| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51296 | τρανός | , ή, ό τρα-νός επίθ. (κυρ. λογοτ.) 1. που είναι μεγάλος κυρ. σε διαστάσεις: (για πρόσ.) ~ (= ψηλός) και λεβέντης/σαν κυπαρίσσι. 2. (μτφ.) που έχει μεγάλη δύναμη ή σημασία: ~ός: καημός (= αβάσταχτος). ~ή: φωνή/χαρά.|| (για πρόσ.) ~ός: αγωνιστής/επιστήμονας. ~οί: πολιτικοί.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= ισχυροί) της Γης/του κόσμου/του τόπου. 3. (μτφ.) προφανής, ολοφάνερος: ~ή: αξία/απόδειξη. ~ό: δείγμα/παράδειγμα. ● ΦΡ.: μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός (εμφατ.): που έχει ισχύ, υψηλό κύρος, πολύ καλή κοινωνική ή/και οικονομική θέση: Σπούδασε, έβγαλε χρήματα, έγινε ~ ~. [< μτγν. τρανός ‘ξεκάθαρος, σαφής’] | |
| 51297 | τρανότητα | τρα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τρανού. Βλ. -ότητα. [< μτγν. τρανότης ‘σαφήνεια, ευκρίνεια’] | |
| 51298 | τρανς1 | ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (αργκό): τρανσέξουαλ. | |
| 51299 | τρανς2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το κρέας από το εσωτερικό τμήμα του μοσχαρίσιου μηρού που είναι χωρίς οστά και φτωχό σε συνδετικό ιστό. Βλ. νουά. [< γαλλ. tranche] | |
| 51300 | τρανς3 | : μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: τρανς λιπαρά (οξέα) βλ. λιπαρός | |
| 51301 | τρανσαμινάση | τραν-σα-μι-νά-ση ουσ. (θηλ.) {τρανσαμινάσ-ες, -ών}: ΒΙΟΧ. ένζυμο που συμβάλλει στον μεταβολισμό συγκεκριμένων αμινοξέων: τα επίπεδα/οι τιμές των ~ών. [< αγγλ. transaminase, 1940, γαλλ. ~, 1964] | |
| 51302 | τρανσαμίνωση | τραν-σα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η μεταβολική διεργασία στον καταβολισμό των πρωτεϊνών με την παρουσία τρανσαμινασών, κατά την οποία πραγματοποιείται μεταφορά μιας αμινικής ομάδας από ένα οργανικό μόριο σε άλλο: ~ των αμινοξέων. [< αγγλ. transamination, 1939] | |
| 51303 | τρανσέξουαλ | τραν-σέ-ξου-αλ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: άτομο που έχει κάνει αλλαγή φύλου. Βλ. γκέι, μπαϊσέξουαλ, τραβεστί, τρανσφοβία. ΣΥΝ. τρανς1 [< αγγλ. transsexual, 1956, γαλλ. transsexuel, περ. 1965] | |
| 51304 | τρανσεξουαλικός | , ή, ό τραν-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον/την τρανσέξουαλ: ~ές: τάσεις. Βλ. τρανσφοβικός. ΣΥΝ. διεμφυλικός [< αγγλ. transsexual, 1956, γαλλ. transsexuel, περ. 1965] | |
| 51305 | τρανσεξουαλικότητα | τραν-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του/της τρανσέξουαλ. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. transsexuality, 1941, γαλλ. transsexualité, 1960] | |
| 51306 | τρανσεξουαλισμός | τραν-σε-ξου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η άρνηση ενός ατόμου να αποδεχτεί το βιολογικό του φύλο και ιδ. η έντονη επιθυμία και προσπάθειά του να το αλλάξει. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. transsexualism, 1953, γαλλ. transsexualisme, 1956] | |
