Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51640-51660]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51133τουρκικός, ή, ό τουρ-κι-κός επίθ. & (προφ.) τούρκικος, η, ο: που σχετίζεται με την Τουρκία ή/και τους Τούρκους. Πβ. οθωμανικός. Βλ. ελληνο~, ευρω~, φιλο~. ● Ουσ.: Τουρκικά (τα) & (επίσ.) Τουρκική (η): η τουρκική γλώσσα και το αντίστοιχο μάθημα.
51134τουρκιστίτουρ-κι-στί επίρρ. (λόγ.): στην τουρκική γλώσσα. Βλ. -ιστί.
51135τουρκο- & τουρκό-: λεξικό μόρφημα ονομάτων που δηλώνει προέλευση από την Τουρκία ή σχέση με τους Τούρκους: τουρκο-γενής/~λογία/~μαθής.|| Τουρκό-γυφτος/~φιλος.
51136τουρκογενής, ής, ές τουρ-κο-γε-νής επίθ. (λόγ.): που κατάγεται από την Τουρκία, τους Τούρκους ή προέρχεται από τη γλώσσα τους. Βλ. -γενής.
51137τουρκόγυφτος, τουρκογύφτισσατουρ-κό-γυ-φτος ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.) 1. (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) τσιγγάνος, μουσουλμάνος στο θρήσκευμα. 2. (μτφ.-μειωτ.) άνθρωπος πολύ χαμηλού επιπέδου, βρομερός και αχρείος ή πολύ μελαχρινός.
51138τουρκοκρατίατουρ-κο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΙΣΤ. (συνήθ. με κεφαλ. το αρχικό Τ) η περίοδος της κυριαρχίας των Τούρκων στην Ελλάδα από την άλωση της Kωνσταντινούπολης (1453) έως την Επανάσταση του 1821: επί ~ας. Η εποχή της ~ας. Βλ. -κρατία. 2. (γενικότ.) κυριαρχία και επιβολή των Τούρκων σε χώρα ή λαό και η αντίστοιχη χρονική περίοδος. ● ΦΡ.: από τον καιρό της Tουρκοκρατίας (μτφ.-ειρων.): για κάτι πολύ παλιό και κατ' επέκτ. παρωχημένο: Συστήματα που ισχύουν ~ ~. Πβ. από τον καιρό του Νώε.
51139τουρκοκρατούμενος, η, ο τουρ-κο-κρα-τού-με-νος επίθ.: (για χώρα ή λαό) που βρίσκεται υπό την κυριαρχία των Τούρκων: ~η: περιοχή. ~α: εδάφη. Βλ. -κρατούμενος.
51140ΤουρκοκρητικόςΤουρ-κο-κρη-τι-κός ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. Τουρκοκρητικιά}: ελληνόφωνος μουσουλμάνος της Κρήτης που εγκαταστάθηκε κυρ. στην Τουρκία λόγω της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών με βάση τη συνθήκη της Λωζάνης (1923).
51141τουρκοκυπριακός, ή, ό τουρ-κο-κυ-πρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Τουρκοκυπρίους. Βλ. ελληνοκυπριακός.
51142Τουρκοκύπριος, ΤουρκοκύπριαΤουρ-κο-κύ-πρι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ιου (λόγ.) -ίου | θηλ. (λόγ.) Τουρκοκυπρία}: Κύπριος πολίτης με καταγωγή από την Τουρκία. Βλ. Eλληνοκύπριος.
51143τουρκολογίατουρ-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. T): επιστημονική μελέτη της τουρκικής γλώσσας, λογοτεχνίας, ιστορίας και πολιτισμού. Βλ. -λογία. [< γερμ. Turkologie]
51144τουρκολογιάτουρ-κο-λο-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-περιληπτ.): πλήθος Τούρκων ή το σύνολό τους. Βλ. -λογιά.
51145τουρκολόγοςτουρ-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην τουρκολογία. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Turkologe]
51146τουρκομαθής, ής, ές βλ. -μαθής, τουρκο-
51147τουρκομπαρόκτουρ-κο-μπα-ρόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία του 18ου κυρ. αι. που συνδυάζει στοιχεία μπαρόκ με στοιχεία της οθωμανικής τέχνης. 2. {ως επίθ.} (μτφ.) για καθετί κακόγουστο, ακαλαίσθητο με ανομοιογενή στοιχεία: ~ διακόσμηση/τραγούδι. Πβ. βλαχομπαρόκ.
51148τουρκοπούλατουρ-κο-πού-λα ουσ. (θηλ.) 1. (κ. με κεφαλ. Τ) μικρή σε ηλικία ή νεαρή Τουρκάλα. Βλ. -οπούλα. 2. ΟΡΝΙΘ. (ιδιωμ.) είδος καρδερίνας.
51149Τούρκος, Τουρκάλα

[Τοῦρκος] Τούρ-κος επίθ./ουσ. {κ. (λαϊκό) θηλ. Τούρκα, Tούρκισσα} 1. πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Τουρκία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την τουρκική υπηκοότητα. 2. (γενικότ., στην Τουρκοκρατία) μωαμεθανός, μωαμεθανή. 3. {μόνο στο αρσ.} (μτφ.-λαϊκό) αψύ ξίδι ή κρασί· σπάν. καυτερό φαγητό. ● Υποκ.: τουρκόπουλο (το): Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. τουρκάκι (1) ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον) Τούρκο/γίνομαι Τούρκος (μτφ.-προφ.): εκνευρίζω, εξαγριώνω κάποιον· θυμώνω πολύ, εξοργίζομαι: Έγινε ~ με αυτά που άκουσε. ΣΥΝ. αγριεύω (1), κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι

51150τουρκόσποροςτουρ-κό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.) 1. άτομο με πατέρα Tούρκο και μητέρα χριστιανή. 2. Έλληνας, κυρ. πρόσφυγας, με καταγωγή από τουρκικές ή τουρκοκρατούμενες περιοχές.
51151τουρκουάζβλ. τιρκουάζ
51152τουρκοφιλίατουρ-κο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): έκφραση φιλίας προς τους Τούρκους και ειδικότ. υπεράσπιση και υποστήριξη των τουρκικών συμφερόντων και πολιτικών θέσεων. Βλ. -φιλία.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.