Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51720-51740]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51202τραβέλιτρα-βέ-λι ουσ. (ουδ.) (αργκό-μειωτ.): τραβεστί. [< γαλλ. travelo, 1970]
51203τράβελινγκτρά-βε-λινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΚΙΝΗΜ. κίνηση κινηματογραφικής κάμερας τοποθετημένης σε όχημα που κυλά πάνω σε ράγες· συνεκδ. πλάνο που γυρίζεται με την αντίστοιχη τεχνική: αργό/γρήγορο/κάθετο/κυκλικό/παράλληλο ~. ~-ζουμ. ~ προς τα εμπρός/πίσω. Συνεχή ~. Κάνω ~ γύρω από ένα αντικείµενο. [< γαλλ. travel(l)ing, 1930 < ~-camera, 1927]
51204τραβέρσατρα-βέρ-σα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΟΙΚΟΔ. δοκάρι για τη σταθεροποίηση των δομικών μερών μιας κατασκευής: άνω/διαμήκης/εγκάρσια/ενισχυμένη/κάθετη/κάτω/κεντρική/μεταλλική/ξύλινη/οριζόντια ~. ~ αλουμινίου/οροφής/παραθύρου/πόρτας. Στήριξη κουπαστής με ~. ~ες οπλισμένου σκυροδέματος. ΣΥΝ. τεγίδα 2. ΤΕΧΝΟΛ. δοκός στην οποία προσαρμόζονται στέρεα οι σιδηροτροχιές. Πβ. στρωτήρας. 3. (κυρ. στην ορειβασία) διάσχιση πλαγιάς βουνού ή βράχου με οριζόντια διεύθυνση, χωρίς υψομετρική αλλαγή· συνεκδ. το αντίστοιχο πεδίο όπου γίνεται αυτή: πορεία με μικρές/συνεχείς ~ες.|| Δύσκολη/εύκολη/χιονισμένη ~. 4. είδος μακρόστενου καλύμματος, εργόχειρου, τραπεζομάντιλου που χρησιμοποιείται ως διακοσμητικό: ~ από ταφτά. Κεντημένες/μεταξωτές/υφαντές/χειρoποίητες ~ες. Βλ. ράνερ. 5. ΝΑΥΤ. στύλος που βρίσκεται συνήθ. κάτω από το κατάστρωμα, τοποθετημένος κάθετα στον διαμήκη άξονα του πλοίου. [< ιταλ. traversa, γαλλ. traverse]
51205τραβερσάρωτρα-βερ-σά-ρω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) (λαϊκό): (κυρ. στην ορειβασία) κινούμαι οριζόντια, ή σχεδόν, σε επικλινές έδαφος, κάνω τραβέρσα: Η διαδρομή ~ει αριστερά/ελαφρώς ανηφορικά/ομαλά μέχρι το καταφύγιο.|| Οι ορειβάτες ανεβαίνουν κάθετα και στη συνέχεια ~ουν κάτω από τα βράχια. [< ιταλ. traversare]
51206τραβέρσοτρα-βέρ-σο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. (λαϊκό) αναγκαστική πορεία πλοίου σε περίπτωση μεγάλης θαλασσοταραχής κόντρα στη διεύθυνση του ανέμου, για να αποφευχθούν τα χτυπήματα των κυμάτων στα πλευρά του: ανάποδο ~. Το πλοίο στρώνεται (= παίρνει θέση) ~. ΣΥΝ. αντιμονή [< ιταλ. traverso]
