| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51282 | τράμπα | τρά-μπα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ανταλλαγή: Kάνω ~. Αγοραπωλησίες και ~ες. [< τουρκ. trampa] | |
| 51283 | τραμπάκουλο | τρα-μπά-κου-λο ουσ. (ουδ.) 1. ΝΑΥΤ. (λαϊκό) είδος μεγάλου και αργού ιστιοφόρου εμπορικού πλοίου· κατ' επέκτ. παλιό και κακοσυντηρημένο καράβι. Πβ. σαπιοκάραβο. Βλ. μπρατσέρα. 2. (σπάν.-μειωτ.) χοντρός και δυσκίνητος άνθρωπος, ιδ. γυναίκα. ● ΦΡ.: παθαίνω ταράκουλο/τραμπάκουλο βλ. παθαίνω [< βεν. trabacolo] | |
| 51284 | τραμπάλα | τρα-μπά-λα ουσ. (θηλ.) 1. παιχνίδι, συνήθ. σε παιδική χαρά, που αποτελείται από μπάρα με καθίσματα στις δύο άκρες, η οποία ισορροπεί σε στήριγμα στη μέση κατά τρόπο ώστε, όταν το ένα παιδί ανεβαίνει, το άλλο κατεβαίνει και αντιστρόφως: μονή/παράλληλη ~. Kάνω ~. Βλ. κούνια, τσουλήθρα.|| (κατ' επέκτ.) ~ κοιλιακών (: ειδικό όργανο γυμναστικής). 2. (μτφ.) κατάσταση που χαρακτηρίζεται από διακυμάνσεις: Η ζωή είναι μια ~ μεταξύ ευτυχίας και δυστυχίας. Η σχέση τους έχει γίνει ~ (: έχει χωρισμούς και επανασυνδέσεις). [< ιταλ. traballa] | |
| 51285 | τραμπαλίζομαι | τρα-μπα-λί-ζο-μαι ρ. (αμτβ.) {τραμπαλί-στηκε} (προφ.) 1. κουνιέμαι πάνω κάτω στην τραμπάλα, κάνω τραμπάλα: Τα παιδάκια ~ονταν στην παιδική χαρά. 2. (μτφ.) πηγαίνω πάνω κάτω, κουνιέμαι πέρα-δώθε: Η τρικυμία έκανε το πλοίο να ~εται (= κλυδωνίζεται) σαν καρυδότσουφλο. 3. (μτφ.) αμφιταλαντεύομαι: ~ ανάμεσα στο χθες και στο σήμερα. | |
| 51286 | τραμπάλισμα | τρα-μπά-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): η ενέργεια του τραμπαλίζομαι, κίνηση πάνω κάτω: το ~ της βάρκας (πβ. λίκνισμα, σκαμπανέβασμα).|| (μτφ.) ~ ανάμεσα σε δύο διαφορετικούς κόσμους (πβ. ταλάντευση). | |
| 51287 | τραμπολίνο | τρα-μπο-λί-νο ουσ. (ουδ.): όργανο γυμναστικής που αποτελείται από κομμάτι ελαστικού και ανθεκτικού υφάσματος, το οποίο συγκρατείται με ελατήρια σε ένα σιδερένιο πλαίσιο-σκελετό και χρησιμοποιείται για την εκτέλεση ακροβατικών ασκήσεων πάνω σε αυτό: ιπτάμενο/φουσκωτό ~. ~ με δίχτυ ασφαλείας. Άλματα σε ~. Πβ. βατήρας.|| (συνεκδ., το αντίστοιχο ολυμπιακό άθλημα) Ατομικό/διπλό/συγχρονισμένο ~. [< ιταλ. trampolino, γαλλ. trampoline, 1961] | |
| 51288 | τραμπουκίζω | τρα-μπου-κί-ζω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τραμπούκι-σε, τραμπουκί-σει, τραμπουκίζ-οντας} (προφ.): φοβερίζω, τρομοκρατώ. | |
| 51289 | τραμπούκικος | , η, ο τρα-μπού-κι-κος επίθ. & τραμπουκικός, ή, ό (προφ.): που σχετίζεται με τον τραμπούκο ή ταιριάζει σε αυτόν: ~η: δράση/πρακτική/συμπεριφορά. ~ες: ενέργειες/τακτικές. ● επίρρ.: τραμπούκικα | |
| 51290 | τραμπουκισμός | τρα-μπου-κι-σμός ουσ. (αρσ.): τρόπος συμπεριφοράς και δράσης του τραμπούκου: ~ με απειλές και εκβιασμούς. Τρομοκρατία και ~. ~οί οπαδών. Βλ. -ισμός. | |
| 51291 | τραμπούκος | [τραμποῦκος] τρα-μπού-κος ουσ. (αρσ.): αυτός που ανήκει σε παρακρατική οργάνωση και προβαίνει σε βίαιες ή/και τρομοκρατικές ενέργειες, συνήθ. επί πληρωμή· κατ' επέκτ. θρασύς και ωμός εκβιαστής: επεισόδια/ξυλοδαρμοί από ~ους. Βλ. μπράβος, νονός.|| ~οι στο διαδίκτυο. [< ισπ. εμπορ. ονομασ. trabucos] | |
