| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51099 | τουλουμοτύρι | του-λου-μο-τύ-ρι ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. μαλακό, κοκκώδες, πικάντικο τυρί από γάλα αιγοπροβάτων που παρασκευάζεται με τρόπο όμοιο με τη φέτα και αποθηκεύεται σε τουλούμια. | |
| 51100 | τουλούμπα | του-λού-μπα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. κυλινδρικό ραβδωτό γλυκό από αλεύρι, αβγά και νερό, το οποίο τηγανίζεται και αμέσως μετά βυθίζεται σε σιρόπι. 2. (παλαιότ.) υδραντλία, τρόμπα. ● Υποκ.: τουλουμπάκι (το): στη σημ. 1. [< τουρκ. tulumba] | |
| 51101 | τουλπάνι | τουλ-πά-νι ουσ. (ουδ.) & τουλουπάνι 1. βαμβακερό ύφασμα αραιής ύφανσης, που χρησιμοποιείται και στη μαγειρική συνήθ. για στράγγισμα ρευστών ουσιών. Πβ. τούλι. 2. (συνεκδ.) μαντίλα, μπόλια. [< μεσν. τουλουπάνι] | |
| 51102 | τούμπα1 | τού-μπα ουσ. (θηλ.) 1. πλήρης περιστροφή του σώματος στον αέρα ή πάνω στο έδαφος, συνήθ. ως άσκηση γυμναστικής: ακροβατική/ανάποδη/διπλή/τριπλή ~. Πβ. (ανα)κυβίστηση, κωλο~. 2. πτώση στο έδαφος, πέσιμο συνήθ. με ανατροπή: ~ με ποδήλατο. Γλίστρησα και έφαγα μια ~. Πβ. κουτρουβάλα.|| Το αυτοκίνητο έκανε/πήρε ~ες και σταμάτησε αναποδογυρισμένο στην άκρη του δρόμου. 3. (μτφ.) μετατροπή μιας κατάστασης, αναποδογύρισμα: θεαματική ~ στο χρηματιστήριο. Η κατάσταση/το παιχνίδι γύρισε ~. Η ζωή τα φέρνει ~ πολλές φορές (= φέρνει τα πάνω κάτω). Ήρθαν ~ τα πράγματα (= άλλαξαν, ανατράπηκαν, αντιστράφηκαν). 4. ΑΡΧΑΙΟΛ. τεχνητός λόφος που δημιουργείται από επάλληλες επιχώσεις των οικοδομικών φάσεων ενός κατεστραμμένου αρχαίου οικισμού ή τάφου. Πβ. μαγούλα, τύμβος. ● ΦΡ.: κάνω τούμπες (μτφ.-προφ.) 1. για να δηλωθεί μεγάλος ενθουσιασμός ή επιθυμία: ~ει ~ από την χαρά του. 2. ενεργώ με δουλοπρέπεια: ~ουν ~ για να έχουν την εύνοιά του., φέρνω κάποιον τούμπα (μτφ.-προφ.): τον καταφέρνω, μεταπείθω, τουμπάρω: Λέγε λέγε, στο τέλος την έφερε ~. [< μεσν. τούμπα < ιταλ. tomba < μτγν. λατ. tumba(m) < αρχ. *τύμβα, άλλη μορφή του τύμβος] | |
| 51103 | τούμπα2 | τού-μπα ουσ. (θηλ.): ΜΟΥΣ. βαθύφωνο χάλκινο πνευστό όργανο με φαρδύ κωνικό σώμα, που καταλήγει σε πλατιά, ανοιχτή καμπάνα στραμμένη προς τα επάνω και έχει τρεις έως έξι βαλβίδες. Βλ. ευφώνιο. [< ιταλ. tuba] | |
| 51104 | τούμπαλιν | τού-μπα-λιν επίρρ. (αρχαιοπρ.): αντιστρόφως, αντίθετα: πρώτα εγώ, ύστερα εσύ και ~ (πβ. και τ' ανάπαλιν). [< αρχ. τοὔμπαλιν] | |
| 51105 | τουμπανιάζω | του-μπα-νιά-ζω ρ. (αμτβ κ. μτβ.) {τουμπάνια-σε, τουμπανιά-σει, -σμένος} (προφ.) 1. πρήζομαι πολύ έντονα, φουσκώνω: ~σαν τα μάτια μου από το κλάμα. ~σε η κοιλιά μου από το πολύ φαγητό (= έγινε τούμπανο). Το χέρι μου είχε ~σει από το χτύπημα. Τα πόδια μου ~σαν από την ορθοστασία. ~σμένα: δάχτυλα.|| Βρέθηκε ~σμένος (: σε κατάσταση τυμπανισμού). 2. (μτφ.) χτυπώ με αγριότητα: Τον ~σε στο ξύλο. Πβ. ξυλο-κοπώ, -φορτώνω. | |
| 51106 | τουμπάνιασμα | του-μπά-νια-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): πολύ έντονο πρήξιμο, φούσκωμα. | |
| 51107 | τούμπανο | τού-μπα-νο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. ΜΟΥΣ. τύμπανο. 2. (μτφ.) για κάτι υπερβολικά πρησμένο: ~ το πόδι από το τσίμπημα. Η κοιλιά/το στομάχι του έγινε/είναι ~ (από το πολύ φαΐ). 3. {ως επίθ.} (νεαν. αργκό) άψογος, αξεπέραστος: ~ εμφάνιση. Ο επεξεργαστής/τα ηχεία/η κοπέλα είναι ~! Πβ. μπόμπα, σούπερ.|| ~ αμάξι (= πειραγμένο, φτιαγμένο). ● Υποκ.: τουμπανάκι (το): στη σημ. 3. ● ΦΡ.: κάνω κάποιον τούμπανο (προφ.): δέρνω άγρια, ξυλοφορτώνω: Τον έκανε ~ στο ξύλο., τα κάνω τούμπανο σε κάποιον (προφ.): τον πρήζω, του προκαλώ δυσαρέσκεια: Μου τα έκανε ~ με την γκρίνια της., το κάνω τούμπανο (προφ.): διαδίδω ένα μυστικό σε όλο τον κόσμο. Πβ. διατυμπανίζω, κάνω βούκινο., κολοκύθια (με τη ρίγανη/στο πάτερο/τούμπανα)! βλ. κολοκύθι, ο κόσμος το 'χει τούμπανο/βούκινο κι εμείς κρυφό καμάρι βλ. κόσμος [< αρχ. τύμπανον] | |