51207τραβερτίνηςτρα-βερ-τί-νης ουσ. (αρσ.) & τραβερτίνο (το): ΟΡΥΚΤ. ιζηματογενές πέτρωμα με ανοιχτό, καστανοκίτρινο χρώμα και χαρακτηριστική πορώδη υφή, που σχηματίζεται από την απόθεση ανθρακικού ασβεστίου γύρω από φυτικά μέρη. Πβ. τόφος. [< γαλλ. travertin, ιταλ. travertino]
51208τραβεστίτρα-βε-στί ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. | (σπάν.) στο ουδ.}: άνδρας, συνήθ. ομοφυλόφιλος, που φορά γυναικεία ρούχα και έχει θηλυπρεπή συμπεριφορά. Πβ. παρενδυτικός. Βλ. τρανσέξουαλ. ΣΥΝ. τραβέλι [< γαλλ. travesti, 1923]
51209τραβεστισμόςτρα-βε-στι-σμός ουσ. (αρσ.): ΨΥΧΙΑΤΡ. παρενδυσία. Βλ. -ισμός. [< γαλλ. travestisme, 1964]
51210τράβηγματρά-βηγ-μα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραβώ: απαλό/απότομο/γερό/δυνατό/ελαφρύ/έντονο ~. ~ της λαβής/του μοχλού/της πόρτας/της σκανδάλης/σχοινιού. Tο ~ της κουρτίνας (: άνοιγμα ή κλείσιμο). Το ~ του σκάφους στην ξηρά (πβ. έλκυση, ρυμούλκηση). Πβ. έλξη.|| ~ των νερών στην παλίρροια (πβ. άμπωτη).|| ~ ευθείας. Πβ. σχεδίαση.|| ~ φύλλου/χαρτιού (από τράπουλα).|| ~ αυτιού (ως τιμωρία)/μαλλιών. ~ από το λουρί/χέρι.|| ~ γραμμής ρεύματος/καλωδίου/σύρματος (: σύνδεση με κεντρικό αγωγό).|| ~ του δέρματος (πβ. λίφτινγκ). 2. άντληση ή απορρόφηση: ~ καμινάδας/καπνοδόχου. Κουβάς για το ~ νερού από το πηγάδι.|| Το ~ του καπνού (πβ. ρούφηγμα). 3. λήψη ή γύρισμα: ~ ταινίας. ~ με κάμερα. Αυτόματο ~ φωτογραφίας. 4. ΤΥΠΟΓΡ. παραγωγή αντιτύπων από την ίδια τυπογραφική πλάκα. Πβ. τιράζ. 5. απότομο τέντωμα μυός· συνεκδ. ο πόνος ή/και το πιάσιμο που προκαλείται: Αισθάνθηκε ~ στη γάμπα/στο πόδι/στους προσαγωγούς/στον τετρακέφαλο.|| Έχω ένα ~ στον σβέρκο. Έπαθε/υπέστη ~. Βλ. θλάση. 6. (προφ.) ανάληψη χρημάτων. 7. διακεκομμένη συνουσία. ● τραβήγματα (τα): μπλεξίματα, φασαρίες: Το θέμα έληξε χωρίς ~. ΣΥΝ. τραβολογήματα ● Υποκ.: τραβηγματάκι (το) ● ΦΡ.: έχω μπλεξίματα/μπελάδες/φασαρίες/τραβήγματα/ντράβαλα βλ. μπλέξιμο
