| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51060 | τόσος | , η, ο τό-σος δεικτ. αντων. 1. πάρα πολύς: Πάει ~ καιρός. ~ο αγώνα κάναμε. Αισθανόταν ~η χαρά! Κρίμα ~η δουλειά να πάει χαμένη. Εδώ και ~ους μήνες δεν έχει έρθει. Έφυγε και αυτός, όπως ~οι άλλοι.|| (σε αρνητ. πρόταση, με μετριαστική σημασία) Πριν όχι και ~α πολλά χρόνια.|| (ως ουσ.) Λένε ~α (= ένα σωρό) γι' αυτόν. Έκανε ~α για μας! 2. τέτοιος στο μέγεθος, την ένταση: Ποτέ άλλοτε δεν είχε ~η δύναμη. Τι σου κάνει ~η εντύπωση; Δεν του αξίζει ~η αναγνώριση.|| (ως ουσ.) ~α ακριβώς ξόδεψα. Με ~α που ακούω κάθε μέρα, πώς να μην ανησυχώ; 3. και κάτι, περίπου: Έχουν περάσει σαράντα ~α χρόνια. Μου κόστισε διακόσια ~α ευρώ.|| (αόριστα) Δίνει ~α για σπίτι, ~α για φαΐ, ~α για ντύσιμο. ● ΦΡ.: μια (φορά) στις τόσες/στα τόσα: αραιά και πού, σποραδικά: Τον βλέπουμε ~ ~. Μη μας παρεξηγείς, αν, μια στις τόσες, μας παρασύρει ο ενθουσιασμός., το τόσο το κάνει τόσο: μεγαλοποιεί τα πράγματα., τόσα ξέρει, τόσα λέει (μειωτ.): για κάποιον που δεν είναι καλά ενημερωμένος, που έχει άγνοια ή δεν κατανοεί κάτι., τόσοι και τόσοι: τόσοι πολλοί: ~ ~ έγραψαν για τον συνθέτη. Έχουν ~ες και ~ες ιστορίες να πουν. Έχουμε ακούσει ~α και ~α γι' αυτή., τόσος ... όσος .../όσος ... τόσος ...: για να δηλωθεί αναλογία, ισοδυναμία, αντιστοιχία: Δόθηκαν τόσες απαντήσεις, όσες και οι οπτικές γωνίες των ερωτώμενων.|| (προφ.) Ζήτα (ενν. τόσα) όσα θες., τόσος ... ώστε/που: ένα ορισμένο μέγεθος επιφέρει ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα: Yπήρχε τόσος συνωστισμός, που δεν μπορούσες να προχωρήσεις. Η προσέλευση του κοινού ήταν τόση, ώστε η παράσταση άργησε να αρχίσει., τόσος μόνο: πολύ μικρός ή λίγος: ~ο ~ μου αρκεί. ~οι ~ έμειναν στο τέλος., άλλος τόσος βλ. άλλος [< αρχ. τόσος] | |
| 51061 | τόσος δα | τό-σος δα δεικτ. αντων. , τόση δα, τόσο δα & τοσοσδά, τοσηδά, τοσοδά (προφ.-επιτατ.): που είναι πολύ μικρός ως προς τις διαστάσεις ή την ποσότητα: Eίναι ~ ~ (: μικροκαμωμένος, πολύ κοντός). Μένει σε ένα τόσο δα δωματιάκι. ● επίρρ.: τόσο δα & τοσοδά ● βλ. τοσοδούλης | |
| 51062 | τοσούτος, τοσαύτη, τοσούτο(ν) | [τοσοῦτος] το-σού-τος δεικτ. αντων. (σπάν.-αρχαιοπρ.): τόσο μεγάλος ή πολύς. ● ΦΡ.: πολλώ (δε) μάλλον βλ. μάλλον [< αρχ. τοσοῦτος] | |
| 51063 | τοστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σνακ από δύο τετράγωνες φέτες ψωμιού, συνήθ. με τυρί και ζαμπόν στη μέση, που ψήνονται στην τοστιέρα: ζεστό/κρύο ~. ~ με ντομάτα/γαλοπούλα. Ψωμί για/του ~. ● Υποκ.: τοστάκι (το) [< αγγλ. toast] | |
| 51064 | τοστάδικο | το-στά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.): μαγαζί που πουλά ή σερβίρει τοστ, σάντουιτς και διάφορα σνακ. Βλ. -άδικο. | |
