Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51740-51760]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51237τράγιος, α, ο τρά-γιος (λόγ.) τρά-γι-ος επίθ. (λαϊκό) & (λόγ.) τράγειος: τραγίσιος: ~α: κάπα (: από δέρμα τράγου). ~ο: κρέας. ● ΦΡ.: το κέρατό μου το τράγιο (υβριστ.): πανάθεμά με, ανάθεμα: ~ ~, τώρα βρήκα να αρρωστήσω; [< μεσν. τράγιος]
51238τραγίσιος, ια, ιο τρα-γί-σιος επίθ. (λαϊκό): που αναφέρεται στον τράγο ή προέρχεται από αυτόν. Βλ. -ίσιος. ΣΥΝ. τράγιος
51239τραγογένηςτρα-γο-γέ-νης ουσ. (αρσ.): για άνδρα που έχει μακρύ γένι, παρόμοιο με τράγου. [< μεσν. τραγογένης]
51240τραγόμορφος, η, ο τρα-γό-μορ-φος επίθ.: του οποίου η μορφή θυμίζει τράγο. Βλ. -μορφος.
51241τραγοπόδαρος, η, ο τρα-γο-πό-δα-ρος επίθ. & τραγοπόδης (προφ.) 1. (κυρ. για τον Πάνα ή τον Σατανά) που έχει πόδια όμοια με του τράγου. 2. (μτφ.-μειωτ.) γρουσούζης, γκαντέμης: Βρε με τον ~ο που έχω μπλέξει! ΣΥΝ. κατσικοπόδαρος ● Ουσ.: τραγοπόδαρα (τα): πόδια τράγου ή παρόμοια με αυτά: τριχωτά στοιχειά του δάσους, με κέρατα και ~.
51242τράγοςτρά-γος ουσ. (αρσ.) 1. ΖΩΟΛ. (προφ.) το αρσενικό της κατσίκας, που έχει μακριά κέρατα και χαρακτηριστικό γένι. 2. ΑΝΑΤ. τριγωνική προεξοχή από χόνδρο και δέρμα που σχηματίζεται μπροστά από τον έξω ακουστικό πόρο. ● ΣΥΜΠΛ.: αποδιοπομπαίος τράγος βλ. αποδιοπομπαίος [< αρχ. τράγος ‘αρσενική γίδα, τμήμα του αυτιού’ 2: αγγλ.-γαλλ. tragus]
51243τραγουδάωβλ. τραγουδώ
51244τραγούδηματρα-γού-δη-μα ουσ. (ουδ.) & τραγούδισμα: η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραγουδώ: ~ με συνοδεία κιθάρας.|| Λαϊκό/παιδικό/πολυφωνικό ~ (= τραγούδι). Γλυκό ~ πουλιών.
51245τραγούδιτρα-γού-δι ουσ. (ουδ.) {τραγουδ-ιού | -ιών} 1. σύντομη συνήθ. μουσική σύνθεση που αποτελεί μελοποίηση στίχων· γενικότ. κάθε μουσικό κομμάτι που προορίζεται για μία ή περισσότερες φωνές: αποκριάτικο/εμπορικό/εύθυμο/μελαγχολικό/ποιοτικό/πολιτικό/σατιρικό/χριστουγεννιάτικο ~. Ένα ερωτικό/ποπ/ραπ/ροκ/τζαζ ~. Είδος/εκτέλεση/ερμηνεία/κουπλέ/ρεσιτάλ/ρεφρέν/στίχοι ~ιού. Διαγωνισμός/φεστιβάλ ~ιού. Το βιντεοκλίπ/τα δικαιώματα/η ενορχήστρωση/τα λόγια/η μελωδία/ο ρυθμός/ο σκοπός/οι στροφές του ~ιού. Ακυκλοφόρητα/ανάλαφρα/αντάρτικα/ευχετικά/θρησκευτικά/παιδικά/παραδοσιακά/πατριωτικά/πιασάρικα/ρεμπέτικα ~ια. ~ια διαμαρτυρίας/διαφημίσεων (πβ. τζινγκλ). Το ~ των τίτλων μιας ταινίας/τηλεοπτικής σειράς (βλ. σάουντρακ). Ακούω/γράφω/διασκευάζω/ηχογραφώ/λέω/τραγουδώ ένα ~. Έβγαλε καινούργια ~ια (= νέο σιντί). Ο δίσκος περιέχει/περιλαμβάνει δέκα ~ια. Στη συναυλία θα ερμηνεύσουν/παρουσιάσουν παλιά και νέα ~ια τους. Πβ. άσμα. Βλ. καντάδα, μπαλάντα, νανούρισμα, σκυλοτράγουδο, σουξέ, χιτ, ωδή. 2. (περιληπτ.) σύνολο τραγουδιών με κοινά στοιχεία και το αντίστοιχο μουσικό είδος: το ελληνικό/κλασικό/μοντέρνο/ξένο/πολυφωνικό/σύγχρονο/χορωδιακό ~. Διδάσκει θεατρικό ~. Το ~ της δεκαετίας του '60/'90. Το ~ του χθες και το ~ του σήμερα. 3. (κατ' επέκτ.-συνήθ. λογοτ.) διακριτικός ή χαρακτηριστικός φυσικός ήχος που έχει μελωδικότητα, μουσικότητα, ρυθμό: το ~ του αέρα/της βροχής/του νερού. Tο ~ του γρύλου/των πουλιών (= κελάηδημα). Τα τζιτζίκια άρχισαν το ~ τους. 4. η τέχνη του τραγουδιστή: Έκανε μαθήματα ~ιού στο Ωδείο/με διεθνούς φήμης δασκάλους.|| Από μικρός είχε μεγάλη κλίση στο ~ (= να τραγουδά. Πβ. τραγούδημα). 5. επαγγελματική ενασχόληση με το τραγούδι: βιομηχανία/σταρ του ~ιού. Ασχολείται με το/κάνει καριέρα στο ~. 6. ΛΟΓΟΤ. λυρικό ποίημα ή μπαλάντα. Βλ. πεζοτράγουδο. ● Υποκ.: τραγουδάκι (το) ● Μεγεθ.: τραγουδάρα (η) ● ΣΥΜΠΛ.: δημοτικό τραγούδι βλ. δημοτικός, ελαφρό τραγούδι βλ. ελαφρύς, ελαφρολαϊκό (τραγούδι) βλ. ελαφρολαϊκός, έντεχνο (τραγούδι) βλ. έντεχνος, έντεχνο λαϊκό (τραγούδι) βλ. έντεχνος, λαϊκό τραγούδι βλ. λαϊκός ● ΦΡ.: ... και θα πεις κι ένα τραγούδι (προφ.-εμφατ.): σε περιπτώσεις που κάποιος αναγκάζεται να κάνει κάτι: Θα έρθεις μαζί μας ~ ~! Πβ. θέλοντας ή μη/και μη., πιάνω το/το ρίχνω στο τραγούδι (προφ.): αρχίζω να τραγουδώ: Η παρέα μετά το φαγητό έπιασε το ~. Ξαφνικά παίρνει το μικρόφωνο και το ρίχνει στο ~., τον/την κέρδισε το τραγούδι: ξεκίνησε ασχολούμενος με κάτι άλλο και τώρα κάνει καριέρα ως τραγουδιστής/τραγουδίστρια., όποιος είναι έξω από τον χορό, πολλά τραγούδια λέει/ξέρει βλ. χορός, τραγούδια της τάβλας βλ. τάβλα [< μεσν. τραγούδι]
51246τραγουδιάρης, τραγουδιάρατρα-γου-διά-ρης ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-μειωτ.): ερασιτέχνης μέτριος τραγουδιστής, που τραγουδά συνήθ. σε νυχτερινά κέντρα διασκέδασης. Βλ. σκυλάς.
51247τραγούδισμαβλ. τραγούδημα
51248τραγουδιστής, τραγουδίστριατρα-γου-δι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ή (λόγ.) -ού | -ές (λαϊκό) -άδες | θηλ. τραγουδιστριών}: πρόσωπο που ασχολείται επαγγελματικά με το τραγούδι: διάσημος/επώνυμος/θρυλικός/λαϊκός/λυρικός/ροκ ~. ~ της όπερας/ποπ/τζαζ. ~ και στιχουργός/συνθέτης. O ~ του συγκροτήµατος. ~-είδωλο. ~τρια ελαφρού/κλασικού τραγουδιού. Η δισκογραφική δουλειά ενός ~ή. Πβ. αοιδός, ερμηνευτής. Βλ. βάρδος, σοπράνο, τενόρος, τραγουδοποιός, τροβαδούρος. [< μεσν. τραγουδιστής]
51249τραγουδιστικός, ή, ό τρα-γου-δι-στι-κός επίθ.: που έχει σχέση με το τραγούδι ή τον τραγουδιστή: ~ή: επιτυχία/καριέρα/παράδοση. ~ό: ντεμπούτο/ρεπερτόριο/ταλέντο/ύφος. ~ές: ικανότητες. ● επίρρ.: τραγουδιστικά
51250τραγουδιστός, ή, ό τρα-γου-δι-στός επίθ. 1. που τραγουδιέται: ~ός: διάλογος/χορός. ~ή: απαγγελία. 2. (μτφ.) που μοιάζει με τραγούδι, κυρ. στο άκουσμά του: ~ός: ήχος/τόνος/τρόπος ομιλίας. ~ή: γλώσσα. Έχει ~ή προφορά/φωνή. ΣΥΝ. μελωδικός (2) ● επίρρ.: τραγουδιστά
51251τραγουδοποιητικός, ή, ό τρα-γου-δο-ποι-η-τι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον τραγουδοποιό ή την τραγουδοποιία: ~ή: ικανότητα/παράδοση. Βλ. -ποιητικός.
51252τραγουδοποιίατρα-γου-δο-ποι-ί-α ουσ. (θηλ.) (λόγ.): σύνθεση τραγουδιού και συχνά η ερμηνεία του από έναν καλλιτέχνη: εγχώρια/ροκ/σύγχρονη ~. Καριέρα στην ποπ ~. Βλ. -ποιία.
51253τραγουδοποιόςτρα-γου-δο-ποι-ός ουσ. (αρσ. + θηλ.): πρόσωπο που γράφει τη μουσική και τους στίχους τραγουδιών και συνήθ. τα ερμηνεύει ο ίδιος: δημοφιλής/ταλαντούχος ~. Λαϊκοί/σύγχρονοι ~οί. Βλ. -ποιός.
51254τραγουδώ[τραγουδῶ] τρα-γου-δώ ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τραγουδ-άς ..., -ώντας | τραγούδ-ησα, -ήσει, -ιέται, -ήθηκε, -ηθεί, -ισμένος} & τραγουδάω 1. σχηματίζω με τη φωνή μελωδικούς ήχους, αρθρώνω λέξεις σε μουσικούς τόνους, λέω ή ερμηνεύω ένα τραγούδι, συνήθ. κατόπιν εξάσκησης: ~ δυνατά/με πάθος/παράφωνα/πλέι μπακ/φάλτσα. ~ δημοτικά/παραδοσιακά/ρεμπέτικα τραγούδια. ~άει με συνοδεία ορχήστρας/σόλο/σε χορωδία. ~ούσε σιγά τον σκοπό (πβ. σιγο~). Χόρευαν και ~ούσαν μέχρι αργά το βράδυ. ~ησαν (= έψαλαν) τον εθνικό ύμνο. Κομμάτια ~ισμένα από σπουδαίους ερμηνευτές.|| ~ησε στο εξωτερικό για την ομογένεια/για έναν χρόνο με το συγκρότημα .../για τον κινηματογράφο. H σταρ θα ~ήσει ζωντανά στους θαυμαστές της τις μεγάλες επιτυχίες της. 2. εργάζομαι ως τραγουδιστής, ασχολούμαι επαγγελματικά με το τραγούδι: ~άει σε νυχτερινό κέντρο. 3. αναφέρομαι σε ένα συγκεκριμένο θέμα με τους στίχους που γράφω ή ερμηνεύω, εξυμνώ κάποιον ή κάτι: Ο ποιητής στο έργο του ~ησε τους αγώνες του ελληνικού λαού/τη θάλασσα/τις ομορφιές του τόπου του/τη φύση.|| Η φωνή του ... ~ησε τον καημό του απλού ανθρώπου. Βλ. υμνολογώ. 4. {στο γ' πρόσ.} (για πουλιά και ορισμένα έντομα) κελαηδά: Τα αηδόνια ~ούσαν απαλά/γλυκά στις ρεματιές. Πβ. λαλεί. [< μεσν. τραγουδώ < αρχ. τραγῳδῶ ‘παίζω σε τραγωδία, διεκτραγωδώ’]
51255τραγωδία[τραγῳδία] τρα-γω-δί-α ουσ. (θηλ.) {τραγωδι-ών} 1. ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαία Ελλάδα και Ρώμη) είδος της δραματικής ποίησης με μυθολογικά ή ιστορικά θέματα, μουσικά και χορικά στοιχεία, στο οποίο οι πρωταγωνιστές βιώνουν δύσκολες καταστάσεις που προκαλούν τη συμπόνια και τον φόβο των θεατών: οι σωζόμενες αρχαίες ελληνικές ~ες. Διδασκαλία/μεταφράσεις/παραστάσεις ~ών. Βλ. διθύραμβος, κωμωδία, σατυρικό δράμα.|| (συνεκδ.) Οι ~ες (= τα δραματικά έργα) του Aισχύλου/του Σοφοκλή/του Eυριπίδη (βλ. τριλογία).|| ~ του Σενέκα. 2. ΘΕΑΤΡ. (στη νεότερη Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη) έμμετρο θεατρικό έργο που αναφέρεται σε θλιβερά γεγονότα και έχει δυσάρεστο τέλος, με την πτώση συνήθ. του βασικού ήρωα. 3. (μτφ.) εξαιρετικά δυσάρεστο γεγονός που προξενεί καταστροφή, μεγάλο πόνο και θλίψη: αεροπορική (: πτώση αεροσκάφους)/ανθρώπινη/ερωτική (: έγκλημα πάθους)/θαλάσσια ή ναυτική (= ναυάγιο)/οδυνηρή/οικογενειακή/πολιτική/συγκλονιστική ~. ~ με το φονικό τσουνάμι/σε ανθρακωρυχείο. Τα πρόσωπα/οι πρωταγωνιστές μιας ~ας. ~ες προσφύγων. Η ιστορία επαναλαμβάνεται ως ~. Πβ. συμφορά. ΣΥΝ. δράμα (3) [< 1: αρχ. τραγῳδία 2,3: γαλλ. tragédie, αγγλ. tragedy]
51256τραγωδός[τραγῳδός] τρα-γω-δός ουσ. (αρσ. + θηλ.) 1. ΦΙΛΟΛ. {μόνο στο αρσ.} πρόσωπο που συνέθετε τραγωδίες. Βλ. κωμωδός. ΣΥΝ. τραγικός ποιητής 2. {κυρ. στο θηλ.} ηθοποιός που υποδύεται κυρ. ρόλους σε τραγωδίες στην καλλιτεχνική της/του πορεία και διαπρέπει σε αυτό το είδος: λυρική ~. ~ παγκόσμιου βεληνεκούς. [< 1: αρχ. τραγῳδός 2: γαλλ. tragédien , αγγλ. tragedian]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.