| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51193 | ΤΠΔ | (το): Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων. | |
| 51194 | ΤΠΔΥ | (το): Ταμείο Προνοίας Δημοσίων Υπαλλήλων. | |
| 51195 | ΤΠΕ | (οι): Τεχνολογίες (της) Πληροφορίας και (της) Επικοινωνίας. [< αγγλ. ICT, Information and Communications Technology] | |
| 51196 | τρ. | (συντομ.): τρέχον (έτος), τρέχοντος (έτους). | |
| 51200 | τράβα | τρά-βα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): χοντρό δοκάρι στέγης. [< ιταλ. trave] | |
| 51201 | τραβάω | βλ. τραβώ | |
| 51202 | τραβέλι | τρα-βέ-λι ουσ. (ουδ.) (αργκό-μειωτ.): τραβεστί. [< γαλλ. travelo, 1970] | |
| 51203 | τράβελινγκ | τρά-βε-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. κίνηση κινηματογραφικής κάμερας τοποθετημένης σε όχημα που κυλά πάνω σε ράγες· συνεκδ. πλάνο που γυρίζεται με την αντίστοιχη τεχνική: αργό/γρήγορο/κάθετο/κυκλικό/παράλληλο ~. ~-ζουμ. ~ προς τα εμπρός/πίσω. Συνεχή ~. Κάνω ~ γύρω από ένα αντικείµενο. [< γαλλ. travel(l)ing, 1930 < ~-camera, 1927] | |
| 51204 | τραβέρσα | τρα-βέρ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. δοκάρι για τη σταθεροποίηση των δομικών μερών μιας κατασκευής: άνω/διαμήκης/εγκάρσια/ενισχυμένη/κάθετη/κάτω/κεντρική/μεταλλική/ξύλινη/οριζόντια ~. ~ αλουμινίου/οροφής/παραθύρου/πόρτας. Στήριξη κουπαστής με ~. ~ες οπλισμένου σκυροδέματος. ΣΥΝ. τεγίδα 2. ΤΕΧΝΟΛ. δοκός στην οποία προσαρμόζονται στέρεα οι σιδηροτροχιές. Πβ. στρωτήρας. 3. (κυρ. στην ορειβασία) διάσχιση πλαγιάς βουνού ή βράχου με οριζόντια διεύθυνση, χωρίς υψομετρική αλλαγή· συνεκδ. το αντίστοιχο πεδίο όπου γίνεται αυτή: πορεία με μικρές/συνεχείς ~ες.|| Δύσκολη/εύκολη/χιονισμένη ~. 4. είδος μακρόστενου καλύμματος, εργόχειρου, τραπεζομάντιλου που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό: ~ από ταφτά. Κεντημένες/μεταξωτές/υφαντές/χειρoποίητες ~ες. Βλ. ράνερ. 5. ΝΑΥΤ. στύλος που βρίσκεται συνήθ. κάτω από το κατάστρωμα, τοποθετημένος κάθετα στον διαμήκη άξονα του πλοίου. [< ιταλ. traversa, γαλλ. traverse] | |
| 51205 | τραβερσάρω | τρα-βερ-σά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (λαϊκό): (κυρ. στην ορειβασία) κινούμαι οριζόντια, ή σχεδόν, σε επικλινές έδαφος, κάνω τραβέρσα: Η διαδρομή ~ει αριστερά/ελαφρώς ανηφορικά/ομαλά μέχρι το καταφύγιο.|| Οι ορειβάτες ανεβαίνουν κάθετα και στη συνέχεια ~ουν κάτω από τα βράχια. [< ιταλ. traversare] | |
| 51206 | τραβέρσο | τρα-βέρ-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. (λαϊκό) αναγκαστική πορεία πλοίου σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου, για να αποφευχθούν τα χτυπήματα των κυμάτων στα πλευρά του: ανάποδο ~. Το πλοίο στρώνεται (= παίρνει θέση) ~. ΣΥΝ. αντιμονή [< ιταλ. traverso] | |
| 51207 | τραβερτίνης | τρα-βερ-τί-νης ουσ. (αρσ.) & τραβερτίνο (το): ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα με ανοιχτό, καστανοκίτρινο χρώμα και χαρακτηριστική πορώδη υφή, που σχηματίζεται από την απόθεση ανθρακικού ασβεστίου γύρω από φυτικά μέρη. Πβ. τόφος. [< γαλλ. travertin, ιταλ. travertino] | |
| 51208 | τραβεστί | τρα-βε-στί ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | (σπάν.) στο ουδ.}: άνδρας, συνήθ. ομοφυλόφιλος, που φορά γυναικεία ρούχα και έχει θηλυπρεπή συμπεριφορά. Πβ. παρενδυτικός. Βλ. τρανσέξουαλ. ΣΥΝ. τραβέλι [< γαλλ. travesti, 1923] | |
