| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51173 | τουρτοπόλεμος | τουρ-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): παιχνίδι ή συμπλοκή κατά την οποία η μία πλευρά ρίχνει κομμάτια τούρτας στην άλλη. Βλ. γιαούρτωμα, -πόλεμος1. | |
| 51174 | τουρτουρίζω | τουρ-του-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {τουρτούρι-σα, τουρτουρίζ-οντας} (προφ.): έχω, αισθάνομαι τρεμούλα κυρ. από το κρύο: ~ από την παγωνιά. ΣΥΝ. ριγώ, τρεμουλιάζω ΑΝΤ. ζεσταίνομαι [< μεσν. τουρτουρίζω < μτγν. ταρταρίζω] | |
| 51175 | τουρτούρισμα | τουρ-τού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τρεμούλιασμα κυρ. από το κρύο. ΣΥΝ. ρίγος | |
| 51176 | τους1 | βλ. ο, η, το | |
| 51177 | τους2 | βλ. αυτός | |
| 51178 | τουσέ | του-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. τρόπος παιξίματος οργάνου, συνήθ. πιάνου, που σχετίζεται με το άγγιγμα των πλήκτρων και καθορίζει την ποιότητα του παραγόμενου ήχου. [< γαλλ. toucher] | |
| 51179 | τουτέστιν | του-τέ-στιν επίρρ. & τουτέστι (αρχαιοπρ., συντομ. τ.έ.): δηλαδή. ΣΥΝ. ήγουν, ήτοι [< μτγν. τουτέστιν] | |
| 51180 | τούτος | , η, ο [τοῦτος] τού-τος δεικτ. αντων. {χωρ. κλητ.} & ετούτος (προφ.): αυτός: Ποιος είναι ~;|| ~ ο χειμώνας είναι ο χειρότερος. Η φωνή της λογικής είναι επιτακτική ~η τη στιγμή (= τώρα). Είχαμε φασαρίες ~ες τις μέρες.|| Έβγαλα ~ο το συμπέρασμα. Όλα ~α φαίνονται σήμερα πολύ μακρινά. Μιλήσαμε για ~α και για κείνα. ~ο δεν σημαίνει όμως ότι ... Και όχι μόνο ~ο, αλλά ... ● ΦΡ.: άνευ τούτου (λόγ.): χωρίς αυτό., για τούτο & (λόγ.) διά τούτο: γι' αυτό., επί τούτου 1. & (σπάν.-λόγ.) επί τούτω & επί τούτο: για τον λόγο ή τον σκοπό αυτό, επίτηδες: Το κάνει ~ ~, για να με εξοργίσει. Ο νόμος έγινε ~ ~ (πβ. ad hoc). Ο διαγωνισμός διενεργείται από την ~ τούτω συγκροτηθείσα επιτροπή. 2. σχετικά με αυτό: Θα ενημερωθείτε ~ ~. Η κυβέρνηση δεν θα τοποθετηθεί ~ ~. Ουδέν σχόλιον ~ ~!, και τούτο και το άλλο: για να δηλωθεί σειρά πραγμάτων, χωρίς να αναφερθούν λεπτομέρειες: Ας πάψουν επιτέλους να ζητάνε ~ ~., προς τούτο (λόγ.): για τον σκοπό, τον λόγο αυτό: Για τη λειτουργία του γραφείου απαιτείται ειδική ~ ~ άδεια., προς τούτοις (λόγ.): επιπλέον, επιπρόσθετα: ~ ~ αναφέρω ότι ... ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, προσέτι, τούτος εδώ/'δω (εμφατ.): Δεν έχω περάσει ξανά από ~α ~ τα μέρη.|| ~ ~ έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Μας αφηγήθηκε ~η 'δω την ιστορία (= την ακόλουθη)., ως εκ τούτου (λόγ.): επομένως, συνεπώς: επιχειρήματα αναληθή και ~ ~ παραπλανητικά., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος, εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! βλ. καλός, μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα βλ. αυτός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, τούτου δοθέντος βλ. δοθείς [< μεσν. τούτος] | |
| 51181 | τουτού | του-τού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (στη νηπιακή γλ.): αυτοκίνητο. [< λ. ηχομιμητ.] | |
