Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51680-51700]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51173τουρτοπόλεμοςτουρ-το-πό-λε-μος ουσ. (αρσ.) (προφ.): παιχνίδι ή συμπλοκή κατά την οποία η μία πλευρά ρίχνει κομμάτια τούρτας στην άλλη. Βλ. γιαούρτωμα, -πόλεμος1.
51174τουρτουρίζωτουρ-του-ρί-ζω ρ. (μτβ.) {τουρτούρι-σα, τουρτουρίζ-οντας} (προφ.): έχω, αισθάνομαι τρεμούλα κυρ. από το κρύο: ~ από την παγωνιά. ΣΥΝ. ριγώ, τρεμουλιάζω ΑΝΤ. ζεσταίνομαι [< μεσν. τουρτουρίζω < μτγν. ταρταρίζω]
51175τουρτούρισματουρ-τού-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τρεμούλιασμα κυρ. από το κρύο. ΣΥΝ. ρίγος
51176τους1βλ. ο, η, το
51177τους2βλ. αυτός
51178τουσέτου-σέ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. τρόπος παιξίματος οργάνου, συνήθ. πιάνου, που σχετίζεται με το άγγιγμα των πλήκτρων και καθορίζει την ποιότητα του παραγόμενου ήχου. [< γαλλ. toucher]
51179τουτέστιντου-τέ-στιν επίρρ. & τουτέστι (αρχαιοπρ., συντομ. τ.έ.): δηλαδή. ΣΥΝ. ήγουν, ήτοι [< μτγν. τουτέστιν]
51180τούτος, η, ο [τοῦτος] τού-τος δεικτ. αντων. {χωρ. κλητ.} & ετούτος (προφ.): αυτός: Ποιος είναι ~;|| ~ ο χειμώνας είναι ο χειρότερος. Η φωνή της λογικής είναι επιτακτική ~η τη στιγμή (= τώρα). Είχαμε φασαρίες ~ες τις μέρες.|| Έβγαλα ~ο το συμπέρασμα. Όλα ~α φαίνονται σήμερα πολύ μακρινά. Μιλήσαμε για ~α και για κείνα. ~ο δεν σημαίνει όμως ότι ... Και όχι μόνο ~ο, αλλά ... ● ΦΡ.: άνευ τούτου (λόγ.): χωρίς αυτό., για τούτο & (λόγ.) διά τούτο: γι' αυτό., επί τούτου 1. & (σπάν.-λόγ.) επί τούτω & επί τούτο: για τον λόγο ή τον σκοπό αυτό, επίτηδες: Το κάνει ~ ~, για να με εξοργίσει. Ο νόμος έγινε ~ ~ (πβ. ad hoc). Ο διαγωνισμός διενεργείται από την ~ τούτω συγκροτηθείσα επιτροπή. 2. σχετικά με αυτό: Θα ενημερωθείτε ~ ~. Η κυβέρνηση δεν θα τοποθετηθεί ~ ~. Ουδέν σχόλιον ~ ~!, και τούτο και το άλλο: για να δηλωθεί σειρά πραγμάτων, χωρίς να αναφερθούν λεπτομέρειες: Ας πάψουν επιτέλους να ζητάνε ~ ~., προς τούτο (λόγ.): για τον σκοπό, τον λόγο αυτό: Για τη λειτουργία του γραφείου απαιτείται ειδική ~ ~ άδεια., προς τούτοις (λόγ.): επιπλέον, επιπρόσθετα: ~ ~ αναφέρω ότι ... ΣΥΝ. μεταξύ (των) άλλων, προσέτι, τούτος εδώ/'δω (εμφατ.): Δεν έχω περάσει ξανά από ~α ~ τα μέρη.|| ~ ~ έχει ξεπεράσει κάθε όριο. Μας αφηγήθηκε ~η 'δω την ιστορία (= την ακόλουθη)., ως εκ τούτου (λόγ.): επομένως, συνεπώς: επιχειρήματα αναληθή και ~ ~ παραπλανητικά., άλλο (πάλι) και τούτο/κι αυτό! βλ. άλλος, εκτός/πέραν αυτού/τούτου βλ. εκτός, καλό κι αυτό/καλό και τούτο! βλ. καλός, μ' αυτά/με τούτα και μ'εκείνα βλ. αυτός, ο πάνω κόσμος/ετούτος ο κόσμος βλ. πάνω & επάνω, τούτου δοθέντος βλ. δοθείς [< μεσν. τούτος]
51181τουτούτου-τού ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (στη νηπιακή γλ.): αυτοκίνητο. [< λ. ηχομιμητ.]
