Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51600-51620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51093τουλάχιστο(ν)του-λά-χι-στο(ν) επίρρ. 1. (για αριθμό, μέγεθος ή ποσότητα) το λιγότερο: ~ δέκα άτομα τραυματίστηκαν. Λείπει εδώ και μια ώρα ~. Χρειάζομαι ~ ένα μισάωρο να έρθω. Πβ. το ελάχιστο(ν). 2. πάντως, ωστόσο· ως παραχώρηση, έστω: Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ ~ χάρηκα με τα νέα (πβ. μια φορά). Κάποιος ~ πρέπει να μείνει. Αυτός ~ με πιστεύει. Έχω ~ κάτι δικό μου (βλ. κάτι είναι κι αυτό).|| Θα μπορούσες ~ να μου αφιερώσεις πέντε λεπτά. Ας με ειδοποιούσες ~. Πβ. αν μη τι άλλο, εν πάση περιπτώσει, όπως και να 'χει. 3. (ως σχόλιο, συνήθ. επικριτικό) με επιείκεια κρίνοντας: Είναι ~ αμφίβολη η έκβαση των γεγονότων. Ήταν ~ αναίδεια να συμπεριφερθεί έτσι. [< αρχ. τοὐλάχιστον]
51094τούλιτού-λι ουσ. (ουδ.): λεπτό και μαλακό δικτυωτό ύφασμα από μετάξι, βαμβάκι ή νάιλον: διαφανές/ελαστικό/εμπριμέ/κεντητό/λευκό/μαύρο ~. Μπομπονιέρα/νυφικό πέπλο από ~. Πβ. βουάλ, γάζα, τουλπάνι. [< γαλλ. tulle]
51095τούλινος, η, ο τού-λι-νος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από τούλι: ~η: εσάρπα/φούστα. ~ο: πέπλο/φόρεμα. ~ες: μπομπονιέρες.
51096τουλίπατου-λί-πα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. βολβώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Tulipa) με μακρύ βλαστό, μακρόστενα φύλλα και ένα μόνο άνθος έντονου χρώματος σε σχήμα κυπέλλου: κίτρινη/κόκκινη/λευκή/μαύρη ~. Η χώρα της ~ας (: Ολλανδία). Βλ. γεώφυτα. [< γαλλ. tulipe]
51097τουλούμιτου-λού-μι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.-λαϊκό): ασκός από δέρμα κατσίκας ή προβάτου: ~ για κρασί/λάδι.|| (συνεκδ.) Ένα ~ τυρί (: η αντίστοιχη ποσότητα). ● ΦΡ.: ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι (προφ.): βρέχει καταρρακτωδώς. ΣΥΝ. βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι [< τουρκ. tulum]
51098τουλουμιάζωτου-λου-μιά-ζω ρ. (μτβ.) {τουλούμιασε} (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: τουλουμιάζω στο ξύλο: κάνω τουλούμι στο ξύλο, ξυλοκοπώ άγρια κάποιον.
51099τουλουμοτύριτου-λου-μο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό, κοκκώδες, πικάντικο τυρί από γάλα αιγοπροβάτων που παρασκευάζεται με τρόπο όμοιο με τη φέτα και αποθηκεύεται σε τουλούμια.
51100τουλούμπατου-λού-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. κυλινδρικό ραβδωτό γλυκό από αλεύρι, αβγά και νερό, το οποίο τηγανίζεται και αμέσως μετά βυθίζεται σε σιρόπι. 2. (παλαιότ.) υδραντλία, τρόμπα. ● Υποκ.: τουλουμπάκι (το): στη σημ. 1. [< τουρκ. tulumba]
51101τουλπάνιτουλ-πά-νι ουσ. (ουδ.) & τουλουπάνι 1. βαμβακερό ύφασμα αραιής ύφανσης, που χρησιμοποιείται και στη μαγειρική συνήθ. για στράγγισμα ρευστών ουσιών. Πβ. τούλι. 2. (συνεκδ.) μαντίλα, μπόλια. [< μεσν. τουλουπάνι]
51102τούμπα1τού-μπα ουσ. (θηλ.) 1. πλήρης περιστροφή του σώματος στον αέρα ή πάνω στο έδαφος, συνήθ. ως άσκηση γυμναστικής: ακροβατική/ανάποδη/διπλή/τριπλή ~. Πβ. (ανα)κυβίστηση, κωλο~. 2. πτώση στο έδαφος, πέσιμο συνήθ. με ανατροπή: ~ με ποδήλατο. Γλίστρησα και έφαγα μια ~. Πβ. κουτρουβάλα.|| Το αυτοκίνητο έκανε/πήρε ~ες και σταμάτησε αναποδογυρισμένο στην άκρη του δρόμου. 3. (μτφ.) μετατροπή μιας κατάστασης, αναποδογύρισμα: θεαματική ~ στο χρηματιστήριο. Η κατάσταση/το παιχνίδι γύρισε ~. Η ζωή τα φέρνει ~ πολλές φορές (= φέρνει τα πάνω κάτω). Ήρθαν ~ τα πράγματα (= άλλαξαν, ανατράπηκαν, αντιστράφηκαν). 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. τεχνητός λόφος που δημιουργείται από επάλληλες επιχώσεις των οικοδομικών φάσεων ενός κατεστραμμένου αρχαίου οικισμού ή τάφου. Πβ. μαγούλα, τύμβος. ● ΦΡ.: κάνω τούμπες (μτφ.-προφ.) 1. για να δηλωθεί μεγάλος ενθουσιασμός ή επιθυμία: ~ει ~ από την χαρά του. 2. ενεργώ με δουλοπρέπεια: ~ουν ~ για να έχουν την εύνοιά του., φέρνω κάποιον τούμπα (μτφ.-προφ.): τον καταφέρνω, μεταπείθω, τουμπάρω: Λέγε λέγε, στο τέλος την έφερε ~. [< μεσν. τούμπα < ιταλ. tomba < μτγν. λατ. tumba(m) < αρχ. *τύμβα, άλλη μορφή του τύμβος]
