Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51780-51800]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51276τρακτερωτός, ή, ό τρα-κτε-ρω-τός επίθ.: του οποίου η επιφάνεια έχει προεξοχές ή/και εγκοπές παρόμοιες με λάστιχα τρακτέρ: ~ή: σόλα. ~ές: ρόδες. ~ά: ελαστικά/μποτάκια.|| (ως ουσ.) Αγόρασε/φοράει ~ά (ενν. παπούτσια). Βλ. κρεπ.
51277τράκτοραςτρά-κτο-ρας ουσ. (αρσ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. είδος φορτηγού, του οποίου το μπροστινό μέρος μοιάζει με νταλίκα, ενώ στο πίσω μέρος έχει συνήθ. πλατφόρμα για τη μεταφορά μεγάλων ή φορτίων: ~ εμπορευμάτων. Πβ. ελκυστήρας. Βλ. τρέιλερ. 2. μηχανισμός που τροφοδοτεί με χαρτί τον εκτυπωτή: ~ έλξης/ώθησης με επίπεδους ιμάντες. [< 1: αγγλ. tractor, 1900]
51278τραλαλά & τρα λα λαεπιφών. (προφ.) 1. (κυρ. σε επανάληψη) για να δηλωθεί χαρά: ~ τραλαλό. ~ ~ όλα είναι τέλεια! Πβ. γιούπι, ζήτω.|| (ως ουσ.) Το έχει ρίξει στο ~ (: στον χαβαλέ). 2. λέγεται τραγουδιστά στην περίπτωση που δεν θυμάται κάποιος τους στίχους τραγουδιού ή δεν θέλει να τους αναφέρει. 3. (ως ουσ.) κλονισμός, σύγχυση, αναταραχή: Είναι στα πρόθυρα νευρικού ~. Έπαθε ψυχικό/ψυχολογικό ~ (πβ. πατατράκ, ταράκουλο). 4. (ως επίθ.) τρελός, αλλόκοτος: πολύ ~ δίσκος. Κυριαρχεί ένα κλίμα ~, χαζοχαρούμενο.|| Ο κόσμος είναι ~. [< γαλλ. tralala]
51279τραμουσ. (ουδ.) {άκλ.}: επιβατικό όχημα των αστικών συγκοινωνιών με βαγόνια, που κινείται με ηλεκτρισμό μέσω καλωδίων στην οροφή του, πάνω σε γραμμές που βρίσκονται κυρ. σε οδόστρωμα: ηλεκτροδηγός του ~. Βλ. μέσα σταθερής τροχιάς. ΣΥΝ. τροχιόδρομος [< αγγλ.-γαλλ. tram(way), 1860]
51280τραμουντάνατρα-μου-ντά-να ουσ. (θηλ.): ΝΑΥΤ. (λαϊκό) βόρειος και ξηρός άνεμος: Ο καιρός γύρισε σε ~. Πβ. βοριάς. Βλ. γαρμπής, γρέγος, λεβάντες, μαΐστρος, σιρόκος. ● ΣΥΜΠΛ.: άστρο της τραμουντάνας: ΑΣΤΡΟΝ. πολικός αστέρας. [< μεσν. τραμο(υ)ντάνα < ιταλ. tramontana 0 < (vento ol)tramontano]
51281τραμπουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. φορτηγό πλοίο που μεταφέρει προϊόντα σε διάφορα λιμάνια, χωρίς καθορισμένο πρόγραμμα πορείας. [< αγγλ. tramp]
51282τράμπατρά-μπα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ανταλλαγή: Kάνω ~. Αγοραπωλησίες και ~ες. [< τουρκ. trampa]
51283τραμπάκουλοτρα-μπά-κου-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) είδος μεγάλου και αργού ιστιοφόρου εμπορικού πλοίου· κατ' επέκτ. παλιό και κακοσυντηρημένο καράβι. Πβ. σαπιοκάραβο. Βλ. μπρατσέρα. 2. (σπάν.-μειωτ.) χοντρός και δυσκίνητος άνθρωπος, ιδ. γυναίκα. ● ΦΡ.: παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο βλ. παθαίνω [< βεν. trabacolo]
51284τραμπάλατρα-μπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. παιχνίδι, συνήθ. σε παιδική χαρά, που αποτελείται από μπάρα με καθίσματα στις δύο άκρες, η οποία ισορροπεί σε στήριγμα στη μέση κατά τρόπο ώστε, όταν το ένα παιδί ανεβαίνει, το άλλο κατεβαίνει και αντιστρόφως: μονή/παράλληλη ~. Kάνω ~. Βλ. κούνια, τσουλήθρα.|| (κατ' επέκτ.) ~ κοιλιακών (: ειδικό όργανο γυμναστικής). 2. (μτφ.) κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις: Η ζωή είναι μια ~ μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας. Η σχέση τους έχει γίνει ~ (: έχει χωρισμούς και επανασυνδέσεις). [< ιταλ. traballa]
51285τραμπαλίζομαιτρα-μπα-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {τραμπαλί-στηκε} (προφ.) 1. κουνιέμαι πάνω κάτω στην τραμπάλα, κάνω τραμπάλα: Τα παιδάκια ~ονταν στην παιδική χαρά. 2. (μτφ.) πηγαίνω πάνω κάτω, κουνιέμαι πέρα-δώθε: Η τρικυμία έκανε το πλοίο να ~εται (= κλυδωνίζεται) σαν καρυδότσουφλο. 3. (μτφ.) αμφιταλαντεύομαι: ~ ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα.
