| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51302 | τρανσαμίνωση | τραν-σα-μί-νω-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. η μεταβολική διεργασία στον καταβολισμό των πρωτεϊνών με την παρουσία τρανσαμινασών, κατά την οποία πραγματοποιείται μεταφορά μιας αμινικής ομάδας από ένα οργανικό μόριο σε άλλο: ~ των αμινοξέων. [< αγγλ. transamination, 1939] | |
| 51303 | τρανσέξουαλ | τραν-σέ-ξου-αλ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: άτομο που έχει κάνει αλλαγή φύλου. Βλ. γκέι, μπαϊσέξουαλ, τραβεστί, τρανσφοβία. ΣΥΝ. τρανς1 [< αγγλ. transsexual, 1956, γαλλ. transsexuel, περ. 1965] | |
| 51304 | τρανσεξουαλικός | , ή, ό τραν-σε-ξου-α-λι-κός επίθ.: που σχετίζεται με τον/την τρανσέξουαλ: ~ές: τάσεις. Βλ. τρανσφοβικός. ΣΥΝ. διεμφυλικός [< αγγλ. transsexual, 1956, γαλλ. transsexuel, περ. 1965] | |
| 51305 | τρανσεξουαλικότητα | τραν-σε-ξου-α-λι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του/της τρανσέξουαλ. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. transsexuality, 1941, γαλλ. transsexualité, 1960] | |
| 51306 | τρανσεξουαλισμός | τραν-σε-ξου-α-λι-σμός ουσ. (αρσ.): η άρνηση ενός ατόμου να αποδεχτεί το βιολογικό του φύλο και ιδ. η έντονη επιθυμία και προσπάθειά του να το αλλάξει. Βλ. -ισμός. [< αγγλ. transsexualism, 1953, γαλλ. transsexualisme, 1956] | |
| 51307 | τρανσκριπτάση | τραν-σκρι-πτά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. μεταγραφάση. | |
| 51308 | τρανσπόρτο | τραν-σπόρ-το ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. αλλαγή τονικότητας σε ένα ολόκληρο μουσικό κομμάτι ή σε κάποιο τμήμα του: Έκανε ~ στο τραγούδι. Πβ. μεταφορά. [< ιταλ. trasporto] | |
| 51309 | τρανσφεράση | τραν-σφε-ρά-ση ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ένζυμο που καταλύει τη μεταφορά συγκεκριμένης ομάδας ατόμων ή ριζών από ένα μόριο σε ένα άλλο ή από μία ένωση σε μια άλλη. [< αγγλ. transferase, 1948] | |
| 51310 | τρανσφερίνη | τραν-σφε-ρί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. πρωτεΐνη που βρίσκεται στο πλάσμα του αίματος, συντίθεται στο συκώτι, δεσμεύει και μεταφέρει τον σίδηρο στον μυελό των οστών και στους ιστούς για τις ανάγκες του οργανισμού. ΣΥΝ. σιδηροφιλίνη [< αγγλ. transferrin, 1947, γαλλ. transferrine, 1953] | |
| 51311 | τρανσφοβία | τραν-σφο-βί-α ουσ. (θηλ.): παράλογος φόβος για άτομα που έχουν κάνει αλλαγή φύλου. [< αγγλ. transphobia, 1992 < trans(gender) + phobia, ιταλ. transfobia, 2006, γαλλ. transphobie, 2020] | |
