Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5160-5180]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4233ανοσοχημεία[ἀνοσοχημεία] α-νο-σο-χη-μεί-α ουσ. (θηλ.): κλάδος που μελετά τις χημικές διαδικασίες των ανοσολογικών φαινομένων: κλινική βιοχημεία και ~. Πβ. ανοσοϊστοχημεία. Βλ. ανοσοβιολογία. [< αγγλ. immunochemistry, 1907, γαλλ. immunochimie, 1959]
4234ανοσοχημικός, ή, ό [ἀνοσοχημικός] α-νο-σο-χη-μι-κός επίθ.: που αναφέρεται στην ανοσοχημεία. Βλ. ανοσοβιολογικός. [< αγγλ. immunochemical, 1925, γαλλ. immunochimique]
4235ανοστιά[ἀνοστιά] α-νο-στιά ουσ. (θηλ.) (προφ.): η ιδιότητα, το χαρακτηριστικό γνώρισμα του άνοστου· συνεκδ. ό,τι είναι άνοστο. [< μεσν. ανοστία, ανοστιά]
4236άνοστος, η, ο [ἄνοστος] ά-νο-στος επίθ. 1. που στερείται ευχάριστης γεύσης: ~ο: φαγητό. ΣΥΝ. άγευστος (1) ΑΝΤ. γευστικός (1), καλομαγειρεμένος, νόστιμος (1) 2. (μτφ.) που δεν παρουσιάζει ενδιαφέρον και πρωτοτυπία· ανούσιος, μονότονος, ανιαρός: ~η: ζωή. ~α: αστεία (πβ. ανάλατος, ανόητος, κρύος, νερόβραστος, σαχλός). Πβ. άχαρος, κενός, ρηχός. ● επίρρ.: άνοστα: στη σημ. 2. [< μτγν. ἄνοστος]
4237άνουρα[ἄνουρα] ά-νου-ρα ουσ. (ουδ.) (τα): ΖΩΟΛ. τάξη αμφιβίων με πλατύ σώμα χωρίς ουρά, όπως ο βάτραχος και ο φρύνος. Βλ. άποδα. ΑΝΤ. ουροδελή [< γαλλ. anoures, αγγλ. anura]
4238ανουρία[ἀνουρία] α-νου-ρί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. αδυναμία παραγωγής και έκκρισης ούρων. Βλ. ολιγ-, πολυ-, συχν-ουρία, κατακράτηση. [< γαλλ. anurie, αγγλ. anuria]
4239ανούσιος, α, ο [ἀνούσιος] α-νού-σι-ος επίθ. 1. που στερείται ουσίας, βαθύτερου νοήματος: ~ος: διάλογος. ~α: αντιπαράθεση/ζωή/συζήτηση. ~ο: θέαμα. ~ες: ερωτήσεις/λεπτομέρειες. ~α: δημοσιεύματα (πβ. σαχλά). Ασχολείσαι με ~α πράγματα. Είναι ~ο να διαμαρτύρεσαι συνεχώς (πβ. ανώφελο).|| (ως ουσ.) Ξεχωρίζω τα σημαντικά από τα ~α. Πβ. αδιάφορος, επιφανειακός, επουσιώδης, κενός, ρηχός. ΑΝΤ. ουσιαστικός (1), ουσιώδης 2. (σπάν.) (για φαγητό) άγευστος, άνοστος. ● επίρρ.: ανούσια [< 1: μτγν. ἀνούσιος]
