| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51216 | τραβολογάω | βλ. τραβολογώ | |
| 51217 | τραβολόγημα | τρα-βο-λό-γη-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραβολογώ, τράβηγμα: ~ και σπρωξίδι. ● τραβολογήματα (τα): μπλεξίματα: Έχει ~ (= φασαρίες) με την εφορία. ΣΥΝ. τραβήγματα | |
| 51218 | τραβολογώ | [τραβολογῶ] τρα-βο-λο-γώ ρ. (μτβ.) {τραβολογ-άς ..., -ώντας | τραβολόγ-ησε, -ήσει, -ιέμαι, σπάν. -ήθηκε} & τραβολογάω (λαϊκό): τραβώ, σέρνω κάποιον με επίμονο τρόπο και παρά τη θέλησή του προς μία κατεύθυνση: Με ~ούσε με το ζόρι. Άφησέ τον, μην τον ~άς.|| (μτφ.) Με ~άει από δω και από κει/συνεχώς σε παραστάσεις και εκδηλώσεις. Βλ. -λογώ. ● Παθ.: τραβολογιέμαι: ταλαιπωρούμαι από μια χρόνια κατάσταση: ~ιέται στους γιατρούς/στα νοσοκομεία εδώ και τόσους μήνες.|| ~ιέται (= έχει ερωτική σχέση) πολύ καιρό μαζί του. Πβ. τραβιέμαι. | |
| 51219 | τραβώ | [τραβῶ] τρα-βώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τραβ-άς ... | παρατ. τραβ-ούσα κ. τράβαγα, τράβ-ηξα, -ήξει, -ιέμαι, -ήχτηκα (λόγ.) -ήχθηκα, -ηχτεί (λόγ.) -ηχθεί, -ώντας, -ηγμένος} & τραβάω 1. κάνω κάποιον/κάτι να μετακινηθεί προς μια κατεύθυνση, συνήθ. ασκώντας ελκτική δύναμη προς το μέρος μου: ~ τις κουρτίνες. ~ηξα το χειρόφρενο (= έδεσα. ΑΝΤ. λύνω). ~ το χέρι μου από τη φωτιά (ΣΥΝ. απομακρύνω. ΑΝΤ. βάζω). ~ τη βάρκα στην ξηρά (βλ. ρυμουλκώ). Μη μου ~άς την μπλούζα, θα ξεχειλώσει. ~ούσε τον σκύλο από το λουρί. Δύο άλογα ~ούσαν την άμαξα (πβ. σέρνω). Τους ~ούσαν από τα μπουφάν. Το ~ηξα απότομα/με δύναμη και έσπασε. Τον ~ηξε από το μανίκι να φύγουν. Η θάλασσα τον ~ηξε στο(ν) βυθό της (= τον ρούφηξε). Όσο ~ιέται το σκοινί, σφίγγει ο κόμπος (βλ. τεντώνω).|| ~ηξε όπλο/το σπαθί του (πβ. βγάζω). ~ τη σκανδάλη (= πυροβολώ).|| ~ήξαμε κλήρο/ένα λαχνό.|| ~ το καζανάκι (: σηκώνω ή πιέζω το έμβολό του).|| Δεν μπορεί να ~ήξει μια ίσια γραμμή (: να σχεδιάσει).|| ~ μια γραμμή τηλεφώνου/καλώδιο (: κάνω επέκταση της καλωδίωσης).|| (μτφ.) Δεν θέλησαν να ~ήξουν (= οδηγήσουν) τα πράγματα στα άκρα. Βλ. πολυ~.|| (μτφ.) Τον ~άει από δω κι από κει (= σέρνει, τραβολογά). 2. αντλώ ή απορροφώ: ~ηξε νερό από το πηγάδι (πβ. βγάζω).|| Το ξύλο έχει ~ήξει υγρασία. Αφήνετε το κρέας να σιγοβράσει, μέχρι να ~ήξει τα υγρά του.|| Η ηλεκτρική σκούπα/η καμινάδα δεν ~άει (: σκόνη ή καπνό, αντίστοιχα).|| ~ηξε (= ήπιε) μια γουλιά καφέ/κρασί. ~ηξε μια ρουφηξιά (καπνού)/μια τζούρα από το τσιγάρο του (βλ. καπνίζω).|| Το ούζο ~ιέται με τα μεζεδάκια (: πίνεται ευχάριστα). 3. (μτφ.) υπομένω, υποφέρω· ταλαιπωρούμαι: Αχ, τι ~! ~ούσε τα πάνδεινα. ~ηξε πολλά. Τι ~ηξα για να τον πείσω! Το τι ~ήξαμε μέχρι να ... ~ηξα μεγάλη στενοχώρια/ταλαιπωρία.