , ή, ό [ἀνοσοκατασταλτικός] α-νο-σο-κα-τα-σταλ-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που προκαλεί καταστολή ή μείωση των ανοσιακών αντιδράσεων του οργανισμού: ~ός: ιός (βλ. HIV). ~ή: αγωγή. ● Ουσ.: ανοσοκατασταλτικά (τα): ΦΑΡΜΑΚ. τα αντίστοιχα φάρμακα: θεραπεία με ~. [< αγγλ. immunosuppressives, 1965] [< αγγλ. immunosuppresive, 1963] | |
| 4223 | ανοσοκαταστολή | [ἀνοσοκαταστολή] α-νο-σο-κα-τα-στο-λή ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. παθολογική κατάσταση κατά την οποία το ανοσοποιητικό σύστημα ενός οργανισμού έχει μειωμένες εφεδρείες συγκριτικά με το γενικό πληθυσμό, οδηγώντας συχνά σε ευκαιριακές λοιμώξεις και ανάπτυξη όγκων. [< αγγλ. immunosuppression, 1963] | |
| 4224 | ανοσοκύτταρα | [ἀνοσοκύτταρα] α-νο-σο-κύτ-τα-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κύτταρα του ανοσοποιητικού συστήματος. Βλ. λεμφο-, λευκο-κύτταρα, μακροφάγα. | |
| 4225 | ανοσολογία | [ἀνοσολογία] α-νο-σο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Α): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. κλάδος της βιοϊατρικής που ασχολείται με τους μηχανισμούς άμυνας όλων των οργανισμών εναντίον των ασθενειών: εργαστηριακή/κλινική/κυτταρική/μοριακή ~. ~ της αναπαραγωγής/του καρκίνου/των λοιμώξεων/της μεταμόσχευσης. Εργαστήριο ~ας-ιστοσυμβατότητας. Βλ. ανοσοβιολογία, ανοσοϊστοχημεία, -λογία. [< γαλλ. immunologie, 1924, αγγλ. immunology, 1906] | |
| 4226 | ανοσολογικός | , ή, ό [ἀνοσολογικός] α-νο-σο-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσολογία ή γενικότ. την ανοσία: ~ός: μηχανισμός. ~ή: άμυνα/αντίδραση/μνήμη/προστασία. ~ό: τμήμα (νοσοκομείου). ~οί: δείκτες. ~ές: διαταραχές/εξετάσεις. Πβ. ανοσιακός, ανοσο-βιολογικός, -ποιητικός, άνοσος. ● επίρρ.: ανοσολογικά ● ΣΥΜΠΛ.: ανοσοποιητικό (σύστημα) βλ. ανοσοποιητικός, σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια [< γαλλ. immunologique, 1928, αγγλ. immunological, 1910] | |
| 4227 | ανοσολόγος | [ἀνοσολόγος] α-νο-σο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): ΙΑΤΡ. γιατρός ειδικευμένος στην ανοσολογία. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. immunologiste, 1946] | |
| 4228 | ανοσοποίηση | [ἀνοσοποίηση] α-νο-σο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ανάπτυξη ανοσίας σε ζωντανό οργανισμό έναντι συγκεκριμένης ασθένειας: ενεργητική (βλ. εμβολιασμός)/παθητική ~. Βλ. αυτο~, -ποίηση. [< γαλλ. immunisation] | |
| 4229 | ανοσοποιητικός | , ή, ό [ἀνοσοποιητικός] α-νο-σο-ποι-η-τι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την ανοσοποίηση ή γενικότ. την ανοσία: ~ή: αντίδραση/λειτουργία (βλ. ανοσοθεραπεία)/προστασία. ~ά: κύτταρα. Το μητρικό γάλα έχει ~ές ιδιότητες. Πβ. ανοσιακός, ανοσο-(βιο)λογικός, άνοσος. Βλ. -ποιητικός. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοσοποιητικό (σύστημα) & ανοσολογικό σύστημα: ΙΑΤΡ. το σύνολο των αμυντικών μηχανισμών του οργανισμού για την προστασία του από παθογόνα στοιχεία: εξασθενημένο/ισχυρό ~ ~. Επίδραση του στρες στο ~ ~. Ο ιός HIV προσβάλλει και τελικά καταστρέφει το ~ ~. [< γαλλ. système immunitaire, περ. 1950] , σύνδρομο επίκτητης ανοσοανεπάρκειας/ανοσολογικής ανεπάρκειας βλ. ανοσοανεπάρκεια [< γαλλ. immunisant] | |
| 4230 | ανοσοποιώ | [ἀνοσοποιῶ] α-νο-σο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {ανοσοποι-εί | ανοσοποι-ήσει, (σπάν.) -είται, -ηθεί, -ημένος} 1. ΙΑΤΡ. προκαλώ ανοσοποίηση: Εμβόλιο που ~εί έναντι του ιού. Παιδιά που ~ήθηκαν κατά της πολιομυελίτιδας. Βλ. -ποιώ. 2. {κυρ. στην παθ. φωνή} (μτφ.) καθιστώ κάποιον ανθεκτικό ή ανεκτικό σε μια κατάσταση: Έχει ~ηθεί (= έχει πάθει ανοσία) έναντι της κριτικής. [< γαλλ. immuniser] | |
| 4231 | άνοσος | , η, ο [ἄνοσος] ά-νο-σος επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που έχει αναπτύξει ανοσία ή γενικότ. σχετίζεται με αυτή: ~οι: οροί. ~α: κύτταρα. Πβ. ανοσιακός, ανοσοβιολογικός, ανοσολογικός, ανοσοποιητικός.|| (για πρόσ.) Είναι ~ στην ερυθρά. Βλ. υπερ~. 2. (σπάν.-μτφ.) για πρόσωπο που δεν προσβάλλεται από κάτι αρνητικό: ~οι στην κρίση. [< αρχ. ἄνοσος, γαλλ. immun, 1916] | |
| 4232 | ανοσοσφαιρίνη | [ἀνοσοσφαιρίνη] α-νο-σο-σφαι-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένα από τα αντισώματα: A/D/E/G/M. Βλ. -ίνη. [< αγγλ. immunoglobulin, 1953, γαλλ. immunoglobuline, 1959] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