51211τραβηγμένος, η, ο τρα-βηγ-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει τραβηχτεί: μακριά μαλλιά, ~α πίσω (πβ. τραβηχτός). Πρόσωπο ~ο από το λίφτινγκ. Τα καΐκια ήταν ~α έξω στην αμμουδιά. 2. (μτφ.) υπερβολικός, εξεζητημένος: ~ος: ισχυρισμός/συλλογισμός. ~η: απόφαση/θεωρία/λύση. ~ο: αστείο. Μια άποψη ~η στα άκρα (= ακραία). ~ο μου ακούγεται. Το βρίσκω αρκετά/πολύ ~ο. Ο διαιτητής σφύριξε ~ο πέναλτι. Πβ. παρα~. 3. που έχει φωτογραφηθεί, μαγνητοσκοπηθεί ή κινηματογραφηθεί: Η φωτογραφία είναι ~η από αεροπλάνο/με τηλεσκόπιο. Πλάνα ~α από ψηλά.|| Βίντεο ~ο από κινητό τηλέφωνο. ● ΦΡ.: τραβηγμένος από τα μαλλιά (μτφ.): που χαρακτηρίζεται από υπερβολή: Τραβηγμένο ~ το θέμα, δεν έχει βάση. ● βλ. τραβώ
51212τραβηκτικός, ή, ό τρα-βη-κτι-κός επίθ.: κυρ. στα ● Ουσ.: τραβηκτική (η): ΟΙΚΟΝ. συναλλαγματική. [< αγγλ. draft] ● ΣΥΜΠΛ.: Ειδικά Τραβηκτικά Δικαιώματα: ΟΙΚΟΝ. απόθεμα που δημιουργήθηκε από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, με σκοπό να ισοσκελίζει περιστασιακά ελλειμματικά ισοζύγια των χωρών-μελών του. [< αγγλ. Special Drawing Rights, 1963 (SDR)]
51213τράβηξαβλ. τραβώ
51214τραβηχτικός, ή, ό τρα-βη-χτι-κός επίθ. (προφ.): γοητευτικός, ελκυστικός: (για πρόσ.) Έχει κάτι το ~ό.|| ~ός: τίτλος. ~ό: εξώφυλλο. ~ά: θέματα. Πβ. πιασάρικος.
51215τραβηχτός, ή, ό τρα-βη-χτός επίθ.: που γίνεται ή λειτουργεί με τράβηγμα· που έχει τραβηχτεί: ~ός: διακόπτης.|| Έχει κοντό μαλλάκι ~ό πίσω. Πβ. τραβηγμένος.|| (ΟΙΚΟΔ.) ~ός: σοβάς (πβ. κορνίζα). ~ό: γείσο/επίχρισμα (: που γίνεται με τεχνική χρήσης ελάσματος).|| (μτφ.) ~ή: προφορά/φωνή (= μακρόσυρτη). ● επίρρ.: τραβηχτά
51216τραβολογάωβλ. τραβολογώ
51217τραβολόγηματρα-βο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραβολογώ, τράβηγμα: ~ και σπρωξίδι.τραβολογήματα (τα): μπλεξίματα: Έχει ~ (= φασαρίες) με την εφορία. ΣΥΝ. τραβήγματα
51218τραβολογώ[τραβολογῶ] τρα-βο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {τραβολογ-άς ..., -ώντας | τραβολόγ-ησε, -ήσει, -ιέμαι, σπάν. -ήθηκε} & τραβολογάω (λαϊκό): τραβώ, σέρνω κάποιον με επίμονο τρόπο και παρά τη θέλησή του προς μία κατεύθυνση: Με ~ούσε με το ζόρι. Άφησέ τον, μην τον ~άς.|| (μτφ.) Με ~άει από δω και από κει/συνεχώς σε παραστάσεις και εκδηλώσεις. Βλ. -λογώ. ● Παθ.: τραβολογιέμαι: ταλαιπωρούμαι από μια χρόνια κατάσταση: ~ιέται στους γιατρούς/στα νοσοκομεία εδώ και τόσους μήνες.|| ~ιέται (= έχει ερωτική σχέση) πολύ καιρό μαζί του. Πβ. τραβιέμαι.
