Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51760-51780]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51257τραΐβλ. τραγί
51258τράιφλτρά-ιφλ ουσ. (ουδ.): ΖΑΧΑΡ. αγγλικό γλυκό με παντεσπάνι αρωματισμένο με λικέρ ή κρασί, κρέμα σαντιγί και συνήθ. φρούτα. [< αγγλ. trifle]
51259τρακ1ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (προφ.): άγχος ή φόβος που νιώθει κάποιος, προτού εμφανιστεί μπροστά σε κοινό, πριν από εξετάσεις ή γενικότ. μια δοκιμασία: Έχω μεγάλο ~. Το ~ του πρωτάρη. Τρέμουν τα πόδια της από το ~. [< γαλλ. trac]
51260τρακ2ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: μεμονωμένο τραγούδι ή μουσικό κομμάτι από δίσκο, σιντί ή κασέτα: δυνατό ~. Βλ. σάουντρακ. [< αγγλ. track, 1904]
51261τράκα1τρά-κα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. εξασφάλιση μικροπραγμάτων, συνήθ. τσιγάρων, από άλλους χωρίς πληρωμή ή δανεισμός μικροποσών χωρίς επιστροφή: Κάνει συνέχεια ~ες. ΣΥΝ. αμάκα 2. (αργκό) τρακάρισμα.
51262τράκα2βλ. στράκα
51263τρακαδόροςτρα-κα-δό-ρος ουσ. (αρσ.) (λαϊκό): αυτός που κάνει συστηματικά τράκα. Βλ. -αδόρος.
51264τρακάρισμα1τρα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) {τρακαρίσμ-ατος | -ατα} (προφ.): σύγκρουση συνήθ. τροχοφόρων: γερό/ελαφρύ/μοιραίο/σοβαρό ~. ~ με μοτοσικλέτα/με νταλίκα. Άνοιγμα αερόσακου λόγω ~ατος. Σώθηκε από ~. Οδική ασφάλεια σε περίπτωση ~ατος. Πβ. στουκάρισμα. ΣΥΝ. τράκα1 (2), τράκο (1)
51265τρακάρισμα2τρα-κά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η κατάσταση στην οποία βρίσκεται αυτός που έχει τρακ.
7658Τρακαρισμένος

, η, ο [ἀτρακάριστος] α-τρα-κά-ρι-στος επίθ.: (για όχημα) που δεν έχει συγκρουστεί: Πωλείται αυτοκίνητο ..., ~ο και αγρατζούνιστο.|| (προφ., ως ευχή) Καλοτάξιδο και ~ο! ΑΝΤ. τρακαρισμένος1

51266τρακαρισμένος1, η, ο τρα-κα-ρι-σμέ-νος επίθ.: (κυρ. για όχημα) που έχει υποστεί τρακάρισμα: ~η: μηχανή/πόρτα αυτοκινήτου. ~ο: αμάξι.
51267τρακαρισμένος2, η, ο τρα-κα-ρι-σμέ-νος επίθ.: (για πρόσ.) που νιώθει τρακ: ~ος: μαθητής/παίκτης. Εμφανίστηκε ~η στο ραντεβού/στη σκηνή/στη συνέντευξη.
51268τρακάρωτρα-κά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τράκαρ-α κ. τρακάρ-ισα, -οντας, -ισμένος} & (λαϊκό) τρακέρνω 1. προκαλώ σύγκρουση με το όχημά μου ή χτυπώ, συγκρούομαι: ~ με νταλίκα. Με ~ε ένας στο πλάι. Με έχουν ~ει στο φτερό (ενν. του αυτοκινήτου). ~ε το μηχανάκι του σε δέντρο/κολόνα. Πβ. στουκάρω.|| (κατ' επέκτ.-προφ.) Το παιδί ~ει συνέχεια στα έπιπλα (= πέφτει πάνω τους). Πβ. σκοντάφτω. 2. (προφ.) συναντώ τυχαία κάποιον: Την ~α στο δρόμο τις προάλλες. Τρακαριστήκαμε στο πάρκο με τον ... (: ήρθαμε μούρη με μούρη). [< ιταλ. attraccare]
51269τρακατρούκαβλ. στρακαστρούκα
51270τράκοτρά-κο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό) 1. τρακάρισμα. 2. οτιδήποτε προκαλεί αναταραχή, αναστάτωση, ζημιά: μεγάλο ~ για την οικονομία. Συνήλθε από το ~ της εξεταστικής. Πβ. κάζο, νίλα, στραπάτσο. ΣΥΝ. πάθημα ● ΦΡ.: παθαίνω/τρώω (μεγάλο/χοντρό) τράκο (αργκό): περνώ μεγάλη δοκιμασία, αναστατώνομαι: Έπαθε/έφαγε ~ ~ μετά τον χωρισμό τους (= έπεσε πολύ ψυχολογικά). Έχει πάθει ~ από το κλείσιμο του μαγαζιού (: ζημιώθηκε οικονομικά). ΣΥΝ. παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο
51271τρακοσάρατρα-κο-σά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.) 1. ποσό τριακοσίων συνήθ. ή τριακοσίων χιλιάδων ευρώ: Η επισκευή θα στοιχίσει καμιά ~. 2. μηχανή τριακοσίων κυβικών.
51272τρακοσάριτρα-κο-σά-ρι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): σύνολο τριακοσίων μονάδων, συνήθ. νομισματικών: Ο λογαριασμός ήρθε ένα ~ ευρώ. Πβ. τρακοσάρα.
51273τρακοσαριά & τριακοσαριάτρα-κο-σα-ριά ουσ. (θηλ.) (προφ.): κυρ. στη ● ΦΡ.: καμιά/μια τρακοσαριά: για σύνολο (περίπου) τριακοσίων ατόμων ή γενικότ. μονάδων: ~ ~ άνθρωποι. Μέσα στο γήπεδο πρέπει να ήταν ~ ~ οπαδοί.|| ~ ~ λέξεις/σελίδες. Βρέθηκα ~ ~ μέτρα πριν από τον σιδηροδρομικό σταθμό.
51274τρακόσιοι& τρακόσοι & τριακόσοι βλ. τριακόσιοι
51275τρακτέρτρα-κτέρ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. όχημα με μεγάλους τροχούς που διευκολύνουν την κίνηση σε αγρούς για τη ρυμούλκηση κυλιόμενων μηχανών ή κυρ. αγροτικών εργαλείων και μηχανημάτων: γεωργικό/μικρό/χλοοκοπτικό ~. ~ κήπου. ~ με ερπύστριες/φρέζα. Πβ. ελκυστήρας. ● Υποκ.: τρακτεράκι (το) [< γαλλ. tracteur]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.