| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51113 | τούμπο | τού-μπο ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. σωλήνας, συνήθ. χαλύβδινος, χωρίς ραφή συγκόλλησης. [< ιταλ. tubo] | |
| 51114 | τουναντίον | βλ. εναντίον | |
| 51115 | τουνγκστένιο | τουν-γκστέ-νι-ο ουσ. (ουδ.) & τουγκστένιο: ΧΗΜ. βολφράμιο. [< αγγλ. tungsten < σουηδικό tung ‘βαρύς’ + sten ‘λίθος’] | |
| 51116 | τούνδρα | τούν-δρα ουσ. (θηλ.) & τούντρα: ΒΙΟΓΕΩΓΡ. περιοχή που συναντάται στο βορειότερο τμήμα της Αμερικής, της Ευρώπης και στη Σιβηρία και έχει χαμηλές θερμοκρασίες και βλάστηση κυρ. από χόρτα, βρύα και λειχήνες: αλπική/ανταρκτική/αρκτική ~. Βλ. σαβάνα, στέπα, τάιγκα, τροπικό δάσος. [< γαλλ. toundra] | |
| 51117 | τούνελ | [τοῦνελ] τού-νελ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: τεχνητό πέρασμα, σήραγγα: κρυφό/υπόγειο/υποθαλάσσιο ~. ~ διαφυγής. Διάνοιξη ~. Το τρένο πέρασε μέσα από το ~. Πβ. γαλαρία, στοά. Βλ. ευρω~.|| Φούρνος ~. ● ΦΡ.: βγαίνω από το τούνελ (μτφ.): βρίσκω διέξοδο ή λύση σε δυσκολίες ή προβλήματα., φως στο τούνελ & φως στην άκρη/στο βάθος του τούνελ (μτφ.): πιθανότητα εξεύρεσης λύσης: Δεν βλέπω ~ ~. Αρχίζει να διαφαίνεται ~ ~ της οικονομικής κρίσης. [< αγγλ. tunnel] | |
| 51118 | τουνίκ | του-νίκ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: άνετο και φαρδύ γυναικείο ρούχο με ή χωρίς μανίκια που καλύπτει τον κορμό ή/και τα πόδια: βαμβακερή/διάφανη/εμπριμέ/μεταξωτή ~. [< γαλλ. tunique] | |
| 51119 | τουπέ | του-πέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. & (σπάν.-λαϊκό) τουπές (ο): υπερβολική αυτοπεποίθηση σε βαθμό υπεροψίας ή αναίδειας, αλαζονικό ύφος και η αντίστοιχη συμπεριφορά: Κοιτάζει/μιλάει με ~. Ήταν όλο ~. 2. πρόσθετα μαλλιά για την κορυφή του κεφαλιού: περούκες-~. Βλ. τρέσα. [< γαλλ. toupet] | |
| 51120 | τουρ | ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: ταξίδι αναψυχής, οργανωμένο συνήθ. από τουριστικό γραφείο, στη διάρκεια του οποίου μπορεί κάποιος να επισκεφτεί διάφορα μέρη. [< γαλλ. tour] | |
| 51121 | τουρ οπερέιτορ | τουρ ο-πε-ρέ-ι-τορ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} (προφ.): ταξιδιωτικός πράκτορας που ειδικεύεται στα πακέτα διακοπών. [< αγγλ. tour operator, γαλλ. tour-opérateur, 1973] | |
| 51122 | τουρισμός | του-ρι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ταξίδι σε τόπο διαφορετικό από εκείνον της μόνιμης κατοικίας, συνήθ. για αναψυχή, ξεκούραση ή επίσκεψη σε διάφορα αξιοθέατα: αειφόρος/αεραθλητικός/αλιευτικός/αρχαιολογικός/γαμήλιος/γλωσσικός/εικαστικός/εκπαιδευτικός/εξωτερικός/επαγγελματικός/εποχιακός/εσωτερικός/θαλάσσιος/θερινός/ιατρικός/ιππικός (= ιπποτουρισμός)/καταδυτικός/λογοτεχνικός/μαθητικός/μοναστηριακός/οικογενειακός/ορειβατικός/ορεινός/παγκόσμιος/παραθαλάσσιος/περιβαλλοντικός/περιπατητικός/ποιοτικός/προσβάσιμος/σχολικός/φυσιολατρικός/χειμερινός ~. ~ κινήτρων/περιπέτειας/των πόλεων (αστικός ~)/πολυτελείας/τρίτης ηλικίας/υγείας. Γεωλογικός ~ (= γεωτουρισμός). Συνεδριακός και εκθεσιακός ~. Ειδικές/εναλλακτικές μορφές ~ού. Υπερβολικός ~ (= υπερτουρισμός). Υπουργείο ~ού. Βλ. διακοπές, οινο~, παραθερισμός.