| 51307 | τρανσκριπτάση | τραν-σκρι-πτά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μεταγραφάση. | |
| 51308 | τρανσπόρτο | τραν-σπόρ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. αλλαγή τονικότητας σε ένα ολόκληρο μουσικό κομμάτι ή σε κάποιο τμήμα του: Έκανε ~ στο τραγούδι. Πβ. μεταφορά. [< ιταλ. trasporto] | |
| 51309 | τρανσφεράση | τραν-σφε-ρά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει τη μεταφορά συγκεκριμένης ομάδας ατόμων ή ριζών από ένα μόριο σε ένα άλλο ή από μία ένωση σε μια άλλη. [< αγγλ. transferase, 1948] | |
| 51310 | τρανσφερίνη | τραν-σφε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που βρίσκεται στο πλάσμα του αίματος, συντίθεται στο συκώτι, δεσμεύει και μεταφέρει τον σίδηρο στον μυελό των οστών και στους ιστούς για τις ανάγκες του οργανισμού. ΣΥΝ. σιδηροφιλίνη [< αγγλ. transferrin, 1947, γαλλ. transferrine, 1953] | |
| 51311 | τρανσφοβία | τραν-σφο-βί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος για άτομα που έχουν κάνει αλλαγή φύλου. [< αγγλ. transphobia, 1992 < trans(gender) + phobia, ιταλ. transfobia, 2006, γαλλ. transphobie, 2020] | |
| 51312 | τρανσφοβικός | , ή, ό τραν-σφο-βι-κός (επίθ.): που φοβάται υπερβολικά, κατακρίνει έντονα ή απορρίπτει όσους έχουν κάνει αλλαγή φύλου: ~ή: επίθεση/συμπεριφορά. ~ές: επιθέσεις. ~ά: περιστατικά/συνθήματα/σχόλια. Βλ. ομοφοβικός. [< αγγλ. transphobic] | |
| 51313 | τράνταγμα | τρά-νταγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. βίαιο και απότομο κούνημα: έντονο ~ στο τιμόνι. Ένιωσα ένα δυνατό ~ στο σώμα μου. Πβ. δόνηση, κραδασμός, τίναγμα. ΣΥΝ. ταρακούνημα (1) 2. (μτφ.) κλονισμός, σοκ: Θέλει ένα γερό ~ για να συνέλθει. | |
| 51314 | τραντάζω | τρα-ντά-ζω ρ. (μτβ.) {τράντα-ξα, τραντά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, τραντάζ-οντας, -όμενος, τραντα-γμένος} ΣΥΝ. ταρακουνώ 1. κουνώ με μεγάλη δύναμη, συνήθ. βίαια και απότομα: Τον άρπαξε και τον ~ξε θυμωμένος. ~ομαι ολόκληρος από τον βήχα/το γέλιο/τα κλάματα/τους λυγμούς. Το κτίριο ~χτηκε (= κλονίστηκε, έτρεμε) συθέμελα από τον σεισμό. Πβ. δονώ, τινάζω. ΣΥΝ. σείω 2. (μτφ.) αναστατώνω, προκαλώ κλονισμό σε κάποιον: Τα δυσάρεστα νέα μας ~ξαν (= συντάραξαν). ΣΥΝ. συγκλονίζω (1) [< σλαβ. trontja] | |
| 51315 | τρανταχτός | , ή, ό τρα-ντα-χτός επίθ. (προφ.) 1. θορυβώδης και πολύ δυνατός: ~ή: φωνή. ~ά: γέλια. ΣΥΝ. βροντερός (1), ηχηρός (2) 2. (μτφ.) που προξενεί εντύπωση: ~ή: αποτυχία/διαφορά/εξαίρεση. ~ές: αποκαλύψεις. ~ά: λάθη. ~ό "όχι" στην πρόταση νόμου. ~ές μεταγραφές στην ομάδα. ΣΥΝ. βροντερός (2), ηχηρός (1) 3. (μτφ.) που έχει μεγάλη ισχύ, μέγεθος ή σπουδαιότητα: ~ή: απόδειξη (πβ. ακλόνητος, ατράνταχτος, κραυγαλέος, ολοφάνερος)/επιτυχία (: πολύ σημαντική)/περίπτωση. ~ό: επιχείρημα/παράδειγμα. Επιβεβαιώθηκε με (τον πιο) ~ό τρόπο ...|| (για πρόσ.) ~ά: ονόματα (: διάσημες προσωπικότητες). ● επίρρ.: τρανταχτά |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