| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51222 | τραγάνισμα | τρα-γά-νι-σμα ουσ. (ουδ.): μασούλημα τροφής που είναι συνήθ. σκληρή και τραγανή: τσιπς, ξηροί καρποί και άλλα είδη για ~. Πβ. κριτσάνισμα. | |
| 51224 | τραγανός | , ή, ό τρα-γα-νός επίθ. 1. (για φαγώσιμο) τραγανιστός: ~ή: κόρα. ~ό: κουλούρι/παξιμάδι/παστέλι/ψωμί (= ξεροψημένο). ~οί: λουκουμάδες. ~ές: κροκέτες/πατάτες (= κριτσανιστές). ~ά: μπισκότα/τσιπς. 2. σχετικά σκληρός, σφιχτός: ~ά: αμύγδαλα/κεράσια/μήλα/σταφύλια. Λαχανικά ~ά και φρέσκα. Πβ. κρουστός. [< μτγν. τραγανός ‘φαγώσιμος, χόνδρινος’] | |
| 51225 | τραγανότητα | τρα-γα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του τραγανού. | |
| 51226 | τράγειος | , α, ο βλ. τράγιος | |
| 51227 | τραγελαφικός | , ή, ό τρα-γε-λα-φι-κός επίθ.: που προκαλεί κυρ. γέλιο, γιατί παρεκκλίνει από ό,τι θεωρείται φυσιολογικό ή λογικό: ~ός: διάλογος. ~ή: εικόνα/ιστορία/κατάσταση/υπόθεση. ~ό: περιστατικό/συμβάν/φαινόμενο. ~ές: παρεξηγήσεις/συνθήκες. ~ά: επεισόδια/λάθη. Πβ. αλλόκοτος, κωμικοτραγικός. ● επίρρ.: τραγελαφικά | |
| 51228 | τραγέλαφος | τρα-γέ-λα-φος ουσ. (αρσ.) 1. οτιδήποτε θεωρείται παράξενο, αλλόκοτο και αντιφατικό, προκαλώντας συνήθ. κωμικοτραγικές καταστάσεις: πολιτικός ~. Το θέμα/το ζήτημα/η υπόθεση εξελίσσεται/κατέληξε σε ~ο. Πβ. φαρσοκωμωδία. 2. ΜΥΘ. φανταστικό ζώο που είχε σώμα τράγου και ελαφιού. [< 2: αρχ. τραγέλαφος] | |
| 51229 | τραγί | τρα-γί ουσ. (ουδ.) & τραΐ (λαϊκό): νεαρός συνήθ. τράγος. [< υποκ. του τράγος] | |
| 51230 | τραγιάσκα | τρα-γιά-σκα ουσ. (θηλ.): μαλακό επίπεδο καπέλο με γείσο μπροστά: ανδρική/γυναικεία ~. Τουίντ μάλλινη ~. Πβ. κασκέτο. Βλ. ρεπούμπλικα. [< ρουμ. trăïască ‘ζήτω’] | |
| 51231 | τραγικοκωμικός | , ή, ό τρα-γι-κο-κω-μι-κός επίθ.: κωμικοτραγικός. [< γαλλ. tragicomique, αγγλ. tragicomic] | |
| 51232 | τραγικοποιώ | [τραγικοποιῶ] τρα-γι-κο-ποι-ώ ρ. (μτβ.) {τραγικοποι-είς ..., -ώντας | τραγικοποί-ησε, -ήσει, -είται}: υπερβάλλω ως προς τη σοβαρότητα μιας κατάστασης, την παρουσιάζω με πολύ τραγικό τρόπο: Συνηθίζει να ~εί τα πράγματα. Πβ. διεκτραγωδώ. Βλ. -ποιώ. ΣΥΝ. δραματοποιώ (2) | |
| 51233 | τραγικός | , ή, ό τρα-γι-κός επίθ. 1. που προκαλεί έντονη λύπη, οίκτο ή έχει συμβεί με θλιβερό ή βίαιο τρόπο: ~ός: θάνατος. ~ή: είδηση/εμπειρία/εξέλιξη/επέτειος/ιστορία/κατάληξη/μέρα/μοναξιά/νύχτα/περίπτωση/σύγκρουση. ~ό: αδιέξοδο/ατύχημα/βίωμα/γεγονός/δίλημμα/κλίμα/ναυάγιο/παρελθόν/συμβάν/τέλος. ~ές: απώλειες/διαπιστώσεις/μαρτυρίες/μνήμες/στιγμές/συνέπειες. Μια ~ή πραγματικότητα. Η ~ή μοίρα των αμάχων. ~ή κατάρρευση κτιρίου. Σε ~ή κατάσταση βρίσκεται ο ... Ζουν σε ~ές συνθήκες. Είναι ~ό να .../το γεγονός ότι ... Ο ~ τόνος της φωνής του. (ΛΟΓΟΤ.) Το ~ό στοιχείο στο έργο του ... Μην υπερβάλλεις, δεν είναι τόσο ~ά τα πράγματα. Πβ. δραματ-, συγκινητ-ικός, τρομ-, φοβ-ερός. Βλ. κωμικο~. 2. (για πρόσ.) που βιώνει μια άσχημη, αξιολύπητη κατάσταση: ~ή: μορφή/φυσιογνωμία. ~ό: πρόσωπο. ~ές φιγούρες οι γονείς του αδικοχαμένου ... 3. που επιφέρει δυσάρεστες συνέπειες ή συμφορές: ~ή: αποτυχία/ήττα/σύμπτωση. ~ό: λάθος. Υπήρξαν ~ές καθυστερήσεις. 4. άθλιος ή αξιοθρήνητος: Η ομάδα είχε χτες μια ~ή εμφάνιση. Περνάει μία ~ή περίοδο όσον αφορά τα οικονομικά. 5. ΦΙΛΟΛ. που αναφέρεται στην τραγωδία: ~ός: ηθοποιός/ήρωας/λόγος/μύθος/ρόλος/χορός. ~ή: ποίηση/τέχνη. ~ό: είδος. ΑΝΤ. κωμικός (1) ● Ουσ.: τραγικό (το): η τραγικότητα: το ~ της ανθρώπινης μοίρας. Το ~ στην ιστορία/στην υπόθεση/του πράγματος είναι ότι ... ● επίρρ.: τραγικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: τραγικός ποιητής & τραγικός: ΦΙΛΟΛ. που έγραψε τραγωδίες: αρχαίοι ~οί. Οι τρεις μεγάλοι ~οί του 5ου π.Χ. αι., ο Αισχύλος, ο Σοφοκλής και ο Ευριπίδης. ΣΥΝ. τραγωδός (1), τραγική ειρωνεία βλ. ειρωνεία [< 5: αρχ. τραγικός 1-4: γαλλ. tragique, αγγλ. tragic] | |
| 51234 | τραγικότητα | τρα-γι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τραγικού, κατάσταση που έχει στοιχεία τραγωδίας: η ~ της ανθρώπινης ύπαρξης/του έργου/του θανάτου/της μοίρας/του πολέμου/της υπόθεσης. Αίσθηση/συνείδηση της ~ας. Βλ. -ότητα. ΣΥΝ. τραγικό | |
| 51235 | τραγικωμωδία | τρα-γι-κω-μω-δί-α ουσ. (θηλ.) & τραγικοκωμωδία 1. ΘΕΑΤΡ. θεατρικό έργο που κινείται ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία, συνήθ. με έντονο το τραγικό στοιχείο στην εξέλιξη της υπόθεσης, αλλά ευχάριστη έκβαση. Πβ. κωμικοτραγωδία. 2. (μτφ.) κατάσταση που διακρίνεται από τραγικά και κωμικά στοιχεία μαζί: ανθρώπινη/καθημερινή/πολιτική ~. [< γαλλ. tragicomédie, αγγλ. tragi-comedy] | |
| 51236 | τραγίλα | τρα-γί-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. η άσχημη μυρωδιά του τράγου, ιδ. κατά την αναπαραγωγική περίοδο. ΣΥΝ. βαρβατίλα (2) 2. (μτφ.) δυσάρεστη οσμή ανδρικού σώματος. Βλ. -ίλα. | |
| 51237 | τράγιος | , α, ο τρά-γιος (λόγ.) τρά-γι-ος επίθ. (λαϊκό) & (λόγ.) τράγειος: τραγίσιος: ~α: κάπα (: από δέρμα τράγου). ~ο: κρέας. ● ΦΡ.: το κέρατό μου το τράγιο (υβριστ.): πανάθεμά με, ανάθεμα: ~ ~, τώρα βρήκα να αρρωστήσω; [< μεσν. τράγιος] | |
| 51238 | τραγίσιος | , ια, ιο τρα-γί-σιος επίθ. (λαϊκό): που αναφέρεται στον τράγο ή προέρχεται από αυτόν. Βλ. -ίσιος. ΣΥΝ. τράγιος | |
| 51239 | τραγογένης | τρα-γο-γέ-νης ουσ. (αρσ.): για άνδρα που έχει μακρύ γένι, παρόμοιο με τράγου. [< μεσν. τραγογένης] | |
| 51240 | τραγόμορφος | , η, ο τρα-γό-μορ-φος επίθ.: του οποίου η μορφή θυμίζει τράγο. Βλ. -μορφος. | |
| 51241 | τραγοπόδαρος | , η, ο τρα-γο-πό-δα-ρος επίθ. & τραγοπόδης (προφ.) 1. (κυρ. για τον Πάνα ή τον Σατανά) που έχει πόδια όμοια με του τράγου. 2. (μτφ.-μειωτ.) γρουσούζης, γκαντέμης: Βρε με τον ~ο που έχω μπλέξει! ΣΥΝ. κατσικοπόδαρος ● Ουσ.: τραγοπόδαρα (τα): πόδια τράγου ή παρόμοια με αυτά: τριχωτά στοιχειά του δάσους, με κέρατα και ~. | |
| 51242 | τράγος | τρά-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. (προφ.) το αρσενικό της κατσίκας, που έχει μακριά κέρατα και χαρακτηριστικό γένι. 2. ΑΝΑΤ. τριγωνική προεξοχή από χόνδρο και δέρμα που σχηματίζεται μπροστά από τον έξω ακουστικό πόρο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδιοπομπαίος τράγος βλ. αποδιοπομπαίος [< αρχ. τράγος ‘αρσενική γίδα, τμήμα του αυτιού’ 2: αγγλ.-γαλλ. tragus] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