|| (προφ.-ειρων.) Η ομάδα πάει για να νικήσει και όχι για ~ό. Βλ. -ισμός. 2. το σύνολο των δραστηριοτήτων που σχετίζονται με τη μετακίνηση τουριστών: διεθνής ~. Γραφείο (γενικού)/διεθνής έκθεση/τομέας/υπηρεσίες ~ού. Ελληνικός/Παγκόσμιος Οργανισμός ~ού. 3. τουριστική κίνηση: Ο ~ αυξήθηκε φέτος. ● ΣΥΜΠΛ.: αγροτικός τουρισμός: αγροτουρισμός., αθλητικός τουρισμός: που συνδυάζεται με παρακολούθηση αθλητικών διοργανώσεων ή συμμετοχή σε αθλητική δραστηριότητα., αναπαραγωγικός τουρισμός: ταξίδι ζευγαριού με στόχο την υποβοηθούμενη αναπαραγωγή σε χώρα άλλη από αυτή της χώρας προέλευσης των πιθανών γονέων, που γίνεται για νομικούς, οικονομικούς, θρησκευτικούς ή πρακτικούς λόγους., διαστημικός τουρισμός: ταξίδι στο Διάστημα για λόγους αναψυχής. [< αμερικ. space tourism, 1967] , ηθικός τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. οικοτουρισμός., ιαματικός/θεραπευτικός τουρισμός: εναλλακτική μορφή τουρισμού που αναπτύσσεται σε λουτροπόλεις και περιοχές με ιαματικές πηγές, με σκοπό τη θεραπεία διαφόρων παθήσεων ή τη διατήρηση της καλής κατάστασης του οργανισμού., οικολογικός τουρισμός: ΟΙΚΟΛ. οικοτουρισμός., πολιτιστικός τουρισμός: που πραγματοποιείται με συμμετοχή σε πολιτιστικές και εκπαιδευτικές δραστηριότητες., γαστρονομικός τουρισμός βλ. γαστρονομικός, εναλλακτικός τουρισμός βλ. εναλλακτικός, ήπιος τουρισμός βλ. ήπιος, θεματικός τουρισμός βλ. θεματικός1, θρησκευτικός τουρισμός βλ. θρησκευτικός, κοινωνικός τουρισμός βλ. κοινωνικός, μαζικός τουρισμός βλ. μαζικός1 [< γαλλ. tourisme, 1841 < αγγλ. tourism, 1811] | |
| 51123 | τουρίστας, τουρίστρια | του-ρί-στας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τουριστών, τουριστριών} 1. άτομο που ταξιδεύει, συνήθ. εκτός της χώρας του ή της μόνιμης κατοικίας του, για αναψυχή και διασκέδαση: ξένος ~. Αύξηση/άφιξη/εισροή/ξενάγηση/προσέλκυση ~ών. Το νησί γέμισε/πλημμύρισε από ~ες. Βλ. οικο~, παραθεριστής, περιηγητής. 2. (μτφ.-ειρων.) πρόσωπο του οποίου η παρουσία σε έναν χώρο, συνήθ. εργασίας, συνοδεύεται από ανεμελιά, αδιαφορία ή έλλειψη υπευθυνότητας: Ήρθε ~ στο γραφείο.|| Παίκτης ~. Βλ. -ίστας. ● ΣΥΜΠΛ.: τουρίστας του Διαστήματος & διαστημικός τουρίστας: αυτός που ταξιδεύει στο Διάστημα για λόγους αναψυχής. [< αμερικ. space tourist] [< αγγλ. tourist, 1775, γαλλ. touriste, 1803, ιταλ. turista, 1837] | |
| 51124 | τουριστικοποίηση | του-ρι-στι-κο-ποί-η-ση ουσ. (θηλ.): υπερβολική έμφαση στον τουρισμό ως μοχλό ανάπτυξης, τουριστική υπερεκμετάλλευση: οικολογικά κινήματα εναντίον της ~ης. Βλ. υπερτουρισμός. | |