51219τραβώ[τραβῶ] τρα-βώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τραβ-άς ... | παρατ. τραβ-ούσα κ. τράβαγα, τράβ-ηξα, -ήξει, -ιέμαι, -ήχτηκα (λόγ.) -ήχθηκα, -ηχτεί (λόγ.) -ηχθεί, -ώντας, -ηγμένος} & τραβάω 1. κάνω κάποιον/κάτι να μετακινηθεί προς μια κατεύθυνση, συνήθ. ασκώντας ελκτική δύναμη προς το μέρος μου: ~ τις κουρτίνες. ~ηξα το χειρόφρενο (= έδεσα. ΑΝΤ. λύνω). ~ το χέρι μου από τη φωτιά (ΣΥΝ. απομακρύνω. ΑΝΤ. βάζω). ~ τη βάρκα στην ξηρά (βλ. ρυμουλκώ). Μη μου ~άς την μπλούζα, θα ξεχειλώσει. ~ούσε τον σκύλο από το λουρί. Δύο άλογα ~ούσαν την άμαξα (πβ. σέρνω). Τους ~ούσαν από τα μπουφάν. Το ~ηξα απότομα/με δύναμη και έσπασε. Τον ~ηξε από το μανίκι να φύγουν. Η θάλασσα τον ~ηξε στο(ν) βυθό της (= τον ρούφηξε). Όσο ~ιέται το σκοινί, σφίγγει ο κόμπος (βλ. τεντώνω).|| ~ηξε όπλο/το σπαθί του (πβ. βγάζω). ~ τη σκανδάλη (= πυροβολώ).|| ~ήξαμε κλήρο/ένα λαχνό.|| ~ το καζανάκι (: σηκώνω ή πιέζω το έμβολό του).|| Δεν μπορεί να ~ήξει μια ίσια γραμμή (: να σχεδιάσει).|| ~ μια γραμμή τηλεφώνου/καλώδιο (: κάνω επέκταση της καλωδίωσης).|| (μτφ.) Δεν θέλησαν να ~ήξουν (= οδηγήσουν) τα πράγματα στα άκρα. Βλ. πολυ~.|| (μτφ.) Τον ~άει από δω κι από κει (= σέρνει, τραβολογά). 2. αντλώ ή απορροφώ: ~ηξε νερό από το πηγάδι (πβ. βγάζω).|| Το ξύλο έχει ~ήξει υγρασία. Αφήνετε το κρέας να σιγοβράσει, μέχρι να ~ήξει τα υγρά του.|| Η ηλεκτρική σκούπα/η καμινάδα δεν ~άει (: σκόνη ή καπνό, αντίστοιχα).|| ~ηξε (= ήπιε) μια γουλιά καφέ/κρασί. ~ηξε μια ρουφηξιά (καπνού)/μια τζούρα από το τσιγάρο του (βλ. καπνίζω).|| Το ούζο ~ιέται με τα μεζεδάκια (: πίνεται ευχάριστα). 3. (μτφ.) υπομένω, υποφέρω· ταλαιπωρούμαι: Αχ, τι ~! ~ούσε τα πάνδεινα. ~ηξε πολλά. Τι ~ηξα για να τον πείσω! Το τι ~ήξαμε μέχρι να ... ~ηξα μεγάλη στενοχώρια/ταλαιπωρία.|| ~άει όλο το λούκι μόνος του.|| ~ιέται τόση ώρα άδικα. Ακόμα ~ιέται με τους γιατρούς/την εφορία. ~ιούνται στα δικαστήρια. Πβ. βασανίζ-, παιδεύ-ομαι.|| Με ~άει το δέρμα/στομάχι μου (= έχω έντονο αίσθημα τάσης). 4. (μτφ.) προσελκύω, συγκεντρώνω: Έχει τον τρόπο να ~ά τα βλέμματα/το ενδιαφέρον. Η είδηση μου ~ηξε την προσοχή. Το περιστατικό ~ηξε για λίγο τους προβολείς/τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό το άθλημα δεν με ~ηξε ποτέ. Κατέβασαν τις τιμές, για να ~ήξουν κόσμο. Αυτό που με ~άει (= γοητεύει, ελκύει) σε έναν άντρα/σε μια γυναίκα ... Κάτι πάνω του με ~ούσε σαν μαγνήτης. ΑΝΤ. απωθώ. 5. κινηματογραφώ, μαγνητοσκοπώ· φωτογραφίζω: ~ ένα βίντεο/ένα μικρό φιλμάκι (πβ. φιλμάρω)/μερικά πλάνα/μια ταινία (= γυρίζω).