51182τούφατού-φα ουσ. (θηλ.) 1. σύνολο τριχών: μακριά/πυκνή ~. Μια ~ μαλλιά. Ίσιωμα με το πιστολάκι ~ ~. Βλ. μπούκλα. 2. (κατ' επέκτ.) σύνολο από κλωστές, ίνες, φύλλα ή φύλλωμα: ~ χόρτου. ~ες από μπρόκολο. ~ες στις άκρες των κλαδιών. ~ες από θάμνους. Πβ. θύσανος, φούντα. 3. (μτφ.-λογοτ.) τολύπη: ~ καπνού/χιονιού. 4. {κυρ. στον πληθ.} (αργκό) ξάπλα, αραλίκι. Πβ. ρέκλα. 5. (παλαιότ.-αργκό) φυλακή. ● Υποκ.: τουφίτσα (η): στις σημ. 1,2,3. [< μεσν. τούφα < λατ. tufa ‘φούντα (πτηνών), λοφίο’, γαλλ. touffe]
51183τουφεκάω& τουφεκώ βλ. τουφεκίζω
51184τουφέκιτου-φέ-κι ουσ. (ουδ.) {τουφεκ-ιού | -ιών} & ντουφέκι & (λόγ.) τυφέκιο: φορητό πυροβόλο όπλο με μακριά κάννη: αεροβόλο/αυτόματο/δίκαννο/επαναληπτικό/κυνηγετικό/μονόκαννο/στρατιωτικό ~. ~ ελεύθερου σκοπευτή/σκοποβολής. Φυσίγγια για ~ια. Πυροβολώ/ρίχνω/σημαδεύω με το ~. Εκπυρσοκρότησε το ~. Αντήχησαν ~ια (= τουφεκιές). Βλ. πιστόλι.|| (ΑΘΛ.) Ραβδωτό ~. ~ πρηνηδόν (: ως αγώνισμα).|| (μτφ.) Παίρνω/πιάνω το ~ (: κάνω ένοπλο αγώνα, ξεσηκώνομαι). ● ΦΡ.: ψάχνω/κυνηγώ κάποιον/κάτι με το τουφέκι (μτφ.): αναζητώ κάποιον ή κάτι δυσεύρετο, που βρίσκεται σε έλλειψη: Ψάχνει ~ ~ να βρει πελατεία. ΣΥΝ. ψάχνω/γυρεύω με το κερί/με το φανάρι [< τουρκ. tüfek]
51185τουφεκιάτου-φε-κιά ουσ. (θηλ.) & ντουφεκιά: πυροβολισμός με τουφέκι και ο αντίστοιχος ήχος: άσφαιρη ~. Ρίχνω μια ~. Ακούστηκαν/αντήχησαν ~ιές. Πβ. ριπή.|| Έπεσαν οι πρώτες ~ιές (: ξεκίνησε η κυνηγετική περίοδος). ΣΥΝ. τουφεκισμός ● ΦΡ.: τουφεκιές στον άερα (μτφ.): για ενέργειες ή δηλώσεις που γίνονται συνήθ. για εκφοβισμό ή εντυπωσιασμό, χωρίς, όμως, ουσιαστικό αντίκρισμα: Τα συνδικάτα ρίχνουν ~ ~, κηρύσσοντας εικοσιτετράωρες απεργίες. Βλ. άσφαιρα (πυρά).
51186τουφεκίδιτου-φε-κί-δι ουσ. (ουδ.) & ντουφεκίδι (λαϊκό): ριπές με τουφέκι ή τουφέκια: Άναψε/άρχισε/έπεφτε βροχή το ~. Βλ. -ίδι.
51187τουφεκίζωτου-φε-κί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τουφέκι-σα, τουφεκί-στηκε, -σμένος} & ντουφεκίζω & (λαϊκό) τουφεκάω & ντουφεκάω 1. πυροβολώ με τουφέκι. 2. σκοτώνω ή εκτελώ με τουφέκι: Οι κυνηγοί ~ουν θηράματα.
51188τουφεκισμόςτου-φε-κι-σμός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) & τουφέκισμα (το): πυροβολισμός με τουφέκι: Ακούστηκε/αντήχησε ~. Εκτέλεση/θάνατος διά ~ού. Βλ. -ισμός, κανονιοβολισμός. ΣΥΝ. τουφεκιά
51189τόφαλοςτό-φα-λος ουσ. (αρσ.) (μετωνυμ.-προφ.): πολύ παχύς και σωματώδης άνθρωπος: Έχει γίνει ~ από το πολύ φαγητό. [< ανθρ. Δημήτριος Τόφαλος]
51190τόφοςτό-φος ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. συγκέντρωση ουρικών αλάτων σε ιστούς, κυρ. στις αρθρώσεις, καθώς και στο πτερύγιο του αυτιού, σε περίπτωση αρθρίτιδας. 2. ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα που σχηματίζεται από αποθέσεις πολύ μικρών ηφαιστειακών θραυσμάτων: ασβεστολιθικός/πυριτικός ~. Πβ. τραβερτίνης. [< 1: γαλλ.-αγγλ. tophus]
51191τόφου & τοφούτό-φου ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. έδεσμα από πολτοποιημένα φασόλια σόγιας, πλούσιο σε πρωτεΐνες, που χρησιμοποιείται στην ασιατική κουζίνα, γνωστό και ως τυρί σόγιας: καπνιστό/φυσικό ~. Σαλάτα με ~. Μπιφτέκι από ~. [< αγγλ. tofu < ιαπων. tōfu, γαλλ. ~, περ. 1985]
51192ΤΠ(ο): Τακτικός Προϋπολογισµός.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.