4240ανοχή[ἀνοχή] α-νο-χή ουσ. (θηλ.) 1. συμπεριφορά κατά την οποία αντιμετωπίζεται με σεβασμό, υπομονή ή διαλλακτική στάση οτιδήποτε διαφορετικό ή δυσάρεστο: θρησκευτική (= ανεξιθρησκία)/κοινωνική/πολιτική/σιωπηρή ~. ~ της διαφορετικότητας/προς τις μειονότητες. Έδειξε ~ στην (: ανέχτηκε την) απειρία του. Ξεπέρασαν κάθε όριο ~ής. Πβ. διαλλακτικότητα, επιείκεια. ΣΥΝ. ανεκτικότητα ΑΝΤ. δυσανεξία (2) 2. ΤΕΧΝΟΛ. επιτρεπτή απόκλιση της τιμής ενός μεγέθους από την προβλεπόμενη: εδαφική/κατασκευαστική ~. ~ θερμοκρασίας/συχνότητας. ~ές διαστάσεων.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ βλαβών. ~ σε σφάλματα. 3. ΙΑΤΡ. ικανότητα του οργανισμού να υφίσταται, χωρίς συμπτώματα ή αντίδραση, τη δράση φαρμάκου, φυσικής ή χημικής ουσίας: διαταραγμένη/παθολογική ~ γλυκόζης (: τα επίπεδα σακχάρου βρίσκονται μεταξύ των φυσιολογικών και των διαβητικών τιμών). Ανοσολογική ~ (: απουσία ανοσιακής αντίδρασης σε ορισμένο αντιγόνο).|| (ειδικότ.) Ανέπτυξε ~ στο φάρμακο (: λόγω παρατεταμένης χρήσης). Βλ. εθισμός, εξάρτηση. ΑΝΤ. δυσανεξία (1) ● ΣΥΜΠΛ.: οίκος ανοχής (ευφημ.): πορνείο. Πβ. χαμαιτυπείο. ΣΥΝ. μπουρδέλο (1) [< γαλλ. maison de tolérance] , ψήφος ανοχής: που δίνεται στην κυβέρνηση από βουλευτές της αντιπολίτευσης ως προσπάθεια αποφυγής πρόωρων εκλογών (και όχι ως ένδειξη υποστήριξης της πολιτικής της). Βλ. ψήφος εμπιστοσύνης., μηδενική ανοχή βλ. μηδενικός [< 1: αρχ. ἀνοχή 2,3: γαλλ. tolérance]
4241ανοχύρωτος, η, ο [ἀνοχύρωτος] α-νο-χύ-ρω-τος επίθ. 1. (μτφ.) ανυπεράσπιστος, απροστάτευτος: ~η: χώρα (πβ. ξέφραγο αμπέλι). ~οι απέναντι στη βία και την τρομοκρατία. 2. που δεν έχει οχυρωθεί: ~ος: οικισμός. Πβ. ατείχιστος, αφύλακτος. ● ΣΥΜΠΛ.: ανοχύρωτη πόλη: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) εμπόλεμη περιοχή χωρίς στρατιωτικές εγκαταστάσεις που έχει ή μπορεί να κηρυχθεί ανυπεράσπιστη, με σκοπό την προστασία των αμάχων.
4242ανσάμπλ[ἀνσάμπλ] αν-σάμπλ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. ομαδικό αγώνισμα της ρυθμικής γυμναστικής, με πέντε αθλήτριες να αγωνίζονται σε δύο προγράμματα (στο πρώτο με ένα όργανο και στο δεύτερο με συνδυασμό δύο οργάνων): η εθνική ομάδα του ~. Βλ. κορδέλα, κορύνα, μπάλα, στεφάνι, σχοινάκι. [< γαλλ. ensemble]
4243άντα[ἄντα] ά-ντα ουσ. (ουδ.) (τα) {άκλ.} (χιουμορ.): ηλικία μεταξύ τριάντα και σαράντα εννέα: Είμαι/μπήκα στα πρώτα ~. Πάτησα/πέρασα/πλησιάζω τα δεύτερα ~. Βλ. ήντα. [< κατάλ. -άντα]
4244ανταγωγή[ἀνταγωγή] α-ντα-γω-γή ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. αγωγή του εναγόμενου εις βάρος του ενάγοντος. [< γερμ. Gegenklage]
