Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5160-5180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4241ανοχύρωτος, η, ο [ἀνοχύρωτος] α-νο-χύ-ρω-τος επίθ. 1. (μτφ.) ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος: ~η: χώρα (πβ. ξέφραγο αμπέλι). ~οι απέναντι στη βία και την τρομοκρατία. 2. που δεν έχει οχυρωθεί: ~ος: οικισμός. Πβ. ατείχιστος, αφύλακτος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοχύρωτη πόλη: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) εμπόλεμη περιοχή χωρίς στρατιωτικές εγκαταστάσεις που έχει ή μπορεί να κηρυχθεί ανυπεράσπιστη, με σκοπό την προστασία των αμάχων.
4242ανσάμπλ[ἀνσάμπλ] αν-σάμπλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό αγώνισμα της ρυθμικής γυμναστικής, με πέντε αθλήτριες να αγωνίζονται σε δύο προγράμματα (στο πρώτο με ένα όργανο και στο δεύτερο με συνδυασμό δύο οργάνων): η εθνική ομάδα του ~. Βλ. κορδέλα, κορύνα, μπάλα, στεφάνι, σχοινάκι. [< γαλλ. ensemble]
4243άντα[ἄντα] ά-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (χιουμορ.): ηλικία μεταξύ τριάντα και σαράντα εννέα: Είμαι/μπήκα στα πρώτα ~. Πάτησα/πέρασα/πλησιάζω τα δεύτερα ~. Βλ. ήντα. [< κατάλ. -άντα]
4244ανταγωγή[ἀνταγωγή] α-ντα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αγωγή του εναγόμενου εις βάρος του ενάγοντος. [< γερμ. Gegenklage]
4245ανταγωνίζομαι[ἀνταγωνίζομαι] α-ντα-γω-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανταγωνί-στηκα (σπάν.-λόγ. -σθηκα), μτχ. ανταγωνιζ-όμενος} 1. αναμετριέμαι με κάποιον ή κάτι, με σκοπό την τελική επικράτησή μου: ~ονται αθέμιτα/επί ίσοις όροις/μεταξύ τους. ~ονται (με πάθος/σκληρά) για το .../να κυριαρχήσουν στο παγκόσμιο εμπόριο. ~όμενες: επιχειρήσεις. Πβ. αμιλλώμαι, συναγωνίζομαι.|| (ΙΑΤΡ.) Φάρμακο που ~εται τη δράση άλλης ουσίας. 2. {στο γ' πρόσ.} τα καταφέρνω το ίδιο καλά με κάποιον ή κάτι, είμαι ισάξιος: Προϊόν που ~εται (: είναι εφάμιλλο) αποτελεσματικά/επάξια/με επιτυχία τα καλύτερα του είδους του. [< 1: αρχ. ἀνταγωνίζομαι 2: αγγλ. compete]
4246ανταγωνισμός[ἀνταγωνισμός] α-ντα-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. αγώνας επικράτησης μεταξύ ατόμων ή ομάδων με κοινούς στόχους· (κατ' επέκτ., ΟΙΚΟΝ.) προσπάθεια διάφορων παροχέων προϊόντων ή υπηρεσιών να επικρατήσουν έναντι των αντιπάλων τους στον χώρο της αγοράς: αδιάλλακτος/αμείλικτος/έντονος/εξοντωτικός/σκληρός/τρελός/υγιής (= θεμιτός) ~. Κοινωνικός/ταξικός ~. ~ ανάμεσα στους ... (πβ. άμιλλα, συναγωνισμός). Καθεστώς/κλίμα/πεδίο/συνθήκες ~ού. ~οί και αντιζηλίες. Αυξάνεται/ενισχύεται/εντείνεται/οξύνεται ο ~. Επικρατεί ~. Βρίσκεται σε ~ό με ... Πβ. αντιπαλότητα.|| (ΟΙΚΟΝ.) Αποτελεσματικός/οικονομικός/τραπεζικός ~. Ατελής/τέλειος ~. Εγχώριος/διεθνής ~. ~ μεταξύ των επιχειρήσεων/στον κλάδο των τηλεπικοινωνιών. Ανάλυση/δίκαιο/κοινοτική πολιτική ~ού. Η Γενική Διεύθυνση ~ού της Ευρωπαϊκής Ένωσης. 2. ΒΙΟΛ. σύγκρουση οργανισμών για την εκμετάλλευση κοινών φυσικών πόρων που βρίσκονται σε περιορισμένη έκταση (π.χ. τροφή, χώροι αναπαραγωγής ή εγκατάστασης): ~ φυτών. 