| 51209 | τραβεστισμός | τρα-βε-στι-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. παρενδυσία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. travestisme, 1964] | |
| 51210 | τράβηγμα | τρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραβώ: απαλό/απότομο/γερό/δυνατό/ελαφρύ/έντονο ~. ~ της λαβής/του μοχλού/της πόρτας/της σκανδάλης/σχοινιού. Tο ~ της κουρτίνας (: άνοιγμα ή κλείσιμο). Το ~ του σκάφους στην ξηρά (πβ. έλκυση, ρυμούλκηση). Πβ. έλξη.|| ~ των νερών στην παλίρροια (πβ. άμπωτη).|| ~ ευθείας. Πβ. σχεδίαση.|| ~ φύλλου/χαρτιού (από τράπουλα).|| ~ αυτιού (ως τιμωρία)/μαλλιών. ~ από το λουρί/χέρι.|| ~ γραμμής ρεύματος/καλωδίου/σύρματος (: σύνδεση με κεντρικό αγωγό).|| ~ του δέρματος (πβ. λίφτινγκ). 2. άντληση ή απορρόφηση: ~ καμινάδας/καπνοδόχου. Κουβάς για το ~ νερού από το πηγάδι.|| Το ~ του καπνού (πβ. ρούφηγμα). 3. λήψη ή γύρισμα: ~ ταινίας. ~ με κάμερα. Αυτόματο ~ φωτογραφίας. 4. ΤΥΠΟΓΡ. παραγωγή αντιτύπων από την ίδια τυπογραφική πλάκα. Πβ. τιράζ. 5. απότομο τέντωμα μυός· συνεκδ. ο πόνος ή/και το πιάσιμο που προκαλείται: Αισθάνθηκε ~ στη γάμπα/στο πόδι/στους προσαγωγούς/στον τετρακέφαλο.|| Έχω ένα ~ στον σβέρκο. Έπαθε/υπέστη ~. Βλ. θλάση. 6. (προφ.) ανάληψη χρημάτων. 7. διακεκομμένη συνουσία. ● τραβήγματα (τα): μπλεξίματα, φασαρίες: Το θέμα έληξε χωρίς ~. ΣΥΝ. τραβολογήματα ● Υποκ.: τραβηγματάκι (το) ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο | |
| 51211 | τραβηγμένος | , η, ο τρα-βηγ-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει τραβηχτεί: μακριά μαλλιά, ~α πίσω (πβ. τραβηχτός). Πρόσωπο ~ο από το λίφτινγκ. Τα καΐκια ήταν ~α έξω στην αμμουδιά. 2. (μτφ.) υπερβολικός, εξεζητημένος: ~ος: ισχυρισμός/συλλογισμός. ~η: απόφαση/θεωρία/λύση. ~ο: αστείο. Μια άποψη ~η στα άκρα (= ακραία). ~ο μου ακούγεται. Το βρίσκω αρκετά/πολύ ~ο. Ο διαιτητής σφύριξε ~ο πέναλτι. Πβ. παρα~. 3. που έχει φωτογραφηθεί, μαγνητοσκοπηθεί ή κινηματογραφηθεί: Η φωτογραφία είναι ~η από αεροπλάνο/με τηλεσκόπιο. Πλάνα ~α από ψηλά.|| Βίντεο ~ο από κινητό τηλέφωνο. ● ΦΡ.: τραβηγμένος από τα μαλλιά (μτφ.): που χαρακτηρίζεται από υπερβολή: Τραβηγμένο ~ το θέμα, δεν έχει βάση. ● βλ. τραβώ | |
| 51212 | τραβηκτικός | , ή, ό τρα-βη-κτι-κός επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: τραβηκτική (η): ΟΙΚΟΝ. συναλλαγματική. [< αγγλ. draft] ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα: ΟΙΚΟΝ. απόθεμα που δημιουργήθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με σκοπό να ισοσκελίζει περιστασιακά ελλειμματικά ισοζύγια των χωρών-μελών του. [< αγγλ. Special Drawing Rights, 1963 (SDR)] | |
| 51213 | τράβηξα | βλ. τραβώ | |
| 51214 | τραβηχτικός | , ή, ό τρα-βη-χτι-κός επίθ. (προφ.): γοητευτικός, ελκυστικός: (για πρόσ.) Έχει κάτι το ~ό.|| ~ός: τίτλος. ~ό: εξώφυλλο. ~ά: θέματα. Πβ. πιασάρικος. | |
| 51215 | τραβηχτός | , ή, ό τρα-βη-χτός επίθ.: που γίνεται ή λειτουργεί με τράβηγμα· που έχει τραβηχτεί: ~ός: διακόπτης.|| Έχει κοντό μαλλάκι ~ό πίσω. Πβ. τραβηγμένος.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ός: σοβάς (πβ. κορνίζα). ~ό: γείσο/επίχρισμα (: που γίνεται με τεχνική χρήσης ελάσματος).|| (μτφ.) ~ή: προφορά/φωνή (= μακρόσυρτη). ● επίρρ.: τραβηχτά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