Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51600-51620]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51080τούβλο[τοῦβλο] τού-βλο ουσ. (ουδ.) 1. οικοδομικό υλικό, παραλληλόγραμμου σχήματος, συνήθ. από κόκκινο ψημένο πηλό με τρύπες στο εσωτερικό του: διάτρητο/κόκκινο/πυρίμαχο/συμπαγές/χειροποίητο ~. Μονωτικά ~α. ~α για την κατασκευή τοιχοποιίας. Κτίσμα με επένδυση ~ου. Κλείνω ένα παράθυρο με ~α. Πβ. οπτόπλινθος. Βλ. πυρό-, υαλό-τουβλο.|| Η οικοδομή βρίσκεται στα ~α (: στο στάδιο κτισίματος των τοίχων). Το σπίτι κτίστηκε ~ ~ (: με θυσίες, σιγά-σιγά).|| (ως παραθετικό σύνθ.) Βιβλίο-~ (= ογκώδες). 2. (μτφ.-μειωτ., για πρόσ.) βλάκας, χαζός: Βρε ~, τι σου εξηγώ τόση ώρα; Eίναι ένα ~ και μισό! Πβ. κούτσουρο, ντουβάρι, σκράπας, στουρνάρι. ΑΝΤ. ατσίδα (1) 3. (προφ.) ανοησία, χαζομάρα: Πετάει συνεχώς ~α. 4. (αθλητική αργκό, στο ποδόσφαιρο) πολύ δυνατό σουτ που δεν αφήνει περιθώρια αντίδρασης στον αντίπαλο τερματοφύλακα. ● Υποκ.: τουβλάκι (το): μικρό τούβλο: έγχρωμα διακοσμητικά ~ια.|| (ως παιχνίδι) ~ια του ντόμινο. Κατασκευές με ~ια. [< μεσν. τούβλο < λατ. tubulus ‘μικρός σωλήνας’]
51081τούγιατού-για ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. κωνοφόρο φυτό εξωτερικού χώρου με πλούσιο πράσινο φύλλωμα και πυραμειδοειδές (επιστ. ονομασ. Thuja pyramidalis) ή σφαιρικό (Thuja orientalis) σχήμα. [< γαλλ. thuya, αγγλ. thuja < αρχ. θυία]
51082τουγκστένιοβλ. τουνγκστένιο
14450τούδε

[ἐδῶ] ε-δώ επίρρ. & (προφ.) δω κ. 'δω 1. (ως προς αυτόν που μιλά) σε αυτόν τον χώρο, τόπο, σε αυτό το σημείο: ~ μένω. Είναι κανείς ~; Έχει υγρασία ~ κάτω. Τι γίνεται ~ πέρα; Κάπου ~ γύρω θα 'ναι. Ελάτε λίγο πιο ~ (= κοντά· πβ. παραδώ). Δεν είμαι (= δεν κατάγομαι, δεν κατοικώ) από ~. Έρχεται/κοίταζε προς τα ~. Όπως λέμε εμείς ~ στην ... Αν βρεθείς κατά δω ...|| (συνήθ. με ανάλογη κίνηση του χεριού) Να σας συστήσω: από ~ η μητέρα μου, από ~ ο/η ...|| (ως επίθ.) Σύμφωνα με την ~ παράδοση (πβ. τοπική). Η ~ ζωή (= η επίγεια).|| (Όταν δεν γνωρίζουμε ή δεν θέλουμε να αναφέρουμε το όνομα κάποιου) Ο κύριος από ~ ζήτησε ...|| (σε ιστοσελίδα) Για περισσότερες πληροφορίες κάντε κλικ ~.|| (παλαιότ. σε στερεότυπη εισαγωγική έκφραση ραδιοφωνικών συνήθ. εκπομπών) ~ ραδιοφωνικός σταθμός ... (ΙΣΤ.) ~ Πολυτεχνείο.