|| ~ μια φωτογραφία (= βγάζω). 6. (μτφ.-προφ.) δίνω, ρίχνω: Του ~ηξε ένα βρίσιμο (= τον έβρισε)/μια κλοτσιά (= τον κλότσησε)/μια μούντζα (= τον μούντζωσε)/μια μπουνιά/ένα χαστούκι (= τον χαστούκισε)/ένα χέρι ξύλο (= τον έδειρε). Θα σου ~ήξω μια μήνυση που θα είναι όλη δική σου (πβ. υποβάλλω). 7. (προφ.) κατευθύνομαι, προχωρώ, πάω: ~ηξε βόρεια/για την πόλη/για το σπίτι του/κατά το ποτάμι/προς τον σταθμό. Για πού/προς τα πού ~άς; ~ηξε για να βρει την τύχη της στη Γερμανία. ~ούσαν για το μέτωπο. Ο ένας ~άει για την ανατολή και ο άλλος για τη δύση (: για πλήρη ασυνεννοησία).τραβάει (προφ.) 1. διαρκεί, κρατά, παρατείνεται: Το παιχνίδι ~ πολλή ώρα. Η συζήτηση θα ~ήξει για πολύ ακόμα. Η ίδια κατάσταση ~ηξε για πολλά χρόνια.|| (κυρ. στο α' πρόσ.) Το ~ήξαμε χθες ως τις τρεις (= το ξενυχτήσαμε). Πβ. παρα~. 2. (συνήθ. με άρνηση) αποδίδει: Το αυτοκίνητο δεν ~ (= δεν προχωρά) στην ανηφόρα. Το μηχανάκι ~ πολύ καλά.|| Η ομάδα δεν ~. Η ταινία δεν ~ούσε καθόλου (: ήταν κουραστική, βαρετή). Η κατάσταση/η σχέση μας δεν ~ άλλο. 3. έχει ζήτηση ή πέραση: Το προϊόν δεν ~ στην αγορά. Το άλμπουμ ~ (= πουλάει) πολύ περισσότερο απ' ό,τι περιμέναμε.|| Ο υποψήφιος δήμαρχος δεν ~ (= δεν έχει δημοτικότητα). 4. καταναλώνει: Η συσκευή ~ πολύ ρεύμα. ● Παθ.: τραβιέμαι 1. αποτραβιέμαι: ~ήχτηκε από την κοινωνική ζωή. Πβ. απο-μονώνομαι, -σύρομαι. 2. κάνω πίσω, παραμερίζω: ~ήχτηκε προς τον τοίχο τρομαγμένος. ~ήξου στην άκρη.|| Στην άμπωτη τα νερά της θάλασσας ~ιούνται προς τα μέσα. Πβ. υποχωρώ. 3. (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.) έχω ερωτική σχέση: ~ιέται με διάφορες. ~ιέται με τον ένα και τον άλλο. Πβ. τραβολογιέμαι. ● ΦΡ.: τι τραβάμε και δεν το μαρτυράμε! (προφ.): όταν κάποιος δεινοπαθεί και αγανακτεί: ~ ~ με όλους αυτούς τους άσχετους!, το τραβάει (μτφ.-προφ.) 1. το παρακάνει, το παρατραβά: Το ~ηξε περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. 2. για να δηλωθεί ότι κάτι ταιριάζει με την περίσταση: ~ ~ ο καιρός το τζάκι (: κάνει αρκετό κρύο, ώστε να χρειάζεται να το ανάψουμε). Σήμερα θα φάμε σούπα, ~ ~ η μέρα., τράβα στην άκρη/στη(ν) μπάντα/παραπέρα (προφ.): παραμέρισε, πήγαινε στην άκρη: ~ ~ να περάσω! ~ήξου στην άκρη γιατί δεν βλέπω τίποτα. Βλ. κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα., τράβα! (λαϊκό): πήγαινε, άντε: ~ πίσω στη θέση σου/στο σπίτι σου. Aν δεν σ' αρέσει εδώ, ~ να βρεις καλύτερο μέρος. ~ στη δουλειά σου (: ασχολήσου με τα δικά σου, μην ανακατεύεσαι). Βρε