| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51337 | τραπεζοϋπαλληλικός | , ή, ό τρα-πε-ζο-ϋ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον τραπεζοϋπάλληλο. | |
| 51338 | τραπεζοϋπάλληλος | τρα-πε-ζο-ϋ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήλου}: υπάλληλος σε τράπεζα. ΣΥΝ. τραπεζικός | |
| 51339 | τραπέζωμα | τρα-πέ-ζω-μα ουσ. (ουδ.) {τραπεζώμ-ατα} (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τραπεζώνω: Το Πάσχα είχαμε/κάναμε πολλά ~ατα.|| Προεκλογικά ~ατα. [< πβ. μτγν. τραπεζώματα 'προσφορές σε θεότητες'] | |
| 51340 | τραπεζώνω | τρα-πε-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {τραπέζω-σε, τραπεζώ-σει, τραπεζών-οντας} (λαϊκό): κάνω σε κάποιον το τραπέζι, συνήθ. στο πλαίσιο των κοινωνικών υποχρεώσεων: ~σε τους κουμπάρους/φίλους του. [< πβ. αρχ. τραπεζῶ 'τοποθετώ πάνω σε τραπέζι'] | |
| 51341 | τραπεί | βλ. τρέπω | |
| 51342 | τράπηκα | βλ. τρέπω | |
| 51343 | τράπουλα | τρά-που-λα ουσ. (θηλ.): σύνολο από πενήντα τέσσερα συνήθ. τραπουλόχαρτα σε δεσμίδα: ανακατεμένη/πλαστική ~. Επαγγελματικές ~ες. Κάρτες/φιγούρες/χαρτιά της ~ας. Μοίρασµα της ~ας. Παιχνίδια ~ας (: δηλωτή, εικοσιμία, κολτσίνα, πόκα, τριανταμία). Κόλπα/τρικ με ~. Ο παίκτης κόβει την ~ (στα δύο). Βλ. ταρό, χαρτοπαίγνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά βλ. σημαδεμένος ● ΦΡ.: ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. ανακατεύω [< ιταλ. trappola] | |
| 51344 | τραπουλόχαρτο | τρα-που-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ορθογώνια κάρτα τράπουλας που χαρακτηρίζεται από το χρώμα (μαύρο ή κόκκινο), το σύμβολο (μπαστούνι, σπαθί, κούπα ή καρό) και τον αριθμό· χρησιμοποιείται σε ποικίλα παιχνίδια: κόλπα με ~α. Βλ. άσος, βαλές, ντάμα, ρήγας, -χαρτο. ΣΥΝ. παιγνιόχαρτο, φύλλο (8), χαρτί (4) ● ΦΡ.: σαν/ως χάρτινος πύργος βλ. πύργος | |
| 51345 | τραστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΟΙΚΟΝ. συνασπισμός ομοειδών εταιρειών υπό μορφή ομίλου με κοινή διεύθυνση που έχει ή επιχειρεί να αποκτήσει μονοπωλιακό έλεγχο συγκεκριμένου προϊόντος στην αγορά: διεθνές/παγκόσμιο ~. Οικονομικά ~. ~ πετρελαίου. Τα ~ των πολυεθνικών. Βλ. αντι~. 2. ΝΟΜ. καταπίστευμα. [< αγγλ. trust] | |
| 51346 | τράστο | τρά-στο ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ταγάρι: Έβαλε το ψωμί στο ~. [< μεσν. τάγιστρον] | |
| 51347 | τράτα | τρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. μεγάλο δίχτυ κωνικού σχήματος με πλατύ στόμιο, που ρίχνεται στα βαθιά και σέρνεται από αλιευτικό σκάφος κατά μήκος του βυθού θάλασσας ή λίμνης· το ίδιο το σκάφος: ολόφρεσκα ψάρια από την ~. Πβ. γρίπος.|| Αλιεία με ~. Βλ. ανεμό-, βιντζό-, μηχανό-, ψαρό-τρατα. 2. ΛΑΟΓΡ. κυκλικός χορός που χορεύουν συνήθ. γυναίκες πιασμένες με τα χέρια χιαστί. [< 1: ιταλ. tratta] | |
| 51348 | τραταμέντο | τρα-τα-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κέρασμα, κυρ. στο σπίτι: Τον υποδέχτηκαν με ~. Η νοικοκυρά πρόσφερε τα ~α. ΣΥΝ. τρατάρισμα [< ιταλ. trattamento] | |
| 51349 | τρατάρης | τρα-τά-ρης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τράτας ή επαγγελματίας ψαράς σε τράτα. | |
| 51350 | τρατάρισμα | τρα-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τρατάρω: Τα γλυκά του κουταλιού αποτελούν παραδοσιακό ~. Πβ. κέρασμα. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τραταμέντο, φίλεμα | |
| 51351 | τρατάρω | τρα-τά-ρω ρ. (μτβ.) {τράταρ-α κ. τρατάρ-ισα} (λαϊκό): προσφέρω κάτι ως κέρασμα συνήθ. σε επισκέπτη: Έλα/πέρνα το απόγευμα να σε ~ ένα γλυκό/έναν καφέ. ΣΥΝ. φιλεύω [< μεσν. τρατάρω] | |
| 51352 | τράτο | τρά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): περιθώριο, συνήθ. χρονικό: Του έδωσε ένα μήνα ~, για να ... [< ιταλ. tratto] | |
| 51353 | τρατορία | τρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): εστιατόριο με ιταλική κουζίνα. [< ιταλ. trattoria] | |
| 51354 | τραυλίζω | τραυ-λί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τραύλι-σα, τραυλί-σει, τραυλίζ-οντας} 1. ΙΑΤΡ. έχω τραυλισμό: Είναι βραδύγλωσσος και ~ει. Πβ. κομπιάζω. ΣΥΝ. κεκεδίζω 2. (κατ' επέκτ.) δυσκολεύομαι περιστασιακά στην ομιλία, κυρ. λόγω συναισθηματικής έντασης: Όταν μιλάει μπροστά σε κοινό, ~ει. Θύμωσε/τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να ~ει. Πβ. μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου. 3. (σπάν.-μτφ.) λέω κάτι χαμηλόφωνα, συνήθ. με τρέμουλο και κόμπιασμα στη φωνή: ~σε μια δικαιολογία. Πβ. μουρμουρίζω, ψελλίζω. [< 1: αρχ. τραυλίζω] | |
| 51355 | τραύλισμα | τραύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τραυλισμός: Το στρες μπορεί να επιδεινώσει το ~. Πβ. κόμπιασμα. Βλ. ψέλλισμα. ΣΥΝ. κεκέδισμα [< μτγν. τραύλισμα] | |
| 51356 | τραυλισμός | τραυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που εκδηλώνεται με ακούσιες ξαφνικές παύσεις και συνεχόμενες επαναλήψεις ήχων, ιδ. των αρχικών φθόγγων ή συλλαβών: ~ και λογοθεραπεία. Πβ. βραδυγλωσσία. Βλ. δυσαρθρία, δυσλαλία, -ισμός, ψευδισμός. [< μτγν. τραυλισμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