|| ~άει όλο το λούκι μόνος του.|| ~ιέται τόση ώρα άδικα. Ακόμα ~ιέται με τους γιατρούς/την εφορία. ~ιούνται στα δικαστήρια. Πβ. βασανίζ-, παιδεύ-ομαι.|| Με ~άει το δέρμα/στομάχι μου (= έχω έντονο αίσθημα τάσης). 4. (μτφ.) προσελκύω, συγκεντρώνω: Έχει τον τρόπο να ~ά τα βλέμματα/το ενδιαφέρον. Η είδηση μου ~ηξε την προσοχή. Το περιστατικό ~ηξε για λίγο τους προβολείς/τα φώτα της δημοσιότητας. Αυτό το άθλημα δεν με ~ηξε ποτέ. Κατέβασαν τις τιμές, για να ~ήξουν κόσμο. Αυτό που με ~άει (= γοητεύει, ελκύει) σε έναν άντρα/σε μια γυναίκα ... Κάτι πάνω του με ~ούσε σαν μαγνήτης. ΑΝΤ. απωθώ. 5. κινηματογραφώ, μαγνητοσκοπώ· φωτογραφίζω: ~ ένα βίντεο/ένα μικρό φιλμάκι (πβ. φιλμάρω)/μερικά πλάνα/μια ταινία (= γυρίζω).|| ~ μια φωτογραφία (= βγάζω). 6. (μτφ.-προφ.) δίνω, ρίχνω: Του ~ηξε ένα βρίσιμο (= τον έβρισε)/μια κλοτσιά (= τον κλότσησε)/μια μούντζα (= τον μούντζωσε)/μια μπουνιά/ένα χαστούκι (= τον χαστούκισε)/ένα χέρι ξύλο (= τον έδειρε). Θα σου ~ήξω μια μήνυση που θα είναι όλη δική σου (πβ. υποβάλλω). 7. (προφ.) κατευθύνομαι, προχωρώ, πάω: ~ηξε βόρεια/για την πόλη/για το σπίτι του/κατά το ποτάμι/προς τον σταθμό. Για πού/προς τα πού ~άς; ~ηξε για να βρει την τύχη της στη Γερμανία. ~ούσαν για το μέτωπο. Ο ένας ~άει για την ανατολή και ο άλλος για τη δύση (: για πλήρη ασυνεννοησία). ● τραβάει (προφ.) 1. διαρκεί, κρατά, παρατείνεται: Το παιχνίδι ~ πολλή ώρα. Η συζήτηση θα ~ήξει για πολύ ακόμα. Η ίδια κατάσταση ~ηξε για πολλά χρόνια.|| (κυρ. στο α' πρόσ.) Το ~ήξαμε χθες ως τις τρεις (= το ξενυχτήσαμε). Πβ. παρα~. 2. (συνήθ. με άρνηση) αποδίδει: Το αυτοκίνητο δεν ~ (= δεν προχωρά) στην ανηφόρα. Το μηχανάκι ~ πολύ καλά.|| Η ομάδα δεν ~. Η ταινία δεν ~ούσε καθόλου (: ήταν κουραστική, βαρετή). Η κατάσταση/η σχέση μας δεν ~ άλλο. 3. έχει ζήτηση ή πέραση: Το προϊόν δεν ~ στην αγορά. Το άλμπουμ ~ (= πουλάει) πολύ περισσότερο απ' ό,τι περιμέναμε.|| Ο υποψήφιος δήμαρχος δεν ~ (= δεν έχει δημοτικότητα). 4. καταναλώνει: Η συσκευή ~ πολύ ρεύμα. ● Παθ.: τραβιέμαι 1. αποτραβιέμαι: ~ήχτηκε από την κοινωνική ζωή. Πβ. απο-μονώνομαι, -σύρομαι. 2. κάνω πίσω, παραμερίζω: ~ήχτηκε προς τον τοίχο τρομαγμένος. ~ήξου στην άκρη.|| Στην άμπωτη τα νερά της θάλασσας ~ιούνται προς τα μέσα. Πβ. υποχωρώ. 3. (λαϊκό-αρνητ. συνυποδ.) έχω ερωτική σχέση: ~ιέται με διάφορες. ~ιέται με τον ένα και τον άλλο. Πβ. τραβολογιέμαι. ● ΦΡ.: τι τραβάμε και δεν το μαρτυράμε! (προφ.): όταν κάποιος δεινοπαθεί και αγανακτεί: ~ ~ με όλους αυτούς τους άσχετους!, το τραβάει (μτφ.-προφ.) 1. το παρακάνει, το παρατραβά: Το ~ηξε περισσότερο απ' ό,τι έπρεπε. 