άι ~ από δω (= φύγε, χάσου)/πιο κει (= παραμέρισε)!, τραβάει η όρεξή μου (κάτι) (προφ.): επιθυμώ: Τι ~ ~ σου (= τι σου αρέσει) να φας;|| Στο κατάστημα θα βρείτε ό,τι ~ ~ σας., τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) (προφ.): ποθώ, λαχταρώ: Κάνε ό,τι ~ ~ σου. Κερνάω καφέ, μπουγάτσα ή ό,τι άλλο ~ ~ σας., τραβάω κόλλημα (αργκό): έχω έμμονη ιδέα ή ασχολούμαι συνεχώς με κάτι: ~ει ~ με την μουσική/με τον τυπά. Πβ. τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα., τραβάω μπροστά (προφ.) 1. (μτφ.) πάω μπροστά, προοδεύω: Όποιος αξίζει, ~ει ~ (= προκόβει). 2. προπορεύομαι: Τράβα εσύ μπροστά και εγώ ακολουθώ από πίσω. Πβ. προηγούμαι., τραβάω τα μαλλιά μου & τραβάω τις κοτσίδες μου (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έντονη αντίδραση σε κάτι, κατάπληξη, δυσαρέσκεια: ~ ~ με αυτά που βλέπω., τραβώ χαρτί (προφ.): παίρνω χαρτί από την τράπουλα., βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω/τραβάω μαχαίρι βλ. μαχαίρι, και ξανά προς τη δόξα τραβά βλ. δόξα, και τράβα κορδέλα/κορδόνι βλ. κορδέλα, περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος, πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη βλ. μύτη, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες! βλ. χορευτής, χορεύτρια, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τραβάει το αίμα μου (κάτι) βλ. αίμα, τραβάτε/βαράτε με κι ας κλαίω βλ. κλαίω, τραβάω τ' αυτί κάποιου βλ. αυτί, τραβάω χρήματα βλ. χρήμα, τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί βλ. σχοινί, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια βλ. ζόρι, τραβώ κουπί βλ. κουπί, τραβώ πιστόλι βλ. πιστόλι, τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου βλ. διάβολος, τραβώ το(ν) δρόμο μου βλ. δρόμος, τραβώ τον αδόξαστο βλ. αδόξαστος ● βλ. τραβηγμένος [< μεσν. τραβώ < τραβίζω < ταυρίζω < αρχ. ταυρῶ < ταῦρος]
51220τραγάνατρα-γά-να ουσ. (θηλ.): θαλάσσιος βυθός με άμμο, πέτρες και φύκια: βαθιά ~.
51221τραγανίζωτρα-γα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τραγάνι-σε} (προφ.) 1. μασώ κάτι, συνήθ. σκληρό και τραγανιστό: ~ κρακεράκια/μπισκότα/παξιμάδια/στραγάλια. Ο σκύλος ~ει ένα κόκαλο. Οι τερμίτες ~σαν (= έφαγαν) σιγά-σιγά το ξύλο. Πβ. κριτσανίζω. 2. (μτφ.) κατασπαταλώ: ~σε την περιουσία/τα χρήματα των γονιών του. Πβ. ροκανίζω.τραγανίζει (αμτβ.): παράγει έναν χαρακτηριστικό ξηρό ήχο την ώρα της μάσησης: Η φρυγανιά ~ στα δόντια. Το μακαρόνι μισοβρασμένο ~.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.