| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51073 | του | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα ταυ. | |
| 51074 | του του | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ηχομιμητική λέξη που δηλώνει τον ήχο 1. του κλάξον αυτοκινήτου. 2. του σφυρίγματος τρένου. 3. του ακουστικού τηλεφώνου, όταν ανοίγει, είναι κατειλημμένη ή έχει πέσει η τηλεφωνική γραμμή. | |
| 51075 | του1 | : ● βλ. ο, η, το | |
| 51076 | του2 | βλ. αυτός | |
| 51077 | τουάλ | του-άλ επίθ./ουσ.: σαγρέ: χαρτί ~. [< γαλλ. toile] | |
| 51078 | τουαλέτα | του-α-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. δωμάτιο ή χώρος που διαθέτει εγκαταστάσεις για ούρηση, αφόδευση και πλύσιμο του σώματος: ατομική/βιολογική/εξωτερική/εσωτερική/κινητή/ναυτική/τούρκικη ~. ~ εστιατορίου/ξενοδοχείου. Απολύμανση/είδη/καζανάκι/καθαρισμός/κάθισμα/καπάκι/λεκάνη/νιπτήρας/προϊόντα ~ας. Πηγαίνω στην ~. Επισκέπτεται συχνά την ~. Τα δύο υπνοδωμάτια έχουν κοινή ~ και ντους. Πβ. αποχωρητήριο, βεσέ, καμπινές, λουτρό, μέρος, μπάνιο.|| Αντρικές/γυναικείες/δημόσιες/δημοτικές ~ες. Πβ. ουρητήριο. 2. καθαριότητα και περιποίηση του σώματος· ειδικότ. αφόδευση: Έκανε την ~ του. 3. έπιπλο της κρεβατοκάμαρας στο οποίο τοποθετούνται συνήθ. είδη καλλωπισμού: ~ με συρτάρια, σκαμπό και καθρέφτη. Πβ. μπουντουάρ. 4. πολυτελές γυναικείο φόρεμα για επίσημες κοινωνικές εκδηλώσεις: βραδινή/έξωμη/επίσημη/μακριά/μαύρη/πανάκριβη ~. ~ες από βελούδo/μουσελίνα/οργάντζα/σατέν/ταφτά. Βλ. -έτα. ● Υποκ.: τουαλετίτσα: κυρ. στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτί υγείας/τουαλέτας βλ. χαρτί, χημική τουαλέτα βλ. χημικός [< γαλλ. toilette] | |
| 51079 | τουβλάς | του-βλάς ουσ. (αρσ.): εργάτης που τοποθετεί τα τούβλα στο χτίσιμο. Πβ. κτίστης. | |
| 51080 | τούβλο | [τοῦβλο] τού-βλο ουσ. (ουδ.) 1. οικοδομικό υλικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, συνήθ. από κόκκινο ψημένο πηλό με τρύπες στο εσωτερικό του: διάτρητο/κόκκινο/πυρίμαχο/συμπαγές/χειροποίητο ~. Μονωτικά ~α. ~α για την κατασκευή τοιχοποιίας. Κτίσμα με επένδυση ~ου. Κλείνω ένα παράθυρο με ~α. Πβ. οπτόπλινθος. Βλ. πυρό-, υαλό-τουβλο.|| Η οικοδομή βρίσκεται στα ~α (: στο στάδιο κτισίματος των τοίχων). Το σπίτι κτίστηκε ~ ~ (: με θυσίες, σιγά-σιγά).|| (ως παραθετικό σύνθ.) Βιβλίο-~ (= ογκώδες). 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) βλάκας, χαζός: Βρε ~, τι σου εξηγώ τόση ώρα; Eίναι ένα ~ και μισό! Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, σκράπας, στουρνάρι. ΑΝΤ. ατσίδα (1) 3. (προφ.) ανοησία, χαζομάρα: Πετάει συνεχώς ~α. 4. (αθλητική αργκό, στο ποδόσφαιρο) πολύ δυνατό σουτ που δεν αφήνει περιθώρια αντίδρασης στον αντίπαλο τερματοφύλακα. ● Υποκ.: τουβλάκι (το): μικρό τούβλο: έγχρωμα διακοσμητικά ~ια.|| (ως παιχνίδι) ~ια του ντόμινο. Κατασκευές με ~ια. [< μεσν. τούβλο < λατ. tubulus ‘μικρός σωλήνας’] | |