| 51292 | τρανεύω | τρα-νεύ-ω ρ. (αμτβ.) {τράνεψε} (λαϊκό-λογοτ.): μεγαλώνω: ~ψε και ανδρώθηκε.|| (μτφ.) Ο πόνος μέσα μου ~ει (= δυναμώνει) και θεριεύει. ΣΥΝ. τρανώνω | |
| 51293 | τρανζίστορ | τραν-ζί-στορ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΗΛΕΚΤΡΟΝ. συμπαγής συσκευή για τον έλεγχο της ροής του ηλεκτρικού ρεύματος που αποτελείται από ημιαγωγό με τουλάχιστον τρία ηλεκτρόδια και χρησιμοποιείται ως διακόπτης ή ενισχυτής: διπολικό/επίπεδο ~. ~ επαφής/ισχύος/πυριτίου. Βλ. εκπομπός, πολυδονητής, φωτο~. ΣΥΝ. κρυσταλλολυχνία 2. ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ.) φορητό ραδιόφωνο που περιέχει αντίστοιχο κύκλωμα. ● Υποκ.: τρανζιστοράκι (το): στη σημ. 2. [< 1: αμερικ. transistor, 1948, γαλλ. ~, 1952 2: transistor (radio), 1958, γαλλ. transistor, 1960] | |
| 51294 | τράνζιτ | τράν-ζιτ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} & τράνζιτο 1. μεταφορά εμπορευμάτων από ένα μέρος σε άλλο διαμέσου ενός σταθμού, συνήθ. αεροδρομίου, χωρίς την καταβολή τελωνειακών δασμών και μετά από σύντομη παραμονή σε αυτόν: παράνομες εισαγωγές με ~. Πβ. διαμετακόμιση.|| (ως επίθ.) ~ φορτίο. 2. η κατάσταση των ταξιδιωτών που βρίσκονται σε ενδιάμεσο αεροπορικό συνήθ. σταθμό, χωρίς να υπόκεινται σε έλεγχο των αποσκευών ή των διαβατηρίων τους· συνεκδ. ο αντίστοιχος χώρος αναμονής: ~ χωρίς βίζα.|| (ως επίθ.) ~ αίθουσα αεροδρομίου/διέλευση/επιβάτες/πτήση.|| (ως επίρρ.) Πέρασε ~. [< αγγλ. transit] | |
| 51295 | τρανκουίλο | τραν-κου-ί-λο επίρρ.: ΜΟΥΣ. σε ήρεμο τέμπο. [< ιταλ. tranquillo] | |
| 51296 | τρανός | , ή, ό τρα-νός επίθ. (κυρ. λογοτ.) 1. που είναι μεγάλος κυρ. σε διαστάσεις: (για πρόσ.) ~ (= ψηλός) και λεβέντης/σαν κυπαρίσσι. 2. (μτφ.) που έχει μεγάλη δύναμη ή σημασία: ~ός: καημός (= αβάσταχτος). ~ή: φωνή/χαρά.|| (για πρόσ.) ~ός: αγωνιστής/επιστήμονας. ~οί: πολιτικοί.|| (ως ουσ.) Οι ~οί (= ισχυροί) της Γης/του κόσμου/του τόπου. 3. (μτφ.) προφανής, ολοφάνερος: ~ή: αξία/απόδειξη. ~ό: δείγμα/παράδειγμα. ● ΦΡ.: μεγάλος/μέγας/σπουδαίος και τρανός (εμφατ.): που έχει ισχύ, υψηλό κύρος, πολύ καλή κοινωνική ή/και οικονομική θέση: Σπούδασε, έβγαλε χρήματα, έγινε ~ ~. [< μτγν. τρανός ‘ξεκάθαρος, σαφής’] | |
| 51297 | τρανότητα | τρα-νό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ιδιότητα του τρανού. Βλ. -ότητα. [< μτγν. τρανότης ‘σαφήνεια, ευκρίνεια’] | |
| 51298 | τρανς1 | ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ.} (αργκό): τρανσέξουαλ. | |
| 51299 | τρανς2 | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. το κρέας από το εσωτερικό τμήμα του μοσχαρίσιου μηρού που είναι χωρίς οστά και φτωχό σε συνδετικό ιστό. Βλ. νουά. [< γαλλ. tranche] | |
| 51300 | τρανς3 | : μόνο στο ● ΣΥΜΠΛ.: τρανς λιπαρά (οξέα) βλ. λιπαρός | |
| 51301 | τρανσαμινάση | τραν-σα-μι-νά-ση ουσ. (θηλ.) {τρανσαμινάσ-ες, -ών}: ΒΙΟΧ. ένζυμο που συμβάλλει στον μεταβολισμό συγκεκριμένων αμινοξέων: τα επίπεδα/οι τιμές των ~ών. [< αγγλ. transaminase, 1940, γαλλ. ~, 1964] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