4245ανταγωνίζομαι[ἀνταγωνίζομαι] α-ντα-γω-νί-ζο-μαι ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανταγωνί-στηκα (σπάν.-λόγ. -σθηκα), μτχ. ανταγωνιζ-όμενος} 1. αναμετριέμαι με κάποιον ή κάτι, με σκοπό την τελική επικράτησή μου: ~ονται αθέμιτα/επί ίσοις όροις/μεταξύ τους. ~ονται (με πάθος/σκληρά) για το .../να κυριαρχήσουν στο παγκόσμιο εμπόριο. ~όμενες: επιχειρήσεις. Πβ. αμιλλώμαι, συναγωνίζομαι.|| (ΙΑΤΡ.) Φάρμακο που ~εται τη δράση άλλης ουσίας. 2. {στο γ' πρόσ.} τα καταφέρνω το ίδιο καλά με κάποιον ή κάτι, είμαι ισάξιος: Προϊόν που ~εται (: είναι εφάμιλλο) αποτελεσματικά/επάξια/με επιτυχία τα καλύτερα του είδους του. [< 1: αρχ. ἀνταγωνίζομαι 2: αγγλ. compete]
4247ανταγωνιστής, ανταγωνίστρια[ἀνταγωνιστής] α-ντα-γω-νι-στής ουσ. (αρσ. + θηλ.) {ανταγωνιστ-ών}: αυτός που βρίσκεται σε ανταγωνισμό με κάποιον ή κάτι: (ΟΙΚΟΝ.) ~ές στον τουρισμό. Υπερισχύει/υπολείπεται (έναντι) των ~ών του.|| (ως επίθ.) ~τρια: εταιρεία. ~τριες: τράπεζες/χώρες. Πβ. αντίπαλος. Βλ. σύμμαχος, συναγωνιστής.|| (ΒΙΟΧ., για ουσία ή όργανο που ανταγωνίζεται τη δράση άλλου:) ~ές του ασβεστίου/της ντοπαμίνης. (ως επίθ.) ~ές: μύες (π.χ. δικέφαλος και τρικέφαλος βραχιόνιος). [< αρχ. ἀνταγωνιστής, γαλλ. antagoniste, compétiteur, αγγλ. antagonist]
4248ανταγωνιστικός, ή, ό [ἀνταγωνιστικός] α-ντα-γω-νι-στι-κός επίθ.: που αναφέρεται στον ανταγωνισμό ή/και τους ανταγωνιστές· που τον ευνοεί ή μπορεί να αντιμετωπίσει με επιτυχία τις συνθήκες του: ~ός: αθλητισμός/χαρακτήρας (της αναμέτρησης). ~ή: κοινωνία/σχέση. ~ό: πνεύμα. Πάντα ήταν ~ή απέναντι στους άλλους. Δεν μας έδωσε περισσότερες πληροφορίες για λόγους καθαρά ~ούς.|| (συνήθ. στην ΟΙΚΟΝ.) ~ή: αγορά/βιομηχανία/οικονομία/προσφορά. ~ό: περιβάλλον. ~οί: όροι. ~ές: προτάσεις/συνθήκες/τιμές. ~ά: επιτόκια/πακέτα (υπηρεσιών)/προϊόντα.|| (ΒΙΟΧ.) ~ές: ουσίες (= ανταγωνιστές). Βλ. συναγωνιστικός. ● επίρρ.: ανταγωνιστικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: ανταγωνιστικό πλεονέκτημα βλ. πλεονέκτημα, ανταγωνιστικός αποκλεισμός βλ. αποκλεισμός [< μτγν. ἀνταγωνιστικός, γαλλ. antagoniste, antagonique, compétitif, 1954, αγγλ. competitive, antagonistic]
4249ανταγωνιστικότητα[ἀνταγωνιστικότητα] α-ντα-γω-νι-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΟΙΚΟΝ. η ιδιότητα του ανταγωνιστικού· ανταγωνισμός: υψηλή/χαμηλή ~. Η ~ μιας επιχείρησης/της οικονομίας/ενός προϊόντος. Καινοτομία και ~. Δείκτες ~ας. Αυξάνεται/βελτιώνεται/βυθίζεται/διασφαλίζεται/ενισχύεται/υποχωρεί η ~ μιας χώρας. Επιχειρησιακό Πρόγραμμα ~ας (ακρ. Ε.Π.ΑΝ.). Βλ. άμιλλα, συναγωνισμός, συναγωνιστικότητα, -ότητα. [< αγγλ. competitiveness, γαλλ. compétitivité, 1960]