| 51182 | τούφα | τού-φα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο τριχών: μακριά/πυκνή ~. Μια ~ μαλλιά. Ίσιωμα με το πιστολάκι ~ ~. Βλ. μπούκλα. 2. (κατ' επέκτ.) σύνολο από κλωστές, ίνες, φύλλα ή φύλλωμα: ~ χόρτου. ~ες από μπρόκολο. ~ες στις άκρες των κλαδιών. ~ες από θάμνους. Πβ. θύσανος, φούντα. 3. (μτφ.-λογοτ.) τολύπη: ~ καπνού/χιονιού. 4. {κυρ. στον πληθ.} (αργκό) ξάπλα, αραλίκι. Πβ. ρέκλα. 5. (παλαιότ.-αργκό) φυλακή. ● Υποκ.: τουφίτσα (η): στις σημ. 1,2,3. [< μεσν. τούφα < λατ. tufa ‘φούντα (πτηνών), λοφίο’, γαλλ. touffe] | |
| 51183 | τουφεκάω | & τουφεκώ βλ. τουφεκίζω | |
| 51184 | τουφέκι | του-φέ-κι ουσ. (ουδ.) {τουφεκ-ιού | -ιών} & ντουφέκι & (λόγ.) τυφέκιο: φορητό πυροβόλο όπλο με μακριά κάννη: αεροβόλο/αυτόματο/δίκαννο/επαναληπτικό/κυνηγετικό/μονόκαννο/στρατιωτικό ~. ~ ελεύθερου σκοπευτή/σκοποβολής. Φυσίγγια για ~ια. Πυροβολώ/ρίχνω/σημαδεύω με το ~. Εκπυρσοκρότησε το ~. Αντήχησαν ~ια (= τουφεκιές). Βλ. πιστόλι.|| (ΑΘΛ.) Ραβδωτό ~. ~ πρηνηδόν (: ως αγώνισμα).|| (μτφ.) Παίρνω/πιάνω το ~ (: κάνω ένοπλο αγώνα, ξεσηκώνομαι). ● ΦΡ.: ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι δυσεύρετο, που βρίσκεται σε έλλειψη: Ψάχνει ~ ~ να βρει πελατεία. ΣΥΝ. ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι [< τουρκ. tüfek] | |
| 51185 | τουφεκιά | του-φε-κιά ουσ. (θηλ.) & ντουφεκιά: πυροβολισμός με τουφέκι και ο αντίστοιχος ήχος: άσφαιρη ~. Ρίχνω μια ~. Ακούστηκαν/αντήχησαν ~ιές. Πβ. ριπή.|| Έπεσαν οι πρώτες ~ιές (: ξεκίνησε η κυνηγετική περίοδος). ΣΥΝ. τουφεκισμός ● ΦΡ.: τουφεκιές στον άερα (μτφ.): για ενέργειες ή δηλώσεις που γίνονται συνήθ. για εκφοβισμό ή εντυπωσιασμό, χωρίς, όμως, ουσιαστικό αντίκρισμα: Τα συνδικάτα ρίχνουν ~ ~, κηρύσσοντας εικοσιτετράωρες απεργίες. Βλ. άσφαιρα (πυρά). | |
| 51186 | τουφεκίδι | του-φε-κί-δι ουσ. (ουδ.) & ντουφεκίδι (λαϊκό): ριπές με τουφέκι ή τουφέκια: Άναψε/άρχισε/έπεφτε βροχή το ~. Βλ. -ίδι. | |
| 51187 | τουφεκίζω | του-φε-κί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τουφέκι-σα, τουφεκί-στηκε, -σμένος} & ντουφεκίζω & (λαϊκό) τουφεκάω & ντουφεκάω 1. πυροβολώ με τουφέκι. 2. σκοτώνω ή εκτελώ με τουφέκι: Οι κυνηγοί ~ουν θηράματα. | |
| 51188 | τουφεκισμός | του-φε-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & τουφέκισμα (το): πυροβολισμός με τουφέκι: Ακούστηκε/αντήχησε ~. Εκτέλεση/θάνατος διά ~ού. Βλ. -ισμός, κανονιοβολισμός. ΣΥΝ. τουφεκιά | |
| 51189 | τόφαλος | τό-φα-λος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.-προφ.): πολύ παχύς και σωματώδης άνθρωπος: Έχει γίνει ~ από το πολύ φαγητό. [< ανθρ. Δημήτριος Τόφαλος] | |
| 51190 | τόφος | τό-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. συγκέντρωση ουρικών αλάτων σε ιστούς, κυρ. στις αρθρώσεις, καθώς και στο πτερύγιο του αυτιού, σε περίπτωση αρθρίτιδας. 2. ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα που σχηματίζεται από αποθέσεις πολύ μικρών ηφαιστειακών θραυσμάτων: ασβεστολιθικός/πυριτικός ~. Πβ. τραβερτίνης. [< 1: γαλλ.-αγγλ. tophus] | |
| 51191 | τόφου & τοφού | τό-φου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. έδεσμα από πολτοποιημένα φασόλια σόγιας, πλούσιο σε πρωτεΐνες, που χρησιμοποιείται στην ασιατική κουζίνα, γνωστό και ως τυρί σόγιας: καπνιστό/φυσικό ~. Σαλάτα με ~. Μπιφτέκι από ~. [< αγγλ. tofu < ιαπων. tōfu, γαλλ. ~, περ. 1985] | |
| 51192 | ΤΠ | (ο): Τακτικός Προϋπολογισµός. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