|| (συνήθ. στο τηλέφωνο:) ~ Πέτρος, μπορώ να μιλήσω με ...;|| Το λάθος ~ έγκειται. ~ φτάσαμε, να αμφισβητούμε τα αυτονόητα. ΑΝΤ. αλλού (1), εκεί (1) 2. (προηγείται η δεικτική αντων. αυτός, -ή, -ό) για έμφαση: αυτός ~ ο δίσκος. Αυτή ~ η πόλη. Αυτό ~ το κείμενο. ● ΦΡ.: άκου εδώ: για να δηλωθεί έκπληξη, εκνευρισμός, θυμός ή όταν κάποιος θέλει να μιλήσει σοβαρά: ~ ~ ερώτηση/λογική!|| ~ ~ που σου μιλάω κι άσε τα παιχνίδια!|| ~ ~ φίλε, ..., από εδώ και από εκεί & από δω κι από κει & εδώ κι εκεί & μια εδώ και μια εκεί: πότε στο ένα και πότε στο άλλο μέρος: Ρωτούσε ~ ~ μήπως είχε δει κάποιος το παιδί της. Οι δημοσιογράφοι έτρεχαν ~ ~. Ρούχα πεταμένα ~ ~ (: σκόρπια, σε διάφορα σημεία)., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος & (λόγ.) από τούδε και στο εξής: από τώρα και μετά, από τώρα και στο μέλλον: Σου υπόσχομαι ότι ~ ~ θα τα λέμε πιο συχνά. ΣΥΝ. στο εξής, εδώ είμαι εγώ/εγώ είμαι εδώ (μτφ.): όταν προσφέρεται κάποιος να βοηθήσει: Μην στενοχωριέσαι καθόλου, ~ ~. Ό,τι θέλεις, ~ ~!, εδώ και: για χρονικό διάστημα κατά το οποίο γίνεται κάτι:~~ χιλιάδες χρόνια. ~ ~ (πολύ) καιρό/μήνες ψάχνω για καινούργιο σπίτι., εδώ και τώρα (εμφατ.): για να δηλωθεί ότι πρέπει να ικανοποιηθεί αμέσως ένα αίτημα: λύση ~ ~!, εδώ που τα λέμε (οικ.): για να αναφερθεί κάτι συνήθ. με ειλικρινή ή εξομολογητική διάθεση: ~ ~, δεν έγινε και τίποτε/καλά έκανε/του χρειαζόταν!, εδώ/εκεί που φτάσαμε: για δήλωση μιας κρίσιμης κατάστασης: ~ ~ δεν γίνεται αλλιώς/δεν μας σώζει τίποτα., είμαι ως/μέχρι εδώ & με έχει(ς) φέρει ως/μέχρι εδώ (μτφ.): (μπορεί να συνοδεύεται με ανάλογη κίνηση του χεριού, συνήθ. ως το μέτωπο) έχω αγανακτήσει, νευριάσει, έχω φτάσει στα όρια της υπομονής, ανοχής μου: Άσε με, ~ ~! Μην αρχίζεις τις ειρωνείες, γιατί ~ ~! Πβ. μπουχτίζω., μέχρι/ως εδώ: για την ώρα, μέχρι στιγμής, προς το παρόν: ~ ~ όλα καλά!, ως εδώ (και μη παρέκει) & (σπάν.) ως εκεί (εμφατ. με επιφωνηματική χρήση): για δήλωση αγανάκτησης για κατάσταση, συμπεριφορά που δεν είναι πλέον ανεκτή: Έκανα υπομονή τόσα χρόνια, αλλά ~ ~. Πβ. δεν πάει άλλο, έφτασε ο κόμπος στο χτένι, φτάνει πια., ως εδώ ήταν: για να δηλωθεί ότι κάτι πρέπει να σταματήσει ή ότι έφτασε στο τέλος του: ~ ~, καιρός να σοβαρευτούμε. ~ ~· σκέφτομαι να αποσυρθώ., από δω παν' κι (οι) άλλοι βλ. άλλος, από δω τον είχα, από κει τον είχα βλ. έχω, εδώ (ο) παπάς, εκεί (ο) παπάς, πού είν'/πού 'ν' ο παπάς; βλ. παπάς, εδώ είναι η κόλαση, εδώ και ο παράδεισος