| 51312 | τρανσφοβικός | , ή, ό τραν-σφο-βι-κός (επίθ.): που φοβάται υπερβολικά, κατακρίνει έντονα ή απορρίπτει όσους έχουν κάνει αλλαγή φύλου: ~ή: επίθεση/συμπεριφορά. ~ές: επιθέσεις. ~ά: περιστατικά/συνθήματα/σχόλια. Βλ. ομοφοβικός. [< αγγλ. transphobic] | |
| 51313 | τράνταγμα | τρά-νταγ-μα ουσ. (ουδ.) 1. βίαιο και απότομο κούνημα: έντονο ~ στο τιμόνι. Ένιωσα ένα δυνατό ~ στο σώμα μου. Πβ. δόνηση, κραδασμός, τίναγμα. ΣΥΝ. ταρακούνημα (1) 2. (μτφ.) κλονισμός, σοκ: Θέλει ένα γερό ~ για να συνέλθει. | |
| 51314 | τραντάζω | τρα-ντά-ζω ρ. (μτβ.) {τράντα-ξα, τραντά-ξει, -χτηκε (λόγ.) -χθηκε, -χτεί (λόγ.) -χθεί, τραντάζ-οντας, -όμενος, τραντα-γμένος} ΣΥΝ. ταρακουνώ 1. κουνώ με μεγάλη δύναμη, συνήθ. βίαια και απότομα: Τον άρπαξε και τον ~ξε θυμωμένος. ~ομαι ολόκληρος από τον βήχα/το γέλιο/τα κλάματα/τους λυγμούς. Το κτίριο ~χτηκε (= κλονίστηκε, έτρεμε) συθέμελα από τον σεισμό. Πβ. δονώ, τινάζω. ΣΥΝ. σείω 2. (μτφ.) αναστατώνω, προκαλώ κλονισμό σε κάποιον: Τα δυσάρεστα νέα μας ~ξαν (= συντάραξαν). ΣΥΝ. συγκλονίζω (1) [< σλαβ. trontja] | |
| 51315 | τρανταχτός | , ή, ό τρα-ντα-χτός επίθ. (προφ.) 1. θορυβώδης και πολύ δυνατός: ~ή: φωνή. ~ά: γέλια. ΣΥΝ. βροντερός (1), ηχηρός (2) 2. (μτφ.) που προξενεί εντύπωση: ~ή: αποτυχία/διαφορά/εξαίρεση. ~ές: αποκαλύψεις. ~ά: λάθη. ~ό "όχι" στην πρόταση νόμου. ~ές μεταγραφές στην ομάδα. ΣΥΝ. βροντερός (2), ηχηρός (1) 3. (μτφ.) που έχει μεγάλη ισχύ, μέγεθος ή σπουδαιότητα: ~ή: απόδειξη (πβ. ακλόνητος, ατράνταχτος, κραυγαλέος, ολοφάνερος)/επιτυχία (: πολύ σημαντική)/περίπτωση. ~ό: επιχείρημα/παράδειγμα. Επιβεβαιώθηκε με (τον πιο) ~ό τρόπο ...|| (για πρόσ.) ~ά: ονόματα (: διάσημες προσωπικότητες). ● επίρρ.: τρανταχτά | |
| 51316 | τρανώνω | τρα-νώ-νω ρ. (αμτβ.) {τράνω-σε, κυρ. στο γ' πρόσ.} (λογοτ.): αποκτώ μεγάλες διαστάσεις, δυναμώνω: ~ει το μίσος της. ~ει το γλέντι. Βλ. δια~. ΣΥΝ. τρανεύω [< μτγν. τρανῶ] | |
| 51317 | τραπ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. σκοπευτικό αγώνισμα με ειδικό τουφέκι, στο οποίο πήλινοι στόχοι εκτοξεύονται από μηχανές τοποθετημένες στο έδαφος: ολυμπιακό ~. ~ ανδρών/γυναικών/εφήβων/νεανίδων.|| Διπλό ~ (: ταυτόχρονη εκτόξευση δύο στόχων). Βλ. σκιτ. [< αμερικ. trapshooting, 1875] | |
| 51318 | τράπεζα | τρά-πε-ζα ουσ. (θηλ.) {-ας (λόγ.) τραπέζ-ης | -ών} 1. ΟΙΚΟΝ. οικονομικός και χρηματοπιστωτικός οργανισμός που ασχολείται με το εμπόριο χρήματος και την παροχή ειδικών υπηρεσιών που σχετίζονται με χρεόγραφα, δανεισμό, πιστώσεις, καταθέσεις, αναλήψεις, έκδοση νομίσματος ή φύλαξη τίτλων: αποταμιευτική/κτηματική/μεταβατική ~. ~ επενδύσεων/συναλλάγματος. Δημόσιες/διεθνείς/εγχώριες/ιδιωτικές/κρατικές/ξένες/στεγαστικές/συνεταιριστικές ~ες. ~ες κρατικού ενδιαφέροντος. Το ΑΤΜ/η διοίκηση/το μετοχικό κεφάλαιο/οι πελάτες της ~ας. Ενοικίαση των θυρίδων της ~ας. Καλή και κακή ~. Διευθυντής/ταμίας/υπάλληλος σε ~. Μεταφορά χρημάτων/πληρωμή μέσω ~ης. Εξαγορές/ιδιωτικοποιήσεις/συγχωνεύσεις ~ών. Θυγατρικές/(υπο)καταστήματα ~ών. Άνοιξε/διατηρεί λογαριασμό στην ~.|| Ηλεκτρονική ~ (: για τραπεζικές συναλλαγές μέσω διαδικτύου). Βλ. παρα~. 2. (συνεκδ.) το κτίριο στο οποίο στεγάζεται ο ανωτέρω οργανισμός ή/και κάθε παράρτημά του. 3. χώρος συλλογής, αποθήκευσης, συντήρησης ή/και επεξεργασίας κάποιου πράγματος: (ΙΑΤΡ.) ~ μοσχευμάτων.|| ~ θεμάτων (διαβαθμισμένης δυσκολίας)/νομικών πληροφοριών. Βλ. ταμείο. 4. (λόγ.) τραπέζι: (ΙΑΤΡ.) Χειρουργικές ~ες.|| (ΑΡΧΑΙΟΛ.) ~ προσφορών της παλαιοχριστιανικής περιόδου. Βλ. φωτο~. 5. ΕΚΚΛΗΣ. (σε μοναστήρι) το μεγάλο τραπέζι ή ο χώρος για ομαδικά γεύματα και συνεκδ. το γεύμα που προσφέρεται εκεί: Κάθισαν στην ~.|| Η ~ της Μονής. Πβ. τραπεζαρία.|| Παρετέθη πλούσια ~. 6. ΓΕΩΛ. περιοχή που έχει μεγαλύτερο ύψος από αυτές που βρίσκονται γύρω της: ~ πάγου (πβ. κρηπίδα πάγου). ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία Τράπεζα: ΕΚΚΛΗΣ. τραπέζι στο Ιερό Βήμα χριστιανικού ναού για την τέλεση της Θείας Ευχαριστίας. Βλ. αντιμήνσιο, αρτοφόριο, ειλητό., τράπεζα βιολογικού υλικού: ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. βιοτράπεζα., τράπεζα γενετικού υλικού & (σπάν.) γενετική τράπεζα: ΒΙΟΛ.-ΟΙΚΟΛ. χώρος συλλογής, αποθήκευσης και συντήρησης του γενετικού υλικού ανθρώπων, ζώων ή φυτών για ερευνητικούς συνήθ. σκοπούς. Βλ. γονιδιωματική βιβλιοθήκη., τράπεζα δεδομένων/πληροφοριών: ΠΛΗΡΟΦ. σύνολο δεδομένων σχετικών μεταξύ τους που είναι οργανωμένα και καταχωρημένα ηλεκτρονικά: ψηφιακή ~ ~. Εθνικές/κεντρικές ~ες ~. Δημιουργία ~ας ~. Βλ. βάση δεδομένων. [< αγγλ. data bank, 1966] , Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών: ΟΙΚΟΝ. διεθνής τράπεζα και οργανισμός που ιδρύθηκε το 1930 και επιδιώκει τη συνεργασία μεταξύ των κεντρικών τραπεζών και την παροχή διευκολύνσεων για διεθνείς χρηματοδοτικές πράξεις. [< αγγλ. Bank for International Settlements] , Τράπεζα Τροφίμων: κοινωφελές ίδρυμα που έχει ως σκοπό τη συγκέντρωση τροφίμων με δωρεές και τη διάθεσή τους σε ευπαθείς ομάδες: ~ ~ του δήμου .../της Ιεράς Μητρόπολης ... [< αμερικ. food bank, 1971] , εκδοτική τράπεζα βλ. εκδοτικός, Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα βλ. ευρωπαϊκός, κεντρική τράπεζα βλ. κεντρικός, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός, τράπεζα αίματος βλ. αίμα, τράπεζα σπέρματος βλ. σπέρμα ● ΦΡ.: τραπέζι των διαπραγματεύσεων βλ. διαπραγμάτευση, τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών βλ. συζήτηση, χωρισμός από τραπέζης και κοίτης βλ. κοίτη [< 1,2,4: αρχ. τράπεζα 3: αγγλ. bank 5: μεσν. τράπεζα] | |
| 51320 | τραπέζι | τρα-πέ-ζι ουσ. (ουδ.) {τραπεζ-ιού} 1. έπιπλο που αποτελείται από μία οριζόντια επιφάνεια και τη βάση της, συνήθ. με τέσσερα πόδια: αναδιπλούμενο/βοηθητικό/γυάλινο/μακρόστενο/μαρμάρινο/μεταλλικό/ξύλινo/οβάλ/ορθογώνιο/περιστρεφόμενο/σκαλιστό/σταθερό/στρογγυλό (= ροτόντα)/τετράγωνο/τροχήλατο/χαμηλό/χειροποίητο ~. (Πτυσσόμενο) ~ κουζίνας με τέσσερις καρέκλες. ~ με τρία πόδια. ~ από ξύλο καρυδιάς. ~ με εδέσματα/μεζέδες/ποτά. ~ βεράντας/κήπου/κουζίνας/σαλονιού/τραπεζαρίας/φαγητού. Κάθισαν γύρω από το ~/στο ~. Σηκώθηκαν από το ~. Έκατσε στην κεφαλή/στην κορυφή του ~ιού.|| Tο ~ είναι έτοιμο (= στρωμένο).|| Χειρουργικό ~. ~ εργασίας (πβ. πάγκος)/κοπής/μπιλιάρδου/πινγκ πονγκ/πόκερ/συνεδριάσεων/συσκέψεων/τηλεόρασης.|| (σε χώρο εστίασης, καφέ, μπαρ ή κέντρο διασκέδασης) Κράτηση ~ιού. Δεν υπάρχει διαθέσιμο/ελεύθερο ~. Έχετε ~ για δύο/τέσσερα άτομα;|| (συνεκδ.) Το ~ στο βάθος ζήτησε τον λογαριασμό (: οι πελάτες που κάθονται σ' αυτό). 2. (συνεκδ.) φαγητό, γεύμα, δείπνο: γιορτινό/επίσημο/καθημερινό/οικογενειακό/πασχαλινό/πρωτοχρονιάτικο/σαρακοστιανό/φιλικό/χριστουγεννιάτικο ~. Το ~ της Καθαράς Δευτέρας. Το ~ (= γλέντι) του γάμου. Από την παραγωγή στο ~ του καταναλωτή. Τα φρούτα δεν πρέπει να λείπουν από το ~ μας. Τους έχουν καλέσει σε ~.|| Δεν μιλάμε στο ~ (= την ώρα του φαγητού). 3. {χωρ. πληθ.} (μτφ.) επίσημος διάλογος που πραγματοποιείται με συγκεκριμένους στόχους: το ~ των διαβουλεύσεων/της συνόδου. Tο σχέδιο θα τεθεί εκ νέου στο ~ των διαπραγματεύσεων. Οι δύο πλευρές κάθισαν για πρώτη φορά στο ίδιο ~.|| Έριξε στο ~ το θέμα/την ιδέα/την πρόταση ... (: έφερε το θέμα για συζήτηση, υπέβαλε την πρόταση). Πβ. τράπεζα. ● Υποκ.: τραπεζάκι (το), τραπεζίδιο (το) ● ΣΥΜΠΛ.: πράσινη τσόχα βλ. τσόχα, συζήτηση στρογγυλής τραπέζης βλ. στρογγυλός ● ΦΡ.: βρήκε στρωμένο τραπέζι: απέκτησε ή πέτυχε κάτι, χωρίς να κουραστεί: Προσπάθησε πολύ στη ζωή του, δεν ~ ~ από κανέναν., κάνω σε κάποιον το τραπέζι/έχω τραπέζι: παραθέτω γεύμα ή δείπνο: Μας έκανε το ~ (: κέρασε) για τη γιορτή της. Μας έχει ~ σήμερα η πεθερά μου. Πβ. τραπεζώνω., κάτω από το τραπέζι (μτφ.): με κρυφό, παράτυπο ή παράνομο τρόπο: συμφωνίες/συναλλαγές ~ ~. Πήρε ... ευρώ/χρήματα ~ ~., μαζεύω/ξεστρώνω το τραπέζι & σηκώνω το τραπέζι: αφαιρώ τα σκεύη του φαγητού ή και το τραπεζομάντιλο μετά το τέλος του γεύματος: Μάζεψε το ~ και έφτιαξε καφέ., πρώτο τραπέζι πίστα: τραπέζι που είναι μπροστά στην πίστα νυχτερινού κέντρου· κατ' επέκτ. μπροστινή θέση: Έκλεισε/έπιασαν/κάθισαν ~ ~.|| Ήταν ~ ~ στο γήπεδο. Βλ. πρώτη μούρη., στρώνω/βάζω (το) τραπέζι: απλώνω το τραπεζομάντιλο και τοποθετώ στο τραπέζι τα απαραίτητα για το φαγητό: Τους έβαλε ~ να φάνε., τραπέζι των διαπραγματεύσεων βλ. διαπραγμάτευση, τραπέζι/τράπεζα των συζητήσεων/των συνομιλιών βλ. συζήτηση [< μεσν. τραπέζιν < αρχ. τραπέζιον] | |
| 51321 | τραπεζικός | , ή, ό τρα-πε-ζι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την τράπεζα: ~ός: δείκτης/κολοσσός/όμιλος/τομέας/υπάλληλος. ~ή: αγορά/ανάπτυξη/διοίκηση/δραστηριότητα/εγγύηση/εντολή/εξυπηρέτηση/επιταγή/εταιρεία/κατάθεση/μεταφορά/οδηγία/πίστωση (βλ. ενέγγυα πίστωση)/πολιτική/πρακτική/ρευστότητα/χρηματοδότηση. ~ό: απόρρητο/δάνειο/δίκαιο/έμβασμα/ίδρυμα/κατάστημα/κεφάλαιο/υπόλοιπο. ~οί: οργανισμοί/τίτλοι (του Χρηματιστηρίου)/τόκοι. ~ές: εργασίες/μετοχές/προμήθειες/συμβάσεις/συναλλαγές/υπηρεσίες. ~ά: επιτόκια/κέρδη/προϊόντα. Αυτόματες ~ές μηχανές (= αυτόματα μηχανήματα αναλήψεων, ΑΤΜ). Πβ. τραπεζιτικός. Βλ. δια~, εξω~, παρα~. ● Ουσ.: τραπεζική (η): γενικός όρος για διάφορους τομείς των τραπεζικών εργασιών: επενδυτική/λιανική/ναυτιλιακή/χονδρική ~. Ασφαλής ~ επιχειρήσεων/ιδιωτών., τραπεζικός (ο/η): τραπεζοϋπάλληλος. ● ΣΥΜΠΛ.: ηλεκτρονική τραπεζική: το σύνολο των συναλλαγών που διενεργούν πελάτες τράπεζας, χρησιμοποιώντας ηλεκτρονικά μέσα και κυρ. το διαδίκτυο, χωρίς να είναι απαραίτητη η φυσική τους παρουσία σε τραπεζικό κατάστημα: πληρωμή λογαριασμών μέσω ~ής ~ής. [< αγγλ. electronic/e- banking, 1957] , τραπεζικό σύστημα: το σύνολο των χρηματοπιστωτικών οργανισμών και ιδρυμάτων (μιας χώρας) και ειδικότ. ο τρόπος οργάνωσης και διαχείρισης του δικτύου τους: ισχυρό/κεντρικό/παγκόσμιο ~ ~. Δομή του ~ού ~ατος. Συγχωνεύσεις και εξαγορές στο ~ ~.|| Εξόφληση λογαριασμών/πληρωμή μισθών/συναλλαγές μέσω ~ού ~ατος. [< αγγλ. banking system] , Διεθνής Αριθμός Τραπεζικού Λογαριασμού βλ. λογαριασμός, τραπεζικό χρήμα βλ. χρήμα, Τραπεζικός Μεσολαβητής βλ. μεσολαβητής [< πβ. μεσν. τραπεζικός ΄που αναφέρεται στο τραπέζι, στην παροχή τροφής΄, αγγλ. bank, banking, γαλλ. bancaire, 1912] | |
| 51322 | τραπέζιο | τρα-πέ-ζι-ο ουσ. (ουδ.) {τραπεζί-ου} 1. ΓΕΩΜ. τετράπλευρο που έχει μόνο τις δύο από τις απέναντι πλευρές του παράλληλες: ισοσκελές (: με δύο πλευρές ίσες)/ορθογώνιο (: με δύο γωνίες ορθές) ~. Βάση/εμβαδόν/επιφάνεια/ύψος του ~ου. 2. ΑΘΛ. κοντή οριζόντια μπάρα που κρέμεται από δύο παράλληλα σχοινιά και χρησιμοποιείται για γυμναστικές ασκήσεις ή ακροβατικές επιδείξεις. [< 1: αρχ. τραπέζιον, αγγλ. trapezium 2: γαλλ. trapèze, αγγλ. trapeze] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