3. ΠΛΗΡΟΦ. ανεπιθύμητη κατάσταση που δημιουργείται, όταν δύο μονάδες ή συσκευές επιχειρούν να εκτελέσουν συγκεκριμένη εργασία την ίδια χρονική στιγμή. 4. ΒΙΟΧ. παρεμβολή μιας χημικής ουσίας στη φυσιολογική δράση μιας άλλης με παρόμοια δομή: ~ φαρμάκων (: πλήρης ή μερική εξουδετέρωση του ενός από το άλλο). Βλ. συνέργεια, -ισμός. ● ΣΥΜΠΛ.: ελεύθερος ανταγωνισμός & ανοιχτός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. κατά τον οποίο οι τιμές διαμορφώνονται βάσει των νόμων της προσφοράς και της ζήτησης, χωρίς κρατικό παρεμβατισμό: διασφάλιση/το καθεστώς/οι κανόνες/προστασία του ~ου ~ού. ~ ~ στην αγορά ενέργειας. Ελεύθερη οικονομία και ~ ~. Λειτουργεί ο ~ ~., εξοπλιστικός ανταγωνισμός & ανταγωνισμός εξοπλισμών: συναγωνισμός μεταξύ κρατών στο πεδίο του πολεμικού εξοπλισμού: ~ ~ μεταξύ των υπερδυνάμεων. [< αγγλ. arms race] , Επιτροπή Ανταγωνισμού: ανεξάρτητη διοικητική Αρχή, αρμόδια για τον έλεγχο των μονοπωλίων και των ολιγοπωλίων καθώς και για την προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού: Πρόστιμο από την ~ ~ κατά της εταιρείας ... Οι ~ές ~ των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης., μονοπωλιακός ανταγωνισμός: ΟΙΚΟΝ. παραγωγή ελαφρώς διαφοροποιημένων προϊόντων χωρίς μεγάλες διαφορές στις τιμές, με αποτέλεσμα την απουσία ανταγωνισμού, αντιπαλότητας μεταξύ των επιχειρήσεων. [< αγγλ. monopolistic competition, 1933] , αθέμιτος ανταγωνισμός βλ. αθέμιτος, διαειδικός ανταγωνισμός βλ. διαειδικός, ενδοειδικός ανταγωνισμός βλ. ενδοειδικός [< 1,2: μεσν. ανταγωνισμός, γαλλ. compétition, antagonisme 3: αγγλ. contention 4: αγγλ. antagonism]
4247ανταγωνιστής, ανταγωνίστρια[ἀνταγωνιστής] α-ντα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ανταγωνιστ-ών}: αυτός που βρίσκεται σε ανταγωνισμό με κάποιον ή κάτι: (ΟΙΚΟΝ.) ~ές στον τουρισμό. Υπερισχύει/υπολείπεται (έναντι) των ~ών του.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. ~τριες: τράπεζες/χώρες. Πβ. αντίπαλος. Βλ. σύμμαχος, συναγωνιστής.|| (ΒΙΟΧ., για ουσία ή όργανο που ανταγωνίζεται τη δράση άλλου:) ~ές του ασβεστίου/της ντοπαμίνης. (ως επίθ.) ~ές: μύες (π.χ. δικέφαλος και τρικέφαλος βραχιόνιος). [< αρχ. ἀνταγωνιστής, γαλλ. antagoniste, compétiteur, αγγλ. antagonist]
4248ανταγωνιστικός, ή, ό [ἀνταγωνιστικός] α-ντα-γω-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ανταγωνισμό ή/και τους ανταγωνιστές· που τον ευνοεί ή μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις συνθήκες του: ~ός: αθλητισμός/χαρακτήρας (της αναμέτρησης). ~ή: κοινωνία/σχέση. ~ό: πνεύμα. Πάντα ήταν ~ή απέναντι στους άλλους. Δεν μας έδωσε περισσότερες πληροφορίες για λόγους καθαρά ~ούς.|| (συνήθ. στην ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αγορά/βιομηχανία/οικονομία/προσφορά. ~ό: περιβάλλον. ~οί: όροι. ~ές: προτάσεις/συνθήκες/τιμές. ~ά: επιτόκια/πακέτα (υπηρεσιών)/προϊόντα.|| (ΒΙΟΧ.) ~ές: ουσίες (= ανταγωνιστές). Βλ. συναγωνιστικός. ● επίρρ.: ανταγωνιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανταγωνιστικό πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, ανταγωνιστικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός [< μτγν. ἀνταγωνιστικός, γαλλ. antagoniste, antagonique, compétitif, 1954, αγγλ. competitive, antagonistic]