| 51125 | τουριστικός | , ή, ό του-ρι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον τουρισμό ή τους τουρίστες: ~ός: οικισμός/οργανισμός/παράδεισος/πόλος έλξης/προορισμός/τομέας/χάρτης. ~ή: αγορά/ανάπτυξη/αξιοποίηση/ατραξιόν/έκθεση/εκμετάλλευση/έκρηξη/ζήτηση/κίνηση/νομοθεσία/οικονομία/περίοδος/περιοχή/πολιτική/προβολή (της χώρας)/πύλη/υποδομή. ~ό: γραφείο/θέρετρο/λεωφορείο/μάρκετινγκ/νησί/πακέτο/περίπτερο/πλοίο/προϊόν/σκάφος/συνάλλαγμα/φυλλάδιο. ~οί: επιχειρηματίες/πόροι/φορείς. ~ές: διαδρομές/δραστηριότητες/εγκαταστάσεις/επενδύσεις/επιχειρήσεις/πληροφορίες/υπηρεσίες. ~ά: ακίνητα/αξιοθέατα/δρομολόγια/είδη (βλ. σουβενίρ)/έσοδα/καταλύματα/καταστήματα/μέρη/προγράμματα. Χώροι ~ού ενδιαφέροντος. Σχολή ~ών επαγγελμάτων. ● επίρρ.: τουριστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: Τουριστική Αστυνομία: υπηρεσία της Ελληνικής Αστυνομίας επιφορτισμένη με την εξυπηρέτηση και προστασία των τουριστών, την εφαρμογή της τουριστικής νομοθεσίας και γενικότ. την αντιμετώπιση θεμάτων τουρισμού., τουριστική θέση & οικονομική θέση: (σε πλοίο, αεροπλάνο) με φτηνό εισιτήριο: επιβάτες της ~ής ~ης. Βλ. διακεκριμένη θέση. [< αγγλ. tourist class, 1935, γαλλ. classe touriste] , τουριστικός οδηγός: έντυπη ή ηλεκτρονική έκδοση με πληροφορίες τουριστικού ενδιαφέροντος: γενικός/επίσημος/πανελλαδικός ~ ~. ~ ~ νησιού/νομού/πόλης., ταξιδιωτικό/τουριστικό πρακτορείο βλ. πρακτορείο, ταξιδιωτικός/τουριστικός πράκτορας βλ. πράκτορας, τουριστική βιομηχανία βλ. βιομηχανία, τουριστική ιππασία βλ. ιππασία [< γαλλ. touristique, αγγλ. touristic] | |
| 51126 | τούρκα | τούρ-κα: μόνο στη ● ΦΡ.: αλά τούρκα & α λα τούρκα (προφ.): κατά τον τούρκικο τρόπο: διαπραγματεύσεις/σχέδιο ~ ~. Κάθισε ~ ~ (= οκλαδόν). [< ιταλ. alla turca, τουρκ. alaturka] [< ιταλ. turca] | |
| 51127 | τουρκάκι | τουρ-κά-κι ουσ. (ουδ.) 1. (υποκ.) μικρός σε ηλικία ή νεαρός Τούρκος. ΣΥΝ. τουρκόπουλο 2. ΒΟΤ. είδος κυκλάμινου. | |
| 51128 | Τουρκαλάς | Τουρ-κα-λάς ουσ. (αρσ.) (μειωτ.): Tούρκος, συνήθ. εθνικιστής. Βλ. -άς, Ελληναράς. | |
| 51129 | Τουρκαλβανός | Τουρ-καλ-βα-νός ουσ. (αρσ.): ΙΣΤ. (την περίοδο της Τουρκοκρατίας) εξισλαμισμένος Αλβανός. | |
| 51130 | τουρκέτο | τουρ-κέ-το ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ΝΑΥΤ. ακάτιος ιστός: κόφα ~ου. [< ιταλ. trinchetto] | |
| 51131 | τουρκεύω | τουρ-κεύ-ω ρ. (αμτβ.) {τούρκε-ψα, τουρκέ-ψει, -μένος} (παλαιότ.-λαϊκό) 1. εξισλαμίζομαι, αλλαξοπιστώ. 2. κυριεύομαι από τους Τούρκους: ~εψε η περιοχή/το χωριό. | |
| 51132 | Τουρκιά | Τουρ-κιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): η Τουρκία ως χώρα ή το σύνολο του τουρκικού λαού. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