| 51108 | τουμπάρισμα | του-μπά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. αναποδογύρισμα, ανατροπή: ~ αυτοκινήτου/λέμβου/πλοίου. Πβ. ντελαπάρισμα. 2. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) παραπλάνηση, ξεγέλασμα: ~ πελάτη. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τύλιγμα (3) | |
| 51109 | τουμπάρω | του-μπά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τούμπαρ-α κ. τουμπάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} (προφ.) 1. αναποδογυρίζω, ανατρέπω: Ο οδηγός ~ισε το φορτηγό στη στροφή. 2. (συνήθ. για μεταφορικό μέσο ξηράς ή θαλάσσης) αναποδογυρίζομαι, ανατρέπομαι: Η βάρκα/το κανό ~ει εύκολα. Έκανε σούζα και παραλίγο να ~ει. Το αμάξι ~ε. ~ισμένο αυτοκίνητο σε χαντάκι. ΣΥΝ. ντελαπάρω 3. (μτφ.) μεταστρέφω τη γνώμη ή την απόφαση κάποιου, συνήθ. με απάτη ή επιδεξιότητα, παραπλανώ: Έχει τον τρόπο της να τον ~ει (= μεταπείθει). Την ~αρε (= έριξε, κατάφερε) στο τέλος με τα κόλπα του. Με είχε έναν μήνα στο ψήσιμο μέχρι να με ~ει. ΣΥΝ. ξεγελώ | |
| 51110 | τουμπεκί | του-μπε-κί ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παρωχ.): ψιλοκομμένα φύλλα καπνού που συνήθ. χρησιμοποιούνται στον ναργιλέ. Κυρ. στη ● ΦΡ.: κάνω τουμπεκί (ψιλοκομμένο) (αργκό): σωπαίνω: Όταν μιλάω, εσύ (να κάνεις) ~. ΣΥΝ. κάνω μόκο [< τουρκ. tömbeki] | |
| 51111 | τουμπελέκι | του-μπε-λέ-κι ουσ. (ουδ.) & τουμπερλέκι: ΜΟΥΣ. κρουστό παραδοσιακό όργανο σε σχήμα στάμνας με πήλινο ή μεταλλικό ηχείο και δέρμα που καλύπτει το επάνω μέρος του. Πβ. νταρμπούκα. Βλ. τάμπλα. [< τουρκ. tümbelek] | |
| 51112 | τουμπίστας | του-μπί-στας ουσ. (αρσ.): μουσικός που παίζει τούμπα. Βλ. -ίστας. [< ιταλ.-ισπαν. tubista, γαλλ. tubiste, 1907] | |
| 51113 | τούμπο | τού-μπο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας, συνήθ. χαλύβδινος, χωρίς ραφή συγκόλλησης. [< ιταλ. tubo] | |
| 51114 | τουναντίον | βλ. εναντίον | |
| 51115 | τουνγκστένιο | τουν-γκστέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & τουγκστένιο: ΧΗΜ. βολφράμιο. [< αγγλ. tungsten < σουηδικό tung ‘βαρύς’ + sten ‘λίθος’] | |
| 51116 | τούνδρα | τούν-δρα ουσ. (θηλ.) & τούντρα: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. περιοχή που συναντάται στο βορειότερο τμήμα της Αμερικής, της Ευρώπης και στη Σιβηρία και έχει χαμηλές θερμοκρασίες και βλάστηση κυρ. από χόρτα, βρύα και λειχήνες: αλπική/ανταρκτική/αρκτική ~. Βλ. σαβάνα, στέπα, τάιγκα, τροπικό δάσος. [< γαλλ. toundra] | |
| 51117 | τούνελ | [τοῦνελ] τού-νελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνητό πέρασμα, σήραγγα: κρυφό/υπόγειο/υποθαλάσσιο ~. ~ διαφυγής. Διάνοιξη ~. Το τρένο πέρασε μέσα από το ~. Πβ. γαλαρία, στοά. Βλ. ευρω~.|| Φούρνος ~. ● ΦΡ.: βγαίνω από το τούνελ (μτφ.): βρίσκω διέξοδο ή λύση σε δυσκολίες ή προβλήματα., φως στο τούνελ & φως στην άκρη/στο βάθος του τούνελ (μτφ.): πιθανότητα εξεύρεσης λύσης: Δεν βλέπω ~ ~. Αρχίζει να διαφαίνεται ~ ~ της οικονομικής κρίσης. [< αγγλ. tunnel] | |
| 51118 | τουνίκ | του-νίκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: άνετο και φαρδύ γυναικείο ρούχο με ή χωρίς μανίκια που καλύπτει τον κορμό ή/και τα πόδια: βαμβακερή/διάφανη/εμπριμέ/μεταξωτή ~. [< γαλλ. tunique] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