| 51065 | τοστιέρα | το-στιέ-ρα ουσ. (θηλ.) ΤΕΧΝΟΛ. ηλεκτρική συσκευή για 1. το ψήσιμο του τοστ: ανοξείδωτη ~. ~-γκριλιέρα/ψηστιέρα. Αντικολλητική επιφάνεια ~ας. Βλ. φρυγανιέρα. 2. ειδικό φορμάρισμα των μαλλιών. Πβ. μασιά. Βλ. -ιέρα, ψαλίδι. [< 1: αγγλ. toaster, 1913, γαλλ. toasteur, 1959] | |
| 51066 | ΤΟΤΑ | (η/το): Τμήμα Οδικών Τροχαίων Ατυχημάτων. | |
| 51067 | τότε | τό-τε επίρρ. & (λαϊκό) τότες & ετότε 1. σε συγκεκριμένο χρονικό σημείο του παρελθόντος ή του μέλλοντος: ~ τα πράγματα ήταν πολύ διαφορετικά. Θυμάσαι ~ που ... Ήταν ~ που είχε πρωτοέρθει στην Αθήνα. ~ ήμουν είκοσι χρονών. Δεν υπήρχαν τόσες ανέσεις ~. Δεν έχω τις ίδιες απόψεις που είχα ~. Όπως ~, έτσι και τώρα ...|| Θα περάσουν τα χρόνια και ~ θα καταλάβουν. 2. (εμφατ.) εκείνη τη στιγμή: Και ~ άρχισε να βρέχει. ~ πήρε το θάρρος και μίλησε. Σηκώνεται ~ κι αυτός και βγαίνει έξω. Νευριάζει με το παραμικρό και ~ είναι δύσκολο να τον συγκρατήσεις. Μου το είπε δεύτερη φορά και πάλι ~ δεν έδωσα σημασία. 3. σε αυτή την περίπτωση: Αλλά ~ γεννιέται το ερώτημα ... Πες πως έρχεται ξαφνικά, τι κάνουμε ~; Αν δεν έχει αυτός την ευθύνη, ~ ποιος την έχει; Δεν σου αρέσει; Ε, ~ λοιπόν, άλλαξέ το. Αν είχαν παίξει καλά, ~ θα είχαμε κερδίσει.|| (ειρων.) Αν αυτός είναι επιστήμονας, ~ εγώ είμαι αστροναύτης (: όσο αυτός είναι ..., άλλο τόσο είμαι και εγώ ...). 4. (ως επίθ., + άρθ.) για κάποιον ή κάτι που εντάσσεται στην χρονική περίοδο στην οποία αναφέρεται ο ομιλητής: ο ~ αρμόδιος/διευθυντής/επικεφαλής/πρέσβης/πρόεδρος. Η ~ διοίκηση/ηγεσία/κατάσταση/κυβέρνηση. Οι ~ συνεργάτες. Οι ~ (= τοτινές) συνθήκες. Τα ~ δεδομένα/στελέχη. ● Ουσ.: τότε (το): οι συνθήκες που ίσχυαν παλαιότερα, το παρελθόν: Συγκρίνοντας το ~ και το σήμερα. Οι δύο γενιές συναντώνται και μιλούν για το ~ και το τώρα. ● ΦΡ.: από τότε: από εκείνη τη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ ~ μέχρι σήμερα πολλά έχουν αλλάξει. ~ ~ που μετακόμισε, έχουμε χαθεί (πβ. αφότου). Πέρασαν είκοσι χρόνια ~ ~ που τον είδα τελευταία φορά., ε/εμ τότε (προφ.): για δήλωση συμπεράσματος: ~ ~ δεν διαφωνούμε! ~ ~ φταίνε αυτοί. Πβ. λοιπόν, μα., ως/μέχρι τότε: μέχρι ένα χρονικό σημείο: ~ ~ έχουμε πολλά ακόμα να μάθουμε. Ήταν η μεγαλύτερη διαδήλωση που είχε γίνει ~ ~.|| (ως επίθ.) Οι ~ ~ σύμμαχοι. [< αρχ. τότε] | |
| 51068 | τοτέμ | το-τέμ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ΑΝΘΡΩΠ. 1. ζώο, φυτό ή σπανιότ. υλικό αντικείμενο, που θεωρείται από τα μέλη πρωτόγονης κοινότητας ότι είναι πρόγονος και κατ' επέκτ. προστάτης της με ιερές ιδιότητες: ινδιάνικο/ξύλινο ~. Βλ. ταμπού. 2. (συνεκδ.) η αντίστοιχη εικονική παράσταση. ● ΣΥΜΠΛ.: ιερό τοτέμ (μτφ.): καθετί που θεωρείται πως έχει υπερφυσικές ιδιότητες και συχνά αποτελεί αντικείμενο υπερβολικού θαυμασμού και λατρείας: η κατανάλωση, το σύγχρονο ~ ~. Το ~ ~ της ομάδας (: αθλητής-είδωλο). [< γαλλ. totem] | |
