| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51343 | τράπουλα | τρά-που-λα ουσ. (θηλ.): σύνολο από πενήντα τέσσερα συνήθ. τραπουλόχαρτα σε δεσμίδα: ανακατεμένη/πλαστική ~. Επαγγελματικές ~ες. Κάρτες/φιγούρες/χαρτιά της ~ας. Μοίρασµα της ~ας. Παιχνίδια ~ας (: δηλωτή, εικοσιμία, κολτσίνα, πόκα, τριανταμία). Κόλπα/τρικ με ~. Ο παίκτης κόβει την ~ (στα δύο). Βλ. ταρό, χαρτοπαίγνιο. ● ΣΥΜΠΛ.: σημαδεμένη τράπουλα/σημαδεμένα χαρτιά βλ. σημαδεμένος ● ΦΡ.: ανακατεύω την τράπουλα/τα χαρτιά βλ. ανακατεύω [< ιταλ. trappola] | |
| 51344 | τραπουλόχαρτο | τρα-που-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ορθογώνια κάρτα τράπουλας που χαρακτηρίζεται από το χρώμα (μαύρο ή κόκκινο), το σύμβολο (μπαστούνι, σπαθί, κούπα ή καρό) και τον αριθμό· χρησιμοποιείται σε ποικίλα παιχνίδια: κόλπα με ~α. Βλ. άσος, βαλές, ντάμα, ρήγας, -χαρτο. ΣΥΝ. παιγνιόχαρτο, φύλλο (8), χαρτί (4) ● ΦΡ.: σαν/ως χάρτινος πύργος βλ. πύργος | |
| 51345 | τραστ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΟΙΚΟΝ. συνασπισμός ομοειδών εταιρειών υπό μορφή ομίλου με κοινή διεύθυνση που έχει ή επιχειρεί να αποκτήσει μονοπωλιακό έλεγχο συγκεκριμένου προϊόντος στην αγορά: διεθνές/παγκόσμιο ~. Οικονομικά ~. ~ πετρελαίου. Τα ~ των πολυεθνικών. Βλ. αντι~. 2. ΝΟΜ. καταπίστευμα. [< αγγλ. trust] | |
| 51346 | τράστο | τρά-στο ουσ. (ουδ.) (παρωχ.): ταγάρι: Έβαλε το ψωμί στο ~. [< μεσν. τάγιστρον] | |
| 51347 | τράτα | τρά-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΝΑΥΤ. μεγάλο δίχτυ κωνικού σχήματος με πλατύ στόμιο, που ρίχνεται στα βαθιά και σέρνεται από αλιευτικό σκάφος κατά μήκος του βυθού θάλασσας ή λίμνης· το ίδιο το σκάφος: ολόφρεσκα ψάρια από την ~. Πβ. γρίπος.|| Αλιεία με ~. Βλ. ανεμό-, βιντζό-, μηχανό-, ψαρό-τρατα. 2. ΛΑΟΓΡ. κυκλικός χορός που χορεύουν συνήθ. γυναίκες πιασμένες με τα χέρια χιαστί. [< 1: ιταλ. tratta] | |
| 51348 | τραταμέντο | τρα-τα-μέ-ντο ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): κέρασμα, κυρ. στο σπίτι: Τον υποδέχτηκαν με ~. Η νοικοκυρά πρόσφερε τα ~α. ΣΥΝ. τρατάρισμα [< ιταλ. trattamento] | |
| 51349 | τρατάρης | τρα-τά-ρης ουσ. (αρσ.): ιδιοκτήτης τράτας ή επαγγελματίας ψαράς σε τράτα. | |
| 51350 | τρατάρισμα | τρα-τά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τρατάρω: Τα γλυκά του κουταλιού αποτελούν παραδοσιακό ~. Πβ. κέρασμα. Βλ. -ισμα. ΣΥΝ. τραταμέντο, φίλεμα | |
| 51351 | τρατάρω | τρα-τά-ρω ρ. (μτβ.) {τράταρ-α κ. τρατάρ-ισα} (λαϊκό): προσφέρω κάτι ως κέρασμα συνήθ. σε επισκέπτη: Έλα/πέρνα το απόγευμα να σε ~ ένα γλυκό/έναν καφέ. ΣΥΝ. φιλεύω [< μεσν. τρατάρω] | |
| 51352 | τράτο | τρά-το ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (λαϊκό): περιθώριο, συνήθ. χρονικό: Του έδωσε ένα μήνα ~, για να ... [< ιταλ. tratto] | |
| 51353 | τρατορία | τρα-το-ρί-α ουσ. (θηλ.) (προφ.): εστιατόριο με ιταλική κουζίνα. [< ιταλ. trattoria] | |
| 51354 | τραυλίζω | τραυ-λί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τραύλι-σα, τραυλί-σει, τραυλίζ-οντας} 1. ΙΑΤΡ. έχω τραυλισμό: Είναι βραδύγλωσσος και ~ει. Πβ. κομπιάζω. ΣΥΝ. κεκεδίζω 2. (κατ' επέκτ.) δυσκολεύομαι περιστασιακά στην ομιλία, κυρ. λόγω συναισθηματικής έντασης: Όταν μιλάει μπροστά σε κοινό, ~ει. Θύμωσε/τρόμαξε τόσο πολύ που άρχισε να ~ει. Πβ. μπερδεύω τα λόγια μου/τη γλώσσα μου. 3. (σπάν.-μτφ.) λέω κάτι χαμηλόφωνα, συνήθ. με τρέμουλο και κόμπιασμα στη φωνή: ~σε μια δικαιολογία. Πβ. μουρμουρίζω, ψελλίζω. [< 1: αρχ. τραυλίζω] | |
| 51355 | τραύλισμα | τραύ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): τραυλισμός: Το στρες μπορεί να επιδεινώσει το ~. Πβ. κόμπιασμα. Βλ. ψέλλισμα. ΣΥΝ. κεκέδισμα [< μτγν. τραύλισμα] | |
| 51356 | τραυλισμός | τραυ-λι-σμός ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. διαταραχή της ομιλίας που εκδηλώνεται με ακούσιες ξαφνικές παύσεις και συνεχόμενες επαναλήψεις ήχων, ιδ. των αρχικών φθόγγων ή συλλαβών: ~ και λογοθεραπεία. Πβ. βραδυγλωσσία. Βλ. δυσαρθρία, δυσλαλία, -ισμός, ψευδισμός. [< μτγν. τραυλισμός] | |
| 51357 | τραυλός | , ή, ό τραυ-λός επίθ./ουσ.: για άτομο που πάσχει από τραυλισμό. Πβ. βραδύγλωσσος. Βλ. ψευδός. ΣΥΝ. κεκές [< αρχ. τραυλός] | |
| 51358 | τραυλότητα | τραυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τραυλισμός. Βλ. -ότητα. [< αρχ. τραυλότης] | |
| 51359 | τραύμα | [τραῦμα] τραύ-μα ουσ. (ουδ.) {τραύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. πληγή, τραυματισμός: ανοιχτό/βαθύ/επιπόλαιο/θανατηφόρο/θλαστικό/χειρουργικό ~. Εγκεφαλικά/εκτεταμένα/ελαφρά/εξωτερικά/επιφανειακά/εσωτερικά/σοβαρά ~ατα. ~ατα του θώρακα/προσώπου. ~ατα στο δέρμα/στην κοιλιά. Αποκατάσταση/επίδεση/θεραπεία/(επι)μόλυνση/επούλωση/καθαρισμός/περιποίηση/χείλη του ~ατος. Κλείνει τo ~. Διατηρήστε καθαρή την περιοχή του ~ατος. Άλλαξε τα ράμματα στο ~. Το θύμα έχει/φέρει (βαριά/πολλαπλά) ~ατα στον αυχένα και στην πλάτη. Υπέκυψε στα ~ατά του (: πέθανε). Πβ. λαβωματιά. Βλ. βαρότραυμα, βλάβη, κάκωση. 2. (μτφ.) εμπειρία ή γεγονός με αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες: εθνικό/ιστορικό/συλλογικό ~ (πβ. πλήγμα). Νωπά/οικογενειακά/προσωπικά ~ατα. Τα ~ατα της παιδικής ηλικίας (= παιδικά ~ατα)/του πολέμου. Ο χωρισμός συχνά αφήνει/δημιουργεί/προκαλεί ~ατα. Αντιμετωπίζω/ξεπερνώ τα ~ατά μου. Ο χρόνος θα γιατρέψει τα ~ατα. ● ΣΥΜΠΛ.: τραύμα της γέννησης: (σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες) το ψυχικό σοκ του νεογνού από την εμπειρία της γέννησης., διαμπερές τραύμα βλ. διαμπερής, τυφλό