βλ. κόλαση, εδώ θα τα χαλάσουμε βλ. χαλώ, εδώ καράβια χάνονται/πνίγονται, βαρκούλες αρμενίζουν βλ. καράβι, εδώ ο κόσμος καίγεται/χάνεται και η γριά/το μουνί χτενίζεται βλ. χτενίζω, εδώ σε θέλω κάβουρα, να περπατάς στα κάρβουνα/εδώ σε θέλω (μάστορα)! βλ. θέλω, εδώ/εκεί πέρα βλ. πέρα, εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω βλ. τριγύρω, εκεί που είσαι ήμουνα κι εδώ που είμαι θα 'ρθεις βλ. είμαι, μακριά από μας/απ' εδώ βλ. μακριά, όλα εδώ πληρώνονται/εδώ πληρώνονται όλα βλ. πληρώνω, το/τα φέρνω από δω, το/τα φέρνω/πηγαίνω από κει βλ. φέρνω, τούτος εδώ/'δω βλ. τούτος [< μεσν. εδώ]

51083τούδετού-δε (αρχαιοπρ.): στις ● ΦΡ.: μέχρι τούδε: ως τώρα: Έχει εκδώσει τρία βίβλία ~ ~.|| (ως επίθ.) Τα ~ ~ δεδομένα., από εδώ και πέρα/και στο εξής/και μπρος βλ. εδώ
51084τουίνττου-ίντ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: χοντρό μάλλινο ύφασμα με τραχιά επιφάνεια και μικρά τμήματα συνήθ. ανάμεικτου χρώματος στην ύφανση: πλεκτό ~. Σπορ ρούχα από ~.|| (ως επίθ.) ~ παλτό/σακάκι. [< αγγλ. tweed, γαλλ. ~]
51085τουίσττου-ίστ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. χορός, ιδιαίτερα δημοφιλής στις αρχές της δεκαετίας του 1960, που χαρακτηρίζεται από γρήγορες στροφικές κινήσεις του κορμού, των γοφών και των ποδιών. Βλ. χάλι γκάλι. 2. ΑΘΛ. περιστροφική κίνηση γύρω από τον κάθετο άξονα του σώματος: (στο καλλιτεχνικό πατινάζ) διπλό/τριπλό ~. Βλ. πιρουέτα. [< αμερικ. twist, γαλλ. ~, 1960]
51086τουίττου-ίτ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} & τουιτάρισμα (το): ΔΙΑΔΙΚΤ. τιτίβισμα.
51087τουιτάρωτου-ι-τά-ρω ρ.: ΔΙΑΔΙΚΤ. περιηγούμαι στο τουίτερ ή (κατ' επέκτ.) σε άλλη ιστοσελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Βλ. σερφάρω. [< αγγλ. twitter, περ. 2006, γαλλ. ~, 2009, ιταλ. twittare, 2007]
51088τουίτερτου-ί-τερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΔΙΑΔΙΚΤ. ιστοχώρος κοινωνικής δικτύωσης (από το 2023 X): Μήνυμα στο ~ (: μέχρι 280 χαρακτήρες· πβ. τιτίβισμα). Βλ. φέισμπουκ. 2. ΤΕΧΝΟΛ. ηχείο που αναπαράγει ήχους υψηλών συχνοτήτων, πάνω από τα 1.000 Ηz: σούπερ ~. ~ θόλου. Βλ. γούφερ. [< 1: αμερικ. εμπορ. ονομασ. Twitter, 2006, ιταλ. ~, 2007 2: αγγλ. tweeter, 1934, γαλλ. ~, 1954]
51089τουιτεράςτου-ι-τε-ράς ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. τουιτερού} (αργκό του διαδικτύου): χρήστης του τουίτερ.
51090τουιτόσφαιρατου-ι-τό-σφαι-ρα ουσ. (θηλ.) (αργκό του διαδικτύου): διαδικτυακός χώρος όλων των χρηστών του τουίτερ. [< αμερικ. Twittersphere, γαλλ. twittosphère, 2008]
51091τουκάντου-κάν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΖΩΟΛ. εξωτικό πτηνό (οικογ. Ramphastidae) της τροπικής Αμερικής με πολύ μεγάλο ράμφος και πολύχρωμο φτέρωμα, που μοιάζει με δρυοκολάπτη. [< γαλλ. toucan, αμερικ. ~]
51092τουλαραιμίατου-λα-ραι-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. ζωονόσος που προκαλείται κυρ. από το βακτηρίδιο Francisella tularensis και μεταδίδεται στους ανθρώπους από συγκεκριμένα ζώα (κουνέλι, αλεπού, σκίουρο, λαγό), από έντομα που απομυζούν αίμα (κουνούπια, μύγες, κοριούς) ή από μολυσμένο νερό και χώμα. Βλ. -αιμία. [< γαλλ. tularémie, 1911, αγγλ. tularemia, 1921]
51093τουλάχιστο(ν)του-λά-χι-στο(ν) επίρρ. 1. (για αριθμό, μέγεθος ή ποσότητα) το λιγότερο: ~ δέκα άτομα τραυματίστηκαν. Λείπει εδώ και μια ώρα ~. Χρειάζομαι ~ ένα μισάωρο να έρθω. Πβ. το ελάχιστο(ν). 2. πάντως, ωστόσο· ως παραχώρηση, έστω: Δεν ξέρω για σένα, αλλά εγώ ~ χάρηκα με τα νέα (πβ. μια φορά). Κάποιος ~ πρέπει να μείνει. Αυτός ~ με πιστεύει. Έχω ~ κάτι δικό μου (βλ. κάτι είναι κι αυτό).|| Θα μπορούσες ~ να μου αφιερώσεις πέντε λεπτά. Ας με ειδοποιούσες ~. Πβ. αν μη τι άλλο, εν πάση περιπτώσει, όπως και να 'χει. 3. (ως σχόλιο, συνήθ. επικριτικό) με επιείκεια κρίνοντας: Είναι ~ αμφίβολη η έκβαση των γεγονότων. Ήταν ~ αναίδεια να συμπεριφερθεί έτσι. [< αρχ. τοὐλάχιστον]
51094τούλιτού-λι ουσ. (ουδ.): λεπτό και μαλακό δικτυωτό ύφασμα από μετάξι, βαμβάκι ή νάιλον: διαφανές/ελαστικό/εμπριμέ/κεντητό/λευκό/μαύρο ~. Μπομπονιέρα/νυφικό πέπλο από ~. Πβ. βουάλ, γάζα, τουλπάνι. [< γαλλ. tulle]
51095τούλινος, η, ο τού-λι-νος επίθ.: που έχει φτιαχτεί από τούλι: ~η: εσάρπα/φούστα. ~ο: πέπλο/φόρεμα. ~ες: μπομπονιέρες.
51096τουλίπατου-λί-πα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. βολβώδες καλλωπιστικό φυτό (γένος Tulipa) με μακρύ βλαστό, μακρόστενα φύλλα και ένα μόνο άνθος έντονου χρώματος σε σχήμα κυπέλλου: κίτρινη/κόκκινη/λευκή/μαύρη ~. Η χώρα της ~ας (: Ολλανδία). Βλ. γεώφυτα. [< γαλλ. tulipe]
51097τουλούμιτου-λού-μι ουσ. (ουδ.) (παρωχ.-λαϊκό): ασκός από δέρμα κατσίκας ή προβάτου: ~ για κρασί/λάδι.|| (συνεκδ.) Ένα ~ τυρί (: η αντίστοιχη ποσότητα). ● ΦΡ.: ρίχνει (νερό)/πέφτει νερό με το τουλούμι (προφ.): βρέχει καταρρακτωδώς. ΣΥΝ. βρέχει/ρίχνει καρεκλοπόδαρα/καρέκλες/παπάδες, κάνω κάποιον μαύρο/τόπι/τουλούμι/μπαούλο (στο ξύλο) βλ. τόπι [< τουρκ. tulum]
51098τουλουμιάζωτου-λου-μιά-ζω ρ. (μτβ.) {τουλούμιασε} (λαϊκό): κυρ. στη ● ΦΡ.: τουλουμιάζω στο ξύλο: κάνω τουλούμι στο ξύλο, ξυλοκοπώ άγρια κάποιον.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.