51286τραμπάλισματρα-μπά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του τραμπαλίζομαι, κίνηση πάνω κάτω: το ~ της βάρκας (πβ. λίκνισμα, σκαμπανέβασμα).|| (μτφ.) ~ ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους (πβ. ταλάντευση).
51287τραμπολίνοτρα-μπο-λί-νο ουσ. (ουδ.): όργανο γυμναστικής που αποτελείται από κομμάτι ελαστικού και ανθεκτικού υφάσματος, το οποίο συγκρατείται με ελατήρια σε ένα σιδερένιο πλαίσιο-σκελετό και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση ακροβατικών ασκήσεων πάνω σε αυτό: ιπτάμενο/φουσκωτό ~. ~ με δίχτυ ασφαλείας. Άλματα σε ~. Πβ. βατήρας.|| (συνεκδ., το αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα) Ατομικό/διπλό/συγχρονισμένο ~. [< ιταλ. trampolino, γαλλ. trampoline, 1961]
51288τραμπουκίζωτρα-μπου-κί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τραμπούκι-σε, τραμπουκί-σει, τραμπουκίζ-οντας} (προφ.): φοβερίζω, τρομοκρατώ.
51289τραμπούκικος, η, ο τρα-μπού-κι-κος επίθ. & τραμπουκικός, ή, ό (προφ.): που σχετίζεται με τον τραμπούκο ή ταιριάζει σε αυτόν: ~η: δράση/πρακτική/συμπεριφορά. ~ες: ενέργειες/τακτικές. ● επίρρ.: τραμπούκικα
51290τραμπουκισμόςτρα-μπου-κι-σμός ουσ. (αρσ.): τρόπος συμπεριφοράς και δράσης του τραμπούκου: ~ με απειλές και εκβιασμούς. Τρομοκρατία και ~. ~οί οπαδών. Βλ. -ισμός.
51291τραμπούκος[τραμποῦκος] τρα-μπού-κος ουσ. (αρσ.): αυτός που ανήκει σε παρακρατική οργάνωση και προβαίνει σε βίαιες ή/και τρομοκρατικές ενέργειες, συνήθ. επί πληρωμή· κατ' επέκτ. θρασύς και ωμός εκβιαστής: επεισόδια/ξυλοδαρμοί από ~ους. Βλ. μπράβος, νονός.|| ~οι στο διαδίκτυο. [< ισπ. εμπορ. ονομασ. trabucos]
51292τρανεύωτρα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {τράνεψε} (λαϊκό-λογοτ.): μεγαλώνω: ~ψε και ανδρώθηκε.|| (μτφ.) Ο πόνος μέσα μου ~ει (= δυναμώνει) και θεριεύει. ΣΥΝ. τρανώνω
51293τρανζίστορτραν-ζί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συμπαγής συσκευή για τον έλεγχο της ροής του ηλεκτρικού ρεύματος που αποτελείται από ημιαγωγό με τουλάχιστον τρία ηλεκτρόδια και χρησιμοποιείται ως διακόπτης ή ενισχυτής: διπολικό/επίπεδο ~. ~ επαφής/ισχύος/πυριτίου. Βλ. εκπομπός, πολυδονητής, φωτο~. ΣΥΝ. κρυσταλλολυχνία 2. ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ.) φορητό ραδιόφωνο που περιέχει αντίστοιχο κύκλωμα. ● Υποκ.: τρανζιστοράκι (το): στη σημ. 2. [< 1: αμερικ. transistor, 1948, γαλλ. ~, 1952 2: transistor (radio), 1958, γαλλ. transistor, 1960]
51294τράνζιττράν-ζιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τράνζιτο 1. μεταφορά εμπορευμάτων από ένα μέρος σε άλλο διαμέσου ενός σταθμού, συνήθ. αεροδρομίου, χωρίς την καταβολή τελωνειακών δασμών και μετά από σύντομη παραμονή σε αυτόν: παράνομες εισαγωγές με ~. Πβ. διαμετακόμιση.|| (ως επίθ.) ~ φορτίο. 2. η κατάσταση των ταξιδιωτών που βρίσκονται σε ενδιάμεσο αεροπορικό συνήθ. σταθμό, χωρίς να υπόκεινται σε έλεγχο των αποσκευών ή των διαβατηρίων τους· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος αναμονής: ~ χωρίς βίζα.|| (ως επίθ.) ~ αίθουσα αεροδρομίου/διέλευση/επιβάτες/πτήση.|| (ως επίρρ.) Πέρασε ~. [< αγγλ. transit]
51295τρανκουίλοτραν-κου-ί-λο επίρρ.: ΜΟΥΣ. σε ήρεμο τέμπο. [< ιταλ. tranquillo]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.