2. για να δηλωθεί ότι κάτι ταιριάζει με την περίσταση: ~ ~ ο καιρός το τζάκι (: κάνει αρκετό κρύο, ώστε να χρειάζεται να το ανάψουμε). Σήμερα θα φάμε σούπα, ~ ~ η μέρα., τράβα στην άκρη/στη(ν) μπάντα/παραπέρα (προφ.): παραμέρισε, πήγαινε στην άκρη: ~ ~ να περάσω! ~ήξου στην άκρη γιατί δεν βλέπω τίποτα. Βλ. κάνω στην άκρη/στη(ν) μπάντα., τράβα! (λαϊκό): πήγαινε, άντε: ~ πίσω στη θέση σου/στο σπίτι σου. Aν δεν σ' αρέσει εδώ, ~ να βρεις καλύτερο μέρος. ~ στη δουλειά σου (: ασχολήσου με τα δικά σου, μην ανακατεύεσαι). Βρε άι ~ από δω (= φύγε, χάσου)/πιο κει (= παραμέρισε)!, τραβάει η όρεξή μου (κάτι) (προφ.): επιθυμώ: Τι ~ ~ σου (= τι σου αρέσει) να φας;|| Στο κατάστημα θα βρείτε ό,τι ~ ~ σας., τραβάει η ψυχή/η καρδιά μου (κάτι) (προφ.): ποθώ, λαχταρώ: Κάνε ό,τι ~ ~ σου. Κερνάω καφέ, μπουγάτσα ή ό,τι άλλο ~ ~ σας., τραβάω κόλλημα (αργκό): έχω έμμονη ιδέα ή ασχολούμαι συνεχώς με κάτι: ~ει ~ με την μουσική/με τον τυπά. Πβ. τρώω/έχω φάει τρελό/μεγάλο/χοντρό/τεράστιο κόλλημα., τραβάω μπροστά (προφ.) 1. (μτφ.) πάω μπροστά, προοδεύω: Όποιος αξίζει, ~ει ~ (= προκόβει). 2. προπορεύομαι: Τράβα εσύ μπροστά και εγώ ακολουθώ από πίσω. Πβ. προηγούμαι., τραβάω τα μαλλιά μου & τραβάω τις κοτσίδες μου (μτφ.-προφ.): για να δηλωθεί έντονη αντίδραση σε κάτι, κατάπληξη, δυσαρέσκεια: ~ ~ με αυτά που βλέπω., τραβώ χαρτί (προφ.): παίρνω χαρτί από την τράπουλα., βγάζει/τραβάει την ουρά/ουρίτσα του (έξω/απέξω) βλ. ουρά, βγάζω/τραβάω μαχαίρι βλ. μαχαίρι, και ξανά προς τη δόξα τραβά βλ. δόξα, και τράβα κορδέλα/κορδόνι βλ. κορδέλα, περνώ/τραβώ του λιναριού τα πάθη/των παθών μου τον τάραχο/τα πάθη του Χριστού βλ. πάθος, πίνει/ρουφάει/τραβάει σαν σφουγγάρι βλ. σφουγγάρι, σέρνω/τραβώ κάποιον από τη μύτη βλ. μύτη, τα θέλει/τα τραβάει/τα σηκώνει ο οργανισμός του βλ. οργανισμός, τι τραβάμε κι εμείς οι χορεύτριες! βλ. χορευτής, χορεύτρια, τραβά το χαλί κάτω απ' τα πόδια κάποιου βλ. χαλί, τραβά(ει)/πάει σε μάκρος/μακριά βλ. μάκρος, τραβάει το αίμα μου (κάτι) βλ. αίμα, τραβάτε/βαράτε με κι ας κλαίω βλ. κλαίω, τραβάω τ' αυτί κάποιου βλ. αυτί, τραβάω χρήματα βλ. χρήμα, τραβάω/τεντώνω το σχοινί/σκοινί βλ. σχοινί, τραβάω/τρώω ζόρι/ζόρια βλ. ζόρι, τραβώ κουπί βλ. κουπί, τραβώ πιστόλι βλ. πιστόλι, τραβώ το(ν) διά(β)ολό μου βλ. διάβολος, τραβώ το(ν) δρόμο μου βλ. δρόμος, τραβώ τον αδόξαστο βλ. αδόξαστος ● βλ. τραβηγμένος [< μεσν. τραβώ < τραβίζω < ταυρίζω < αρχ. ταυρῶ < ταῦρος] | |
| 51220 | τραγάνα | τρα-γά-να ουσ. (θηλ.): θαλάσσιος βυθός με άμμο, πέτρες και φύκια: βαθιά ~. | |
| 51221 | τραγανίζω | τρα-γα-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τραγάνι-σε} (προφ.) 1. μασώ κάτι, συνήθ. σκληρό και τραγανιστό: ~ κρακεράκια/μπισκότα/παξιμάδια/στραγάλια. Ο σκύλος ~ει ένα κόκαλο. Οι τερμίτες ~σαν (= έφαγαν) σιγά-σιγά το ξύλο. Πβ. κριτσανίζω. 2. (μτφ.) κατασπαταλώ: ~σε την περιουσία/τα χρήματα των γονιών του. Πβ. ροκανίζω. ● τραγανίζει (αμτβ.): παράγει έναν χαρακτηριστικό ξηρό ήχο την ώρα της μάσησης: Η φρυγανιά ~ στα δόντια. Το μακαρόνι μισοβρασμένο ~. | |
| 51222 | τραγάνισμα | τρα-γά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): μασούλημα τροφής που είναι συνήθ. σκληρή και τραγανή: τσιπς, ξηροί καρποί και άλλα είδη για ~. Πβ. κριτσάνισμα. | |
| 51224 | τραγανός | , ή, ό τρα-γα-νός επίθ. 1. (για φαγώσιμο) τραγανιστός: ~ή: κόρα. ~ό: κουλούρι/παξιμάδι/παστέλι/ψωμί (= ξεροψημένο). ~οί: λουκουμάδες. ~ές: κροκέτες/πατάτες (= κριτσανιστές). ~ά: μπισκότα/τσιπς. 2. σχετικά σκληρός, σφιχτός: ~ά: αμύγδαλα/κεράσια/μήλα/σταφύλια. Λαχανικά ~ά και φρέσκα. Πβ. κρουστός. [< μτγν. τραγανός ‘φαγώσιμος, χόνδρινος’] | |
| 51225 | τραγανότητα | τρα-γα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του τραγανού. | |
| 51226 | τράγειος | , α, ο βλ. τράγιος | |
| 51227 | τραγελαφικός | , ή, ό τρα-γε-λα-φι-κός επίθ.: που προκαλεί κυρ. γέλιο, γιατί παρεκκλίνει από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό ή λογικό: ~ός: διάλογος. ~ή: εικόνα/ιστορία/κατάσταση/υπόθεση. ~ό: περιστατικό/συμβάν/φαινόμενο. ~ές: παρεξηγήσεις/συνθήκες. ~ά: επεισόδια/λάθη. Πβ. αλλόκοτος, κωμικοτραγικός. ● επίρρ.: τραγελαφικά | |
| 51228 | τραγέλαφος | τρα-γέ-λα-φος ουσ. (αρσ.) 1. οτιδήποτε θεωρείται παράξενο, αλλόκοτο και αντιφατικό, προκαλώντας συνήθ. κωμικοτραγικές καταστάσεις: πολιτικός ~. Το θέμα/το ζήτημα/η υπόθεση εξελίσσεται/κατέληξε σε ~ο. Πβ. φαρσοκωμωδία. 2. ΜΥΘ. φανταστικό ζώο που είχε σώμα τράγου και ελαφιού. [< 2: αρχ. τραγέλαφος] | |
| 51229 | τραγί | τρα-γί ουσ. (ουδ.) & τραΐ (λαϊκό): νεαρός συνήθ. τράγος. [< υποκ. του τράγος] | |
| 51230 | τραγιάσκα | τρα-γιά-σκα ουσ. (θηλ.): μαλακό επίπεδο καπέλο με γείσο μπροστά: ανδρική/γυναικεία ~. Τουίντ μάλλινη ~. Πβ. κασκέτο. Βλ. ρεπούμπλικα. [< ρουμ. trăïască ‘ζήτω’] | |
| 51231 | τραγικοκωμικός | , ή, ό τρα-γι-κο-κω-μι-κός επίθ.: κωμικοτραγικός. [< γαλλ. tragicomique, αγγλ. tragicomic] | |
| 51232 | τραγικοποιώ | [τραγικοποιῶ] τρα-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τραγικοποι-είς ..., -ώντας | τραγικοποί-ησε, -ήσει, -είται}: υπερβάλλω ως προς τη σοβαρότητα μιας κατάστασης, την παρουσιάζω με πολύ τραγικό τρόπο: Συνηθίζει να ~εί τα πράγματα. Πβ. διεκτραγωδώ. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. δραματοποιώ (2) | |
| 51233 | τραγικός | , ή, ό τρα-γι-κός επίθ. 1. που προκαλεί έντονη λύπη, οίκτο ή έχει συμβεί με θλιβερό ή βίαιο τρόπο: ~ός: θάνατος. ~ή: είδηση/εμπειρία/εξέλιξη/επέτειος/ιστορία/κατάληξη/μέρα/μοναξιά/νύχτα/περίπτωση/σύγκρουση. ~ό: αδιέξοδο/ατύχημα/βίωμα/γεγονός/δίλημμα/κλίμα/ναυάγιο/παρελθόν/συμβάν/τέλος. ~ές: απώλειες/διαπιστώσεις/μαρτυρίες/μνήμες/στιγμές/συνέπειες. Μια ~ή πραγματικότητα. Η ~ή μοίρα των αμάχων. ~ή κατάρρευση κτιρίου. Σε ~ή κατάσταση βρίσκεται ο ... Ζουν σε ~ές συνθήκες. Είναι ~ό να .../το γεγονός ότι ... Ο ~ τόνος της φωνής του. (ΛΟΓΟΤ.) Το ~ό στοιχείο στο έργο του ... Μην υπερβάλλεις, δεν είναι τόσο ~ά τα πράγματα. Πβ. δραματ-, συγκινητ-ικός, τρομ-, φοβ-ερός. Βλ. κωμικο~. 2. (για πρόσ.) που βιώνει μια άσχημη, αξιολύπητη κατάσταση: ~ή: μορφή/φυσιογνωμία. ~ό: πρόσωπο. ~ές φιγούρες οι γονείς του αδικοχαμένου ... 3. που επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες ή συμφορές: ~ή: αποτυχία/ήττα/σύμπτωση. ~ό: λάθος. Υπήρξαν ~ές καθυστερήσεις. 4. άθλιος ή αξιοθρήνητος: Η ομάδα είχε χτες μια ~ή εμφάνιση. Περνάει μία ~ή περίοδο όσον αφορά τα οικονομικά. 5. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην τραγωδία: ~ός: ηθοποιός/ήρωας/λόγος/μύθος/ρόλος/χορός. ~ή: ποίηση/τέχνη. ~ό: είδος. ΑΝΤ. κωμικός (1) ● Ουσ.: τραγικό (το): η τραγικότητα: το ~ της ανθρώπινης μοίρας. Το ~ στην ιστορία/στην υπόθεση/του πράγματος είναι ότι ... ● επίρρ.: τραγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τραγικός ποιητής & τραγικός: ΦΙΛΟΛ. που έγραψε τραγωδίες: αρχαίοι ~οί. Οι τρεις μεγάλοι ~οί του 5ου π.Χ. αι., ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. ΣΥΝ. τραγωδός (1), τραγική ειρωνεία βλ. ειρωνεία [< 5: αρχ. τραγικός 1-4: γαλλ. tragique, αγγλ. tragic] | |
| 51234 | τραγικότητα | τρα-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τραγικού, κατάσταση που έχει στοιχεία τραγωδίας: η ~ της ανθρώπινης ύπαρξης/του έργου/του θανάτου/της μοίρας/του πολέμου/της υπόθεσης. Αίσθηση/συνείδηση της ~ας. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. τραγικό | |
| 51235 | τραγικωμωδία | τρα-γι-κω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.) & τραγικοκωμωδία 1. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό έργο που κινείται ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία, συνήθ. με έντονο το τραγικό στοιχείο στην εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά ευχάριστη έκβαση. Πβ. κωμικοτραγωδία. 2. (μτφ.) κατάσταση που διακρίνεται από τραγικά και κωμικά στοιχεία μαζί: ανθρώπινη/καθημερινή/πολιτική ~. [< γαλλ. tragicomédie, αγγλ. tragi-comedy] | |
| 51236 | τραγίλα | τρα-γί-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. η άσχημη μυρωδιά του τράγου, ιδ. κατά την αναπαραγωγική περίοδο. ΣΥΝ. βαρβατίλα (2) 2. (μτφ.) δυσάρεστη οσμή ανδρικού σώματος. Βλ. -ίλα. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