| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51139 | τουρκοκρατούμενος | , η, ο τουρ-κο-κρα-τού-με-νος επίθ.: (για χώρα ή λαό) που βρίσκεται υπό την κυριαρχία των Τούρκων: ~η: περιοχή. ~α: εδάφη. Βλ. -κρατούμενος. | |
| 51140 | Τουρκοκρητικός | Τουρ-κο-κρη-τι-κός ουσ. (αρσ.) {σπανιότ. θηλ. Τουρκοκρητικιά}: ελληνόφωνος μουσουλμάνος της Κρήτης που εγκαταστάθηκε κυρ. στην Τουρκία λόγω της υποχρεωτικής ανταλλαγής πληθυσμών με βάση τη συνθήκη της Λωζάνης (1923). | |
| 51141 | τουρκοκυπριακός | , ή, ό τουρ-κο-κυ-πρι-α-κός επίθ.: που σχετίζεται με τους Τουρκοκυπρίους. Βλ. ελληνοκυπριακός. | |
| 51142 | Τουρκοκύπριος, Τουρκοκύπρια | Τουρ-κο-κύ-πρι-ος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ιου (λόγ.) -ίου | θηλ. (λόγ.) Τουρκοκυπρία}: Κύπριος πολίτης με καταγωγή από την Τουρκία. Βλ. Eλληνοκύπριος. | |
| 51143 | τουρκολογία | τουρ-κο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) (κ. με κεφαλ. T): επιστημονική μελέτη της τουρκικής γλώσσας, λογοτεχνίας, ιστορίας και πολιτισμού. Βλ. -λογία. [< γερμ. Turkologie] | |
| 51144 | τουρκολογιά | τουρ-κο-λο-γιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό-περιληπτ.): πλήθος Τούρκων ή το σύνολό τους. Βλ. -λογιά. | |
| 51145 | τουρκολόγος | τουρ-κο-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.): επιστήμονας ειδικευμένος στην τουρκολογία. Βλ. -λόγος. [< γερμ. Turkologe] | |
| 51146 | τουρκομαθής | , ής, ές βλ. -μαθής, τουρκο- | |
| 51147 | τουρκομπαρόκ | τουρ-κο-μπα-ρόκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΚΑΛ. ΤΕΧΝ. τεχνοτροπία του 18ου κυρ. αι. που συνδυάζει στοιχεία μπαρόκ με στοιχεία της οθωμανικής τέχνης. 2. {ως επίθ.} (μτφ.) για καθετί κακόγουστο, ακαλαίσθητο με ανομοιογενή στοιχεία: ~ διακόσμηση/τραγούδι. Πβ. βλαχομπαρόκ. | |
| 51148 | τουρκοπούλα | τουρ-κο-πού-λα ουσ. (θηλ.) 1. (κ. με κεφαλ. Τ) μικρή σε ηλικία ή νεαρή Τουρκάλα. Βλ. -οπούλα. 2. ΟΡΝΙΘ. (ιδιωμ.) είδος καρδερίνας. | |
| 51149 | Τούρκος, Τουρκάλα | [Τοῦρκος] Τούρ-κος επίθ./ουσ. {κ. (λαϊκό) θηλ. Τούρκα, Tούρκισσα} 1. πρόσωπο που έχει γεννηθεί στην Τουρκία ή κατάγεται από αυτή ή έχει αποκτήσει την τουρκική υπηκοότητα. 2. (γενικότ., στην Τουρκοκρατία) μωαμεθανός, μωαμεθανή. 3. {μόνο στο αρσ.} (μτφ.-λαϊκό) αψύ ξίδι ή κρασί· σπάν. καυτερό φαγητό. ● Υποκ.: τουρκόπουλο (το): Βλ. -όπουλο. ΣΥΝ. τουρκάκι (1) ● ΦΡ.: κάνω (κάποιον) Τούρκο/γίνομαι Τούρκος (μτφ.-προφ.): εκνευρίζω, εξαγριώνω κάποιον· θυμώνω πολύ, εξοργίζομαι: Έγινε ~ με αυτά που άκουσε. ΣΥΝ. αγριεύω (1), κάνω (κάποιον)/γίνομαι βαπόρι/μπαρούτι | |