| 51081 | τούγια | τού-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κωνοφόρο φυτό εξωτερικού χώρου με πλούσιο πράσινο φύλλωμα και πυραμειδοειδές (επιστ. ονομασ. Thuja pyramidalis) ή σφαιρικό (Thuja orientalis) σχήμα. [< γαλλ. thuya, αγγλ. thuja < αρχ. θυία] | |
| 51082 | τουγκστένιο | βλ. τουνγκστένιο | |
| 51083 | τούδε | τού-δε (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: μέχρι τούδε: ως τώρα: Έχει εκδώσει τρία βίβλία ~ ~.|| (ως επίθ.) Τα ~ ~ δεδομένα., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ | |
| 51084 | τουίντ | του-ίντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χοντρό μάλλινο ύφασμα με τραχιά επιφάνεια και μικρά τμήματα συνήθ. ανάμεικτου χρώματος στην ύφανση: πλεκτό ~. Σπορ ρούχα από ~.|| (ως επίθ.) ~ παλτό/σακάκι. [< αγγλ. tweed, γαλλ. ~] | |
| 51085 | τουίστ | του-ίστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. χορός, ιδιαίτερα δημοφιλής στις αρχές της δεκαετίας του 1960, που χαρακτηρίζεται από γρήγορες στροφικές κινήσεις του κορμού, των γοφών και των ποδιών. Βλ. χάλι γκάλι. 2. ΑΘΛ. περιστροφική κίνηση γύρω από τον κάθετο άξονα του σώματος: (στο καλλιτεχνικό πατινάζ) διπλό/τριπλό ~. Βλ. πιρουέτα. [< αμερικ. twist, γαλλ. ~, 1960] | |
| 51086 | τουίτ | του-ίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & τουιτάρισμα (το): ΔΙΑΔΙΚΤ. τιτίβισμα. | |
| 51087 | τουιτάρω | του-ι-τά-ρω ρ.: ΔΙΑΔΙΚΤ. περιηγούμαι στο τουίτερ ή (κατ' επέκτ.) σε άλλη ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Βλ. σερφάρω. [< αγγλ. twitter, περ. 2006, γαλλ. ~, 2009, ιταλ. twittare, 2007] | |
| 51088 | τουίτερ | του-ί-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστοχώρος κοινωνικής δικτύωσης (από το 2023 X): Μήνυμα στο ~ (: μέχρι 280 χαρακτήρες· πβ. τιτίβισμα). Βλ. φέισμπουκ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ηχείο που αναπαράγει ήχους υψηλών συχνοτήτων, πάνω από τα 1.000 Ηz: σούπερ ~. ~ θόλου. Βλ. γούφερ. [< 1: αμερικ. εμπορ. ονομασ. Twitter, 2006, ιταλ. ~, 2007 2: αγγλ. tweeter, 1934, γαλλ. ~, 1954] | |
| 51089 | τουιτεράς | του-ι-τε-ράς ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τουιτερού} (αργκό του διαδικτύου): χρήστης του τουίτερ. | |
| 51090 | τουιτόσφαιρα | του-ι-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό του διαδικτύου): διαδικτυακός χώρος όλων των χρηστών του τουίτερ. [< αμερικ. Twittersphere, γαλλ. twittosphère, 2008] | |
| 51091 | τουκάν | του-κάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. εξωτικό πτηνό (οικογ. Ramphastidae) της τροπικής Αμερικής με πολύ μεγάλο ράμφος και πολύχρωμο φτέρωμα, που μοιάζει με δρυοκολάπτη. [< γαλλ. toucan, αμερικ. ~] | |
| 51092 | τουλαραιμία | του-λα-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ζωονόσος που προκαλείται κυρ. από το βακτηρίδιο Francisella tularensis και μεταδίδεται στους ανθρώπους από συγκεκριμένα ζώα (κουνέλι, αλεπού, σκίουρο, λαγό), από έντομα που απομυζούν αίμα (κουνούπια, μύγες, κοριούς) ή από μολυσμένο νερό και χώμα. Βλ. -αιμία. [< γαλλ. tularémie, 1911, αγγλ. tularemia, 1921] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