4250ανταλλαγή[ἀνταλλαγή] α-νταλ-λα-γή ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανταλλάσσω: ~ δώρων/επισκέψεων/επιστολών/νομισμάτων/οικοπέδων. ~ βαρύτατων κατηγοριών/ευχών/ύβρεων/φιλοφρονήσεων (πβ. ανταπόδοση). Ελεύθερη ~ απόψεων/γνώσεων/εμπειριών/ιδεών. Δυνατότητα/σύστημα ~ής (πληροφοριών). Καθεστώς (εμπορικών) ~ών.|| ~ τεχνολογίας μεταξύ εταιρειών. Πρόγραμμα ~ής μαθητών/φοιτητών μεταξύ των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ακαδημαϊκές/πολιτιστικές ~ές. ~ές εκπαιδευτικών/επιστημόνων. Στο πλαίσιο μορφωτικών ~ών ...|| (ΦΥΣ.) ~ θερμότητας με το περιβάλλον.|| (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ δεδομένων (μεταξύ συστημάτων). ● ΣΥΜΠΛ.: ανταλλαγή αιχμαλώτων: ΝΟΜ. (στο Διεθνές Δίκαιο) απελευθέρωση αιχμαλώτων πολέμου και από τις δύο εμπόλεμες πλευρές., ανταλλαγή εδαφών: ΝΟΜ. αμοιβαία παραχώρηση χερσαίων ή/και θαλάσσιων περιοχών ανάμεσα σε εμπόλεμα γειτονικά κράτη στα πλαίσια διεθνούς συμφωνίας., ανταλλαγή πληθυσμών (παλαιότ.): ΝΟΜ. συμφωνία μεταξύ όμορων εμπόλεμων κρατών περί αμοιβαίας μετανάστευσης των μειονοτήτων τους και εγκατάστασής τους σε αυτό από το οποίο κατάγονται: βίαιη/υποχρεωτική ~ ~. Βλ. απέλαση, εκπατρισμός. ● ΦΡ.: σε ανταλλαγή πυροβολισμών/πυρών: κατά τη διάρκεια ανταπόδοσης πυροβολισμών: νεκρός ~ ~. Έχασε τη ζωή του/σκοτώθηκε ~ ~. [< μτγν. ἀνταλλαγή, γαλλ. échange, αγγλ. exchange]
4251αντάλλαγμα[ἀντάλλαγμα] α-ντάλ-λαγ-μα ουσ. (ουδ.) {ανταλλάγμ-ατος | -ατα}: ό,τι δίνει ή παίρνει κάποιος στο πλαίσιο ανταλλαγής: χρηματικό ~. Εδαφικά/οικονομικά/πολιτικά ~ατα. ~ σε είδος. (επίσ.) Μεταβίβαση άνευ/έναντι ~ατος. Έδωσε/περιμένει/προσφέρει ~ατα. Συμφωνία με ~ατα. Θα τους στηρίξει χωρίς ~ατα. Σε/ως ~ ζήτησε/πήρε τη βοήθειά του. Πβ. (αντ)αμοιβή, αντιστάθμισμα, αντίτιμο, τίμημα. [< αρχ. ἀντάλλαγμα, γαλλ. échange]
4252ανταλλάζωβλ. ανταλλάσσω
4253ανταλλακτήριο[ἀνταλλακτήριο] α-νταλ-λα-κτή-ρι-ο ουσ. (ουδ.): κατάστημα, μηχάνημα ή διαδικτυακός τόπος μέσω του οποίου γίνονται ανταλλαγές: ~ συναλλάγματος.|| ~ (π.χ. ποδοσφαιρικών) στοιχημάτων. Βλ. -τήριο. [< πβ. μεσν. ανταλλακτήριος]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.