4249ανταγωνιστικότητα[ἀνταγωνιστικότητα] α-ντα-γω-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα του ανταγωνιστικού· ανταγωνισμός: υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ μιας επιχείρησης/της οικονομίας/ενός προϊόντος. Καινοτομία και ~. Δείκτες ~ας. Αυξάνεται/βελτιώνεται/βυθίζεται/διασφαλίζεται/ενισχύεται/υποχωρεί η ~ μιας χώρας. Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ~ας (ακρ. Ε.Π.ΑΝ.). Βλ. άμιλλα, συναγωνισμός, συναγωνιστικότητα, -ότητα. [< αγγλ. competitiveness, γαλλ. compétitivité, 1960]
4250ανταλλαγή[ἀνταλλαγή] α-νταλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανταλλάσσω: ~ δώρων/επισκέψεων/επιστολών/νομισμάτων/οικοπέδων. ~ βαρύτατων κατηγοριών/ευχών/ύβρεων/φιλοφρονήσεων (πβ. ανταπόδοση). Ελεύθερη ~ απόψεων/γνώσεων/εμπειριών/ιδεών. Δυνατότητα/σύστημα ~ής (πληροφοριών). Καθεστώς (εμπορικών) ~ών.|| ~ τεχνολογίας μεταξύ εταιρειών. Πρόγραμμα ~ής μαθητών/φοιτητών μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακαδημαϊκές/πολιτιστικές ~ές. ~ές εκπαιδευτικών/επιστημόνων. Στο πλαίσιο μορφωτικών ~ών ...|| (ΦΥΣ.) ~ θερμότητας με το περιβάλλον.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων (μεταξύ συστημάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: ανταλλαγή αιχμαλώτων: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) απελευθέρωση αιχμαλώτων πολέμου και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές., ανταλλαγή εδαφών: ΝΟΜ. αμοιβαία παραχώρηση χερσαίων ή/και θαλάσσιων περιοχών ανάμεσα σε εμπόλεμα γειτονικά κράτη στα πλαίσια διεθνούς συμφωνίας., ανταλλαγή πληθυσμών (παλαιότ.): ΝΟΜ. συμφωνία μεταξύ όμορων εμπόλεμων κρατών περί αμοιβαίας μετανάστευσης των μειονοτήτων τους και εγκατάστασής τους σε αυτό από το οποίο κατάγονται: βίαιη/υποχρεωτική ~ ~. Βλ. απέλαση, εκπατρισμός. ● ΦΡ.: σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών: κατά τη διάρκεια ανταπόδοσης πυροβολισμών: νεκρός ~ ~. Έχασε τη ζωή του/σκοτώθηκε ~ ~. [< μτγν. ἀνταλλαγή, γαλλ. échange, αγγλ. exchange]
4251αντάλλαγμα[ἀντάλλαγμα] α-ντάλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) {ανταλλάγμ-ατος | -ατα}: ό,τι δίνει ή παίρνει κάποιος στο πλαίσιο ανταλλαγής: χρηματικό ~. Εδαφικά/οικονομικά/πολιτικά ~ατα. ~ σε είδος. (επίσ.) Μεταβίβαση άνευ/έναντι ~ατος. Έδωσε/περιμένει/προσφέρει ~ατα. Συμφωνία με ~ατα. Θα τους στηρίξει χωρίς ~ατα. Σε/ως ~ ζήτησε/πήρε τη βοήθειά του. Πβ. (αντ)αμοιβή, αντιστάθμισμα, αντίτιμο, τίμημα. [< αρχ. ἀντάλλαγμα, γαλλ. échange]
4252ανταλλάζωβλ. ανταλλάσσω
4253ανταλλακτήριο[ἀνταλλακτήριο] α-νταλ-λα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα, μηχάνημα ή διαδικτυακός τόπος μέσω του οποίου γίνονται ανταλλαγές: ~ συναλλάγματος.|| ~ (π.χ. ποδοσφαιρικών) στοιχημάτων. Βλ. -τήριο. [< πβ. μεσν. ανταλλακτήριος]
4254ανταλλακτικό[ἀνταλλακτικό] α-νταλ-λα-κτι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα μηχανικής κατασκευής που προορίζεται για αντικατάσταση άλλου ομοειδούς: γνήσιο/μεταχειρισμένο ~. Ηλεκτρονικά ~ά. ~ά αυτοκινήτων/(γεωργικών/νοσοκομειακών) μηχανημάτων. Αποθήκη ~ών. [< γαλλ. pièce de rechange]