51103τούμπα2τού-μπα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. βαθύφωνο χάλκινο πνευστό όργανο με φαρδύ κωνικό σώμα, που καταλήγει σε πλατιά, ανοιχτή καμπάνα στραμμένη προς τα επάνω και έχει τρεις έως έξι βαλβίδες. Βλ. ευφώνιο. [< ιταλ. tuba]
51104τούμπαλιντού-μπα-λιν επίρρ. (αρχαιοπρ.): αντιστρόφως, αντίθετα: πρώτα εγώ, ύστερα εσύ και ~ (πβ. και τ' ανάπαλιν). [< αρχ. τοὔμπαλιν]
51105τουμπανιάζωτου-μπα-νιά-ζω ρ. (αμτβ κ. μτβ.) {τουμπάνια-σε, τουμπανιά-σει, -σμένος} (προφ.) 1. πρήζομαι πολύ έντονα, φουσκώνω: ~σαν τα μάτια μου από το κλάμα. ~σε η κοιλιά μου από το πολύ φαγητό (= έγινε τούμπανο). Το χέρι μου είχε ~σει από το χτύπημα. Τα πόδια μου ~σαν από την ορθοστασία. ~σμένα: δάχτυλα.|| Βρέθηκε ~σμένος (: σε κατάσταση τυμπανισμού). 2. (μτφ.) χτυπώ με αγριότητα: Τον ~σε στο ξύλο. Πβ. ξυλο-κοπώ, -φορτώνω.
51106τουμπάνιασματου-μπά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολύ έντονο πρήξιμο, φούσκωμα.
51107τούμπανοτού-μπα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΜΟΥΣ. τύμπανο. 2. (μτφ.) για κάτι υπερβολικά πρησμένο: ~ το πόδι από το τσίμπημα. Η κοιλιά/το στομάχι του έγινε/είναι ~ (από το πολύ φαΐ). 3. {ως επίθ.} (νεαν. αργκό) άψογος, αξεπέραστος: ~ εμφάνιση. Ο επεξεργαστής/τα ηχεία/η κοπέλα είναι ~! Πβ. μπόμπα, σούπερ.|| ~ αμάξι (= πειραγμένο, φτιαγμένο). ● Υποκ.: τουμπανάκι (το): στη σημ. 3. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον τούμπανο (προφ.): δέρνω άγρια, ξυλοφορτώνω: Τον έκανε ~ στο ξύλο., τα κάνω τούμπανο σε κάποιον (προφ.): τον πρήζω, του προκαλώ δυσαρέσκεια: Μου τα έκανε ~ με την γκρίνια της., το κάνω τούμπανο (προφ.): διαδίδω ένα μυστικό σε όλο τον κόσμο. Πβ. διατυμπανίζω, κάνω βούκινο., κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! βλ. κολοκύθι, ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι βλ. κόσμος [< αρχ. τύμπανον]
51108τουμπάρισματου-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αναποδογύρισμα, ανατροπή: ~ αυτοκινήτου/λέμβου/πλοίου. Πβ. ντελαπάρισμα. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) παραπλάνηση, ξεγέλασμα: ~ πελάτη. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τύλιγμα (3)
51109τουμπάρωτου-μπά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τούμπαρ-α κ. τουμπάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. αναποδογυρίζω, ανατρέπω: Ο οδηγός ~ισε το φορτηγό στη στροφή. 2. (συνήθ. για μεταφορικό μέσο ξηράς ή θαλάσσης) αναποδογυρίζομαι, ανατρέπομαι: Η βάρκα/το κανό ~ει εύκολα. Έκανε σούζα και παραλίγο να ~ει. Το αμάξι ~ε. ~ισμένο αυτοκίνητο σε χαντάκι. ΣΥΝ. ντελαπάρω 3. (μτφ.) μεταστρέφω τη γνώμη ή την απόφαση κάποιου, συνήθ. με απάτη ή επιδεξιότητα, παραπλανώ: Έχει τον τρόπο της να τον ~ει (= μεταπείθει). Την ~αρε (= έριξε, κατάφερε) στο τέλος με τα κόλπα του. Με είχε έναν μήνα στο ψήσιμο μέχρι να με ~ει. ΣΥΝ. ξεγελώ
51110τουμπεκίτου-μπε-κί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παρωχ.): ψιλοκομμένα φύλλα καπνού που συνήθ. χρησιμοποιούνται στον ναργιλέ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω τουμπεκί (ψιλοκομμένο) (αργκό): σωπαίνω: Όταν μιλάω, εσύ (να κάνεις) ~. ΣΥΝ. κάνω μόκο [< τουρκ. tömbeki]
51111τουμπελέκιτου-μπε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) & τουμπερλέκι: ΜΟΥΣ. κρουστό παραδοσιακό όργανο σε σχήμα στάμνας με πήλινο ή μεταλλικό ηχείο και δέρμα που καλύπτει το επάνω μέρος του. Πβ. νταρμπούκα. Βλ. τάμπλα. [< τουρκ. tümbelek]
51112τουμπίσταςτου-μπί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει τούμπα. Βλ. -ίστας. [< ιταλ.-ισπαν. tubista, γαλλ. tubiste, 1907]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.