| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51153 | τουρκόφιλος | , η, ο τουρ-κό-φι-λος επίθ.: που έχει φιλικές διαθέσεις απέναντι στους Τούρκους και είναι υποστηρικτής κυρ. της πολιτικής τους. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. φιλότουρκος [< γαλλ. turcophile] | |
| 51154 | τουρκόφωνος | , η, ο βλ. τουρκο- & τουρκό-, -φωνος | |
| 51155 | τούρλα | τούρ-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (λαϊκό): για κάτι που έχει σφαιρικό σχήμα και συχνά μυτερή απόληξη ή προεξοχή: ~ του βουνού (: μικρό ύψωμα, κορυφή). Κυρ. στις ● ΦΡ.: ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα (εμφατ.-αργκό): για κάποιον παντελώς αδιάφορο σχετικά με μια κατάσταση: Είναι ~ ~. ΣΥΝ. σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα, με την κοιλιά τούρλα (προφ.): για γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη., μέσα στην τούρλα (προφ.): σε κατάσταση αναστάτωσης, βιασύνης: ~ ~ των εκλογών/του καλοκαιριού., την κάνω τούρλα: τρώω υπερβολική ποσότητα φαγητού: Στο τραπέζι του γάμου την κάναμε ~., (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου βλ. Σάββατο [< μεσν. τούρλα] | |
| 51156 | τουρλίδα | τουρ-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. παρυδάτιο, αποδημητικό, μεγαλόσωμο άγριο πτηνό (γένος Numenius, οικογ. Scolopacidae) με ιδιαίτερη φωνή, καφέ-γκρι φτερά, λευκή ράχη και πολύ μακρύ κυρτό ράμφος. | |
| 51157 | τουρλού | τουρ-λού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με διάφορα λαχανικά (μελιτζάνες, κολοκυθάκια, ντομάτες, κρεμμύδια) κομμένα και ανακατεμένα. Πβ. μπριάμ. ● ΦΡ.: τουρλού τουρλού (ως επίρρ., προφ.): για πράγματα μπερδεμένα, κάθε λογής: όλα μαζί ~ ~. ΣΥΝ. ανάκατα, φύρδην μίγδην [< τουρκ. türlü] | |
| 51158 | τουρλουμπούκι | τουρ-λου-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη αναστάτωση, σύγχυση: Τα κάναμε ~.|| (ως επίθ., ειρων.) Η ομάδα έπαιξε το σύστημα ~ (: χωρίς συγκεκριμένη τακτική). Πβ. αλαλούμ, αχταρμάς, μπάχαλο. | |
| 51159 | τουρλώνω | τουρ-λώ-νω ρ. (μτβ.) {τούρλω-σε, τουρλώ-σει, -θηκε, -θεί, τουρλών-οντας, τουρλω-μένος} (λαϊκό): κάνω κάτι να φουσκώσει ή να φαίνεται φουσκωμένο, να εξέχει, τεντώνω επιδεικτικά: ~σε προκλητικά τους γλουτούς. ● Παθ.: τουρλώνεται (μτφ.): υπερηφανεύεται: ~, νομίζοντας ότι λέει εξυπνάδες. Πβ. κορδώνομαι. ● ΦΡ.: την τούρλωσα (ενν. την κοιλιά): έφαγα υπερβολικά και φούσκωσα. Πβ. την πέτσωσα. ΣΥΝ. την τύλωσα (γερά/καλά) [< μεσν. τρουλλώ] | |
| 51160 | τουρλωτός | , ή, ό τουρ-λω-τός επίθ. (λαϊκό): που έχει στρογγυλό σχήμα, φουσκωμένος ή τεντωμένος: ~ή: κοιλιά. ~ά: οπίσθια. ● επίρρ.: τουρλωτά [< μεσν. τρουλλωτός] | |
| 51161 | τουρμαλίνα & τουρμαλίνη | τουρ-μα-λί-να ουσ. (θηλ.): ημιπολύτιμος λίθος σε ποικίλα χρώματα που εξάγεται από τον τουρμαλίνη: μαύρη ~. Βραχιόλι/δαχτυλίδι με ~ες. | |
| 51162 | τουρμαλίνης | τουρ-μα-λί-νης ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. εύθραυστο πυριτικό ορυκτό σε πολλούς χρωματισμούς που βρίσκεται με τη μορφή πρισματικών κρυστάλλων σε γρανιτικά και άλλα πετρώματα: κίτρινος/μαύρος/μπλε/πολύχρωμος/ροζ ~. [< αγγλ.-γαλλ. tourmaline] | |
| 51163 | τουρμπάνι | τουρ-μπά-νι ουσ. (ουδ.) & τιρμπάν: (κυρ. σε χώρες της Ανατολής) κάλυμμα από λεπτή, μακριά λωρίδα βαμβακερού ή μεταξωτού υφάσματος, τυλιγμένου γύρω από το κεφάλι, που φοριέται κυρ. για θρησκευτικούς λόγους: ινδικό/λευκό/μαύρο ~. Το ~ των Σιχ. Πβ. σαρίκι. [< γαλλ. turban] | |
| 51164 | τουρμπές | τουρ-μπές ουσ. (αρσ.): ΑΡΧΙΤ. μουσουλμανικό θολωτό ταφικό κτίσμα επιφανούς άνδρα, μαυσωλείο. Βλ. -ές. [< τουρκ. türbe] | |
| 51165 | τουρμπίνα | τουρ-μπί-να ουσ. (θηλ.) {-ων κ. τουρμπιν-ών}: ΜΗΧΑΝΟΛ. περιστρεφόμενη μηχανή που μετατρέπει την κινητική ενέργεια νερού, ατμού ή αερίου σε μηχανική, θέτοντας σε κίνηση τροχό. Βλ. κυκλώνας. ΣΥΝ. στρόβιλος (1) [< γαλλ. turbine] | |
| 51166 | τούρμπο | τούρ-μπο ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.) 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. τουρμπίνα ή στροβιλοσυμπιεστής· μηχανοκίνητο όχημα που λειτουργεί με τουρμπίνα: ηλεκτρικό ~. Μοτέρ με ~. Διπλό ~. Η πίεση του ~. || (ως επίθ.) ~ κινητήρας. 2. (μτφ.) για κάποιον που βρίσκεται εκτός πραγματικότητας, αργόστροφος ή ανόητος: α ρε ~ (= άσχετε, χαζέ)! 3. {ως επίθ.} (μτφ.) δυνατός, έντονος: Το τζατζίκι είναι ~ (= έχει πολύ σκόρδο). ● ΦΡ.: γίνομαι τούρμπο 1. θυμώνω πάρα πολύ: Έγινε ~ με αυτά που άκουσε. 2. έχω έντονη σεξουαλική επιθυμία., είμαι τούρμπο: είμαι γεμάτος ενέργεια και κυρ. γεμάτος σεξουαλική ορμή. [< γαλλ. turbomoteur, 1890, αγγλ. turbo, 1904, turbocharger, 1934, twin-turbo, 1945] | |
| 51167 | τούρνα | τούρ-να ουσ. (θηλ.) & ζούρνα: ΙΧΘΥΟΛ. κοινή ονομασία αρπακτικoύ ψαριού των γλυκών νερών (επιστ. ονομασ. Esox lucius) με μεγάλο στόμα, ισχυρά δόντια και μακρόστενο σώμα. Πβ. λούτσος. | |
| 51168 | τουρνέ | τουρ-νέ ουσ. (θηλ.) {άκλ.}: περιοδεία κυρ. καλλιτεχνών, ηθοποιών, για να δώσουν παραστάσεις στο εξωτερικό, στην επαρχία: ευρωπαϊκή/καλοκαιρινή/μίνι/παγκόσμια ~. ~ συναυλιών. Κάνει ~. Είμαι σε ~. Ο θίασος πήγε/έφυγε για ~. Ξεκίνησε η ~ του θιάσου/της τραγουδίστριας. [< γαλλ. tournée] | |
| 51169 | τουρνικέ | τουρ-νι-κέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. περιστρεφόμενος σταυρωτός μεταλλικός μηχανισμός που επιτρέπει την είσοδο σε δημόσιο χώρο ενός κάθε φορά ατόμου: ~ σταδίου. ~ σε γήπεδο/σούπερ-μάρκετ/τράπεζα. ~ με ενσωματωμένο σύστημα συναγερμού/με καρταναγνώστη. Εξωτερικά/εσωτερικά/οπτικά ~. 2. αιμοστατικός επίδεσμος. 3. ΤΕΧΝΟΛ. μεταλλικό εξάρτημα που συγκρατεί πόρτα ή παράθυρο, ώστε να μένουν ανοιχτά. [< γαλλ. tourniquet] | |
| 51170 | τουρνουά | τουρ-νου-ά ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: σειρά αθλητικών κυρ. αγώνων σε ορισμένο τόπο και χρόνο με σκοπό την κατάκτηση επάθλου και η αντίστοιχη διοργάνωση: διεθνές/ευρωπαϊκό/πανελλήνιο/ποδοσφαιρικό/προκριματικό/φοιτητικό ~. ~ βόλεϊ/γκολφ/μπάσκετ/ποδοσφαίρου/πόκερ/σκακιού/τένις/τζούντο. Βλ. πρωτάθλημα. [< γαλλ. tournoi] | |
| 51171 | τουρσί | τουρ-σί ουσ. (ουδ.): ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. λαχανικό που διατηρείται σε ξίδι ή άλμη: ανάμεικτο/πικάντικο ~.|| (ως επίθ.) Aγγουράκια/βολβοί/λάχανο/μελιτζανάκι/ντοματάκια/πιπεριές ~. ΣΥΝ. πίκλα [< τουρκ. turşu] | |
| 51172 | τούρτα | τούρ-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΖΑΧΑΡ. γλύκισμα που παρασκευάζεται σε ειδική -στρογγυλή συνήθ.- φόρμα, από παντεσπάνι, αβγά, ζάχαρη και άλλα υλικά και σερβίρεται κρύο: ~ αμυγδάλου/κάστανο/παγωτό/(μους) σοκολάτα/τσιζκέικ. Βάση/κομμάτι ~ας. Παιδική ~ γενεθλίων. Τριώροφη ~ γάμου. ~ σε σχήμα καρδιάς. Γαρνίρω την ~ με σαντιγί. Σβήνω τα κεράκια πάνω στην ~. 2. ΜΑΓΕΙΡ. φαγητό σε στρογγυλό επίπεδο σχήμα που μοιάζει με τάρτα γαρνιρισμένη με αλμυρά υλικά, ψήνεται στον φούρνο και σερβίρεται ζεστό, κυρ. ως πρώτο πιάτο: ~ με πράσα/σολομό/σπανάκι. Πβ. κις λορέν.|| Αρνί-~. ● Υποκ.: τουρτίτσα (η) ● ΦΡ.: κομμάτι/μερίδιο από την πίτα βλ. πίτα, το κερασάκι στην τούρτα βλ. κερασάκι [< μτγν. τούρτα 'γλυκό αρτοσκεύασμα', γαλλ. tourte, ιταλ. torta] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