| 51069 | τοτεμικός | , ή, ό το-τε-μι-κός επίθ.: ΑΝΘΡΩΠ. που σχετίζεται ή μοιάζει με τοτέμ: ~ή: λατρεία (ζώου). ~ό: σύμβολο/σύστημα. [< γαλλ. totémique] | |
| 51070 | τοτεμισμός | το-τε-μι-σμός ουσ. (αρσ.): ΑΝΘΡΩΠ. κοινωνική οργάνωση που βασίζεται στα τοτέμ και τη λατρεία τους· κατ' επέκτ. η πίστη στις μαγικές ιδιότητες ενός τοτέμ και στη μυστική σχέση που το συνδέει με μια φυλή ή ένα πρόσωπο. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. totémisme] | |
| 51071 | τότες | βλ. τότε | |
| 51072 | τοτινός | , ή, ό το-τι-νός επίθ. (προφ.): που ανήκει ή αναφέρεται σε προηγούμενη εποχή, στο παρελθόν: ~ή: κοινωνία/κυβέρνηση. ~ά: χρόνια. Οι ~ές (= οι τότε) και οι σημερινές συνθήκες. ΑΝΤ. τωρινός | |
| 51073 | του | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): το γράμμα ταυ. | |
| 51074 | του του | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} ηχομιμητική λέξη που δηλώνει τον ήχο 1. του κλάξον αυτοκινήτου. 2. του σφυρίγματος τρένου. 3. του ακουστικού τηλεφώνου, όταν ανοίγει, είναι κατειλημμένη ή έχει πέσει η τηλεφωνική γραμμή. | |
| 51075 | του1 | : ● βλ. ο, η, το | |
| 51076 | του2 | βλ. αυτός | |
| 51077 | τουάλ | του-άλ επίθ./ουσ.: σαγρέ: χαρτί ~. [< γαλλ. toile] | |
| 51078 | τουαλέτα | του-α-λέ-τα ουσ. (θηλ.) 1. δωμάτιο ή χώρος που διαθέτει εγκαταστάσεις για ούρηση, αφόδευση και πλύσιμο του σώματος: ατομική/βιολογική/εξωτερική/εσωτερική/κινητή/ναυτική/τούρκικη ~. ~ εστιατορίου/ξενοδοχείου. Απολύμανση/είδη/καζανάκι/καθαρισμός/κάθισμα/καπάκι/λεκάνη/νιπτήρας/προϊόντα ~ας. Πηγαίνω στην ~. Επισκέπτεται συχνά την ~. Τα δύο υπνοδωμάτια έχουν κοινή ~ και ντους. Πβ. αποχωρητήριο, βεσέ, καμπινές, λουτρό, μέρος, μπάνιο.|| Αντρικές/γυναικείες/δημόσιες/δημοτικές ~ες. Πβ. ουρητήριο. 2. καθαριότητα και περιποίηση του σώματος· ειδικότ. αφόδευση: Έκανε την ~ του. 3. έπιπλο της κρεβατοκάμαρας στο οποίο τοποθετούνται συνήθ. είδη καλλωπισμού: ~ με συρτάρια, σκαμπό και καθρέφτη. Πβ. μπουντουάρ. 4. πολυτελές γυναικείο φόρεμα για επίσημες κοινωνικές εκδηλώσεις: βραδινή/έξωμη/επίσημη/μακριά/μαύρη/πανάκριβη ~. ~ες από βελούδo/μουσελίνα/οργάντζα/σατέν/ταφτά. Βλ. -έτα. ● Υποκ.: τουαλετίτσα: κυρ. στις σημ. 1,3. ● ΣΥΜΠΛ.: χαρτί υγείας/τουαλέτας βλ. χαρτί, χημική τουαλέτα βλ. χημικός [< γαλλ. toilette] | |
| 51079 | τουβλάς | του-βλάς ουσ. (αρσ.): εργάτης που τοποθετεί τα τούβλα στο χτίσιμο. Πβ. κτίστης. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