| 51150 | τουρκόσπορος | τουρ-κό-σπο-ρος ουσ. (αρσ.) (υβριστ.) 1. άτομο με πατέρα Tούρκο και μητέρα χριστιανή. 2. Έλληνας, κυρ. πρόσφυγας, με καταγωγή από τουρκικές ή τουρκοκρατούμενες περιοχές. | |
| 51151 | τουρκουάζ | βλ. τιρκουάζ | |
| 51152 | τουρκοφιλία | τουρ-κο-φι-λί-α ουσ. (θηλ.): έκφραση φιλίας προς τους Τούρκους και ειδικότ. υπεράσπιση και υποστήριξη των τουρκικών συμφερόντων και πολιτικών θέσεων. Βλ. -φιλία. | |
| 51153 | τουρκόφιλος | , η, ο τουρ-κό-φι-λος επίθ.: που έχει φιλικές διαθέσεις απέναντι στους Τούρκους και είναι υποστηρικτής κυρ. της πολιτικής τους. Βλ. -φιλος. ΣΥΝ. φιλότουρκος [< γαλλ. turcophile] | |
| 51154 | τουρκόφωνος | , η, ο βλ. τουρκο- & τουρκό-, -φωνος | |
| 51155 | τούρλα | τούρ-λα ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (λαϊκό): για κάτι που έχει σφαιρικό σχήμα και συχνά μυτερή απόληξη ή προεξοχή: ~ του βουνού (: μικρό ύψωμα, κορυφή). Κυρ. στις ● ΦΡ.: ζαμανφού και πάνω/κι απάνω τούρλα (εμφατ.-αργκό): για κάποιον παντελώς αδιάφορο σχετικά με μια κατάσταση: Είναι ~ ~. ΣΥΝ. σκασίλα μου/είχα μια σκασίλα, με την κοιλιά τούρλα (προφ.): για γυναίκα σε προχωρημένη εγκυμοσύνη., μέσα στην τούρλα (προφ.): σε κατάσταση αναστάτωσης, βιασύνης: ~ ~ των εκλογών/του καλοκαιριού., την κάνω τούρλα: τρώω υπερβολική ποσότητα φαγητού: Στο τραπέζι του γάμου την κάναμε ~., (μέσα/πάνω) στην τούρλα του Σαββάτου βλ. Σάββατο [< μεσν. τούρλα] | |
| 51156 | τουρλίδα | τουρ-λί-δα ουσ. (θηλ.): ΟΡΝΙΘ. παρυδάτιο, αποδημητικό, μεγαλόσωμο άγριο πτηνό (γένος Numenius, οικογ. Scolopacidae) με ιδιαίτερη φωνή, καφέ-γκρι φτερά, λευκή ράχη και πολύ μακρύ κυρτό ράμφος. | |
| 51157 | τουρλού | τουρ-λού ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΑΓΕΙΡ. λαδερό φαγητό με διάφορα λαχανικά (μελιτζάνες, κολοκυθάκια, ντομάτες, κρεμμύδια) κομμένα και ανακατεμένα. Πβ. μπριάμ. ● ΦΡ.: τουρλού τουρλού (ως επίρρ., προφ.): για πράγματα μπερδεμένα, κάθε λογής: όλα μαζί ~ ~. ΣΥΝ. ανάκατα, φύρδην μίγδην [< τουρκ. türlü] | |
| 51158 | τουρλουμπούκι | τουρ-λου-μπού-κι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μεγάλη αναστάτωση, σύγχυση: Τα κάναμε ~.|| (ως επίθ., ειρων.) Η ομάδα έπαιξε το σύστημα ~ (: χωρίς συγκεκριμένη τακτική). Πβ. αλαλούμ, αχταρμάς, μπάχαλο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