4255ανταλλακτικός, ή, ό [ἀνταλλακτικός] α-νταλ-λα-κτι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που προορίζεται για αντικατάσταση ομοειδούς αντικείμενου, εξαρτήματος: ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας/σωλήνας. ~ή: βαλβίδα/λεπίδα/μύτη (μολυβιού)/ταινία/φιάλη. ~ό: κάλυμμα/κλειδί/φίλτρο. ~οί: τροχοί/φακοί. ~ές: μπαταρίες. Βλ. ανταλλακτικό. 2. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την ανταλλαγή: ~ή: δραστηριότητα/οικονομία/σχέση. ~ό: εμπόριο (: χωρίς πληρωμή σε χρήμα, πβ. αντιπραγματισμός)/παζάρι. Εναλλακτικά/τοπικά ~ά συστήματα. ΑΝΤ. εγχρήματος ● ΣΥΜΠΛ.: ανταλλακτική αξία: ΟΙΚΟΝ. αυτή που προκύπτει από τη δυνατότητα ενός αγαθού να αγοραστεί και να πωληθεί: αξία χρήσης και ~ ~ προϊόντος.|| Κουπόνια ~ής ~ας. ΣΥΝ. αγοραστική αξία [< αγγλ. value in exchange]
4256ανταλλάξιμος, η, ο [ἀνταλλάξιμος] α-νταλ-λά-ξι-μος επίθ. 1. που μπορεί να ανταλλαγεί με κάτι ή σπανιότ. κάποιον άλλο: (ΟΙΚΟΝ.) ~η: επιταγή/ιδιοκτησία. ~ο: νόμισμα/οικόπεδο/ομολογιακό δάνειο (: χρεόγραφο που ανταλλάσσεται με μετοχές). ~α: είδη. Τίτλοι ~οι με μετοχές.|| (ΝΟΜ.) ~η: περιουσία (: σύμφωνα με τις διατάξεις των συμβάσεων περί ανταλλαγής πληθυσμών). 2. που μπορεί να αντικατασταθεί: ~ος: μηχανισμός. ~ες: κάρτες (μνήμης). ~α: καλύμματα. Πβ. ανταλλακτικός. [< γαλλ. échangeable]
4257ανταλλαξιμότητα[ἀνταλλαξιμότητα] α-νταλ-λα-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανταλλάξιμου: (ΟΙΚΟΝ.) ~ των εμπορευμάτων/νομισμάτων.|| ~ εξαρτημάτων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. exchangeability]
4258ανταλλάσσω[ἀνταλλάσσω] α-νταλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {αντάλλα-ξα, ανταλλά-χθηκε (σπανιότ. -χτηκε), (λόγ.) αντηλλάγησαν, ανταλλασσ-όμενος, (σπάν.) ανταλλα-γμένος, ανταλλάσ-οντας} & (προφ.) ανταλλάζω: δίνω κάτι και παίρνω σε αντάλλαγμα κάτι άλλο: ~ επιστολές (: αλληλογραφώ)/μηνύματα. ~ το παλιό μου αυτοκίνητο με καινούργιο. Οι δύο ηγέτες ~ξαν αναμνηστικά (δώρα). ~χθηκαν πυρά/πυροβολισμοί. ~χθηκαν αιχμάλωτοι (: στα πλαίσια συνθήκης μεταξύ δύο χωρών). ~γμένα: αγαθά.|| (μτφ.) Δεν ~ξαμε ούτε μια κουβέντα! ~ξαν απόψεις/εμπειρίες/ευχές/λόγια/ματιές/φιλοφρονήσεις (πβ. ανταποδίδω). ~οντας ιδέες. ~όμενες: πληροφορίες.|| (ΦΥΣ.) ~εται ενέργεια μεταξύ συστήματος και περιβάλλοντος. Πβ. αλλάζω. [< αρχ. ἀνταλλάσσω, γαλλ. échanger, donner en échange]
4259αντάμα[ἀντάμα] α-ντά-μα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): μαζί. ΑΝΤ. χώρια (1), χωριστά ● ΦΡ.: όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης [< μεσν. αντάμα]
4260ανταμείβω[ἀνταμείβω] α-ντα-μεί-βω ρ. (μτβ.) {αντάμει-ψα, ανταμεί-φθηκε (σπανιότ. -φτηκε), ανταμείβ-οντας}: δίνω, προσφέρω σε κάποιον ηθική ή υλική αμοιβή: Οι γονείς οφείλουν να ~ουν τις προσπάθειες των παιδιών τους (πβ. επιβραβεύω). Η διαδρομή είναι ανηφορική, η θέα όμως στην κορυφή θα σας ~ψει (πβ. αποζημιώνω, ικανοποιώ). Οι κόποι μιας χρονιάς επιτέλους ~φθηκαν. ~φθηκε πλουσιοπάροχα. Βλ. ανταποδίδω, ξεπληρώνω. ΣΥΝ. αμείβω [< μεσν. ανταμείβω]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.