Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [51840-51860]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51323τραπεζίτης1τρα-πε-ζί-της ουσ. (αρσ.): πρόσωπο που έχει στην ιδιοκτησία του τράπεζα ή όμιλο τραπεζών ή είναι ο βασικός μέτοχος: επενδυτικός/κεντρικός ~. Αγορά μετοχών από τους εγχώριους ~ες. Βλ. -ίτης1. [< αρχ. τραπεζίτης ‘αργυραμοιβός’, μτγν. ~ ‘διευθυντής κρατικής τράπεζας’, αγγλ. banker, γαλλ. banquier]
51324τραπεζίτης2τρα-πε-ζί-της ουσ. (αρσ.): ΑΝΑΤ. γομφίος.
51325τραπεζιτικός, ή, ό τρα-πε-ζι-τι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον τραπεζίτη, τον τραπεζοϋπάλληλο ή την τράπεζα: ~ός: τομέας. ~ή: εταιρεία. ~ό: κεφάλαιο/σύστημα.|| (σπάν. ως ουσ., για πρόσ.) Είναι ~. Πβ. τραπεζικός. [< μτγν. τραπεζιτικός]
51326τραπεζοασφάλειεςτρα-πε-ζο-α-σφά-λει-ες ουσ. (θηλ.) (οι): ΟΙΚΟΝ. σύνολο υπηρεσιών και προϊόντων, όπως στεγαστικά προγράμματα ή ασφάλιση ζωής, που προκύπτουν από τη συνεργασία τραπεζών και ασφαλιστικών εταιρειών και πωλούνται στο ευρύ κοινό. [< αγγλ. bancassurance, 1989]
51327τραπεζοασφαλιστικός, ή, ό τρα-πε-ζο-α-σφα-λι-στι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τις τραπεζοασφάλειες: ~ός: όμιλος. ~ό: πρόγραμμα. ~ές: εργασίες/υπηρεσίες. ~ά: προϊόντα.
51328τραπεζογραμμάτιοτρα-πε-ζο-γραμ-μά-τι-ο ουσ. (ουδ.) {συνηθέστ. στον πλήθ.} (επίσ.): ΟΙΚΟΝ. χαρτονόμισμα. [< γαλλ. billet de banque]
51329τραπεζοειδής, ής, ές τρα-πε-ζο-ει-δής επίθ. (λόγ.): του οποίου το σχήμα είναι όμοιο με τραπέζιο: ~ής: λαμαρίνα. ~ές: ηχείο. ~είς: ιμάντες. ~ή: φύλλα. ~είς απολήξεις εξάτμισης. Βλ. -ειδής. ● ΣΥΜΠΛ.: τραπεζοειδής μυς (ο): ΑΝΑΤ. καθένας από τους δύο μεγάλους και πλατείς μυς σε σχήμα τριγώνου που βρίσκονται στην πίσω πλευρά του τραχήλου και της πλάτης. [< μτγν. τραπεζοειδής, γαλλ. trapézoïde, αγγλ. trapezoid]
51330τραπεζοκαθίσματατρα-πε-ζο-κα-θί-σμα-τα ουσ. (ουδ.) (τα): το σύνολο των τραπεζιών και των καθισμάτων ενός μαγαζιού: τα ~ της καφετέριας/πλατείας. Άδεια χρήσης πεζοδρομίου για ~.
51331τραπεζοκεντρικός, ή, ό τρα-πε-ζο-κε-ντρι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που βασίζεται στις τράπεζες ή γενικότ. στο τραπεζικό σύστημα: ~ή: αγορά/άνοδος. Βλ. -κεντρικός.
51332τραπεζοκομίατρα-πε-ζο-κο-μί-α ουσ. (θηλ.) (επίσ.): η τέχνη και το επάγγελμα του τραπεζοκόμου. Βλ. -κομία, οροφοκομία.
51333τραπεζοκόμοςτρα-πε-ζο-κό-μος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {(σπάν.-προφ.) θηλ. τραπεζοκόμα}: αυτός που εργάζεται σε χώρους όπου σερβίρεται φαγητό και είναι υπεύθυνος για το στρώσιμο των τραπεζιών και την εξυπηρέτηση όσων τρώνε: ~ σε εστιατόριο/νοσοκομείο/παιδικό σταθμό. Βλ. -κόμος, σερβιτόρος. [< πβ. μτγν. τραπεζοκόμος ‘δούλος αρμόδιος για το τραπέζι’]
51334τραπεζοκρατίατρα-πε-ζο-κρα-τί-α ουσ. (θηλ.): κατάσταση που χαρακτηρίζεται από τον κυρίαρχο ρόλο των τραπεζών, κυρ. στην πολιτική και οικονομική ζωή ενός τόπου. Βλ. -κρατία.
51335τραπεζομάντιλοτρα-πε-ζο-μά-ντι-λο ουσ. (ουδ.) & τραπεζομάντηλο: κομμάτι συνήθ. από ύφασμα που στρώνεται πάνω στο τραπέζι κυρ. την ώρα του φαγητού ή για διακοσμητικούς λόγους: καρό/πλαστικό/τετράγωνο/στρογγυλό (= ροτόντα) ~. Απλώνω/βάζω καθαρό ~. Τινάζω το ~. Χάρτινα ~α μιας χρήσης. Βλ. ράνερ. [< μεσν. τραπεζομάντιλον]
51336τραπεζομάχαιροτρα-πε-ζο-μά-χαι-ρο ουσ. (ουδ.): μαχαίρι που χρησιμοποιείται κυρ. την ώρα του φαγητού: Έκοψε το ψωμί με το ~.
51337τραπεζοϋπαλληλικός, ή, ό τρα-πε-ζο-ϋ-παλ-λη-λι-κός επίθ.: ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με τον τραπεζοϋπάλληλο.
51338τραπεζοϋπάλληλοςτρα-πε-ζο-ϋ-πάλ-λη-λος ουσ. (αρσ. + θηλ.) {-ου (λόγ.) -ήλου}: υπάλληλος σε τράπεζα. ΣΥΝ. τραπεζικός
51339τραπέζωματρα-πέ-ζω-μα ουσ. (ουδ.) {τραπεζώμ-ατα} (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τραπεζώνω: Το Πάσχα είχαμε/κάναμε πολλά ~ατα.|| Προεκλογικά ~ατα. [< πβ. μτγν. τραπεζώματα 'προσφορές σε θεότητες']
51340τραπεζώνωτρα-πε-ζώ-νω ρ. (μτβ.) {τραπέζω-σε, τραπεζώ-σει, τραπεζών-οντας} (λαϊκό): κάνω σε κάποιον το τραπέζι, συνήθ. στο πλαίσιο των κοινωνικών υποχρεώσεων: ~σε τους κουμπάρους/φίλους του. [< πβ. αρχ. τραπεζῶ 'τοποθετώ πάνω σε τραπέζι']
51341τραπείβλ. τρέπω
51342τράπηκαβλ. τρέπω

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.