| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51257 | τραΐ | βλ. τραγί | |
| 51258 | τράιφλ | τρά-ιφλ ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. αγγλικό γλυκό με παντεσπάνι αρωματισμένο με λικέρ ή κρασί, κρέμα σαντιγί και συνήθ. φρούτα. [< αγγλ. trifle] | |
| 51259 | τρακ1 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): άγχος ή φόβος που νιώθει κάποιος, προτού εμφανιστεί μπροστά σε κοινό, πριν από εξετάσεις ή γενικότ. μια δοκιμασία: Έχω μεγάλο ~. Το ~ του πρωτάρη. Τρέμουν τα πόδια της από το ~. [< γαλλ. trac] | |
| 51260 | τρακ2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μεμονωμένο τραγούδι ή μουσικό κομμάτι από δίσκο, σιντί ή κασέτα: δυνατό ~. Βλ. σάουντρακ. [< αγγλ. track, 1904] | |
| 51261 | τράκα1 | τρά-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. εξασφάλιση μικροπραγμάτων, συνήθ. τσιγάρων, από άλλους χωρίς πληρωμή ή δανεισμός μικροποσών χωρίς επιστροφή: Κάνει συνέχεια ~ες. ΣΥΝ. αμάκα 2. (αργκό) τρακάρισμα. | |
| 51262 | τράκα2 | βλ. στράκα | |
| 51263 | τρακαδόρος | τρα-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που κάνει συστηματικά τράκα. Βλ. -αδόρος. | |
| 51264 | τρακάρισμα1 | τρα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {τρακαρίσμ-ατος | -ατα} (προφ.): σύγκρουση συνήθ. τροχοφόρων: γερό/ελαφρύ/μοιραίο/σοβαρό ~. ~ με μοτοσικλέτα/με νταλίκα. Άνοιγμα αερόσακου λόγω ~ατος. Σώθηκε από ~. Οδική ασφάλεια σε περίπτωση ~ατος. Πβ. στουκάρισμα. ΣΥΝ. τράκα1 (2), τράκο (1) | |
| 51265 | τρακάρισμα2 | τρα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτός που έχει τρακ. | |
| 7658 | Τρακαρισμένος | , η, ο [ἀτρακάριστος] α-τρα-κά-ρι-στος επίθ.: (για όχημα) που δεν έχει συγκρουστεί: Πωλείται αυτοκίνητο ..., ~ο και αγρατζούνιστο.|| (προφ., ως ευχή) Καλοτάξιδο και ~ο! ΑΝΤ. τρακαρισμένος1 | |
| 51266 | τρακαρισμένος1 | , η, ο τρα-κα-ρι-σμέ-νος επίθ.: (κυρ. για όχημα) που έχει υποστεί τρακάρισμα: ~η: μηχανή/πόρτα αυτοκινήτου. ~ο: αμάξι. | |
| 51267 | τρακαρισμένος2 | , η, ο τρα-κα-ρι-σμέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που νιώθει τρακ: ~ος: μαθητής/παίκτης. Εμφανίστηκε ~η στο ραντεβού/στη σκηνή/στη συνέντευξη. | |
| 51268 | τρακάρω | τρα-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τράκαρ-α κ. τρακάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} & (λαϊκό) τρακέρνω 1. προκαλώ σύγκρουση με το όχημά μου ή χτυπώ, συγκρούομαι: ~ με νταλίκα. Με ~ε ένας στο πλάι. Με έχουν ~ει στο φτερό (ενν. του αυτοκινήτου). ~ε το μηχανάκι του σε δέντρο/κολόνα. Πβ. στουκάρω.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Το παιδί ~ει συνέχεια στα έπιπλα (= πέφτει πάνω τους). Πβ. σκοντάφτω. 2. (προφ.) συναντώ τυχαία κάποιον: Την ~α στο δρόμο τις προάλλες. Τρακαριστήκαμε στο πάρκο με τον ... (: ήρθαμε μούρη με μούρη). [< ιταλ. attraccare] | |
| 51269 | τρακατρούκα | βλ. στρακαστρούκα | |
| 51270 | τράκο | τρά-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. τρακάρισμα. 2. οτιδήποτε προκαλεί αναταραχή, αναστάτωση, ζημιά: μεγάλο ~ για την οικονομία. Συνήλθε από το ~ της εξεταστικής. Πβ. κάζο, νίλα, στραπάτσο. ΣΥΝ. πάθημα ● ΦΡ.: παθαίνω/τρώω (μεγάλο/χοντρό) τράκο (αργκό): περνώ μεγάλη δοκιμασία, αναστατώνομαι: Έπαθε/έφαγε ~ ~ μετά τον χωρισμό τους (= έπεσε πολύ ψυχολογικά). Έχει πάθει ~ από το κλείσιμο του μαγαζιού (: ζημιώθηκε οικονομικά). ΣΥΝ. παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο | |
| 51271 | τρακοσάρα | τρα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ποσό τριακοσίων συνήθ. ή τριακοσίων χιλιάδων ευρώ: Η επισκευή θα στοιχίσει καμιά ~. 2. μηχανή τριακοσίων κυβικών. | |
| 51272 | τρακοσάρι | τρα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σύνολο τριακοσίων μονάδων, συνήθ. νομισματικών: Ο λογαριασμός ήρθε ένα ~ ευρώ. Πβ. τρακοσάρα. | |
| 51273 | τρακοσαριά & τριακοσαριά | τρα-κο-σα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: καμιά/μια τρακοσαριά: για σύνολο (περίπου) τριακοσίων ατόμων ή γενικότ. μονάδων: ~ ~ άνθρωποι. Μέσα στο γήπεδο πρέπει να ήταν ~ ~ οπαδοί.|| ~ ~ λέξεις/σελίδες. Βρέθηκα ~ ~ μέτρα πριν από τον σιδηροδρομικό σταθμό. | |
| 51274 | τρακόσιοι | & τρακόσοι & τριακόσοι βλ. τριακόσιοι | |
| 51275 | τρακτέρ | τρα-κτέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. όχημα με μεγάλους τροχούς που διευκολύνουν την κίνηση σε αγρούς για τη ρυμούλκηση κυλιόμενων μηχανών ή κυρ. αγροτικών εργαλείων και μηχανημάτων: γεωργικό/μικρό/χλοοκοπτικό ~. ~ κήπου. ~ με ερπύστριες/φρέζα. Πβ. ελκυστήρας. ● Υποκ.: τρακτεράκι (το) [< γαλλ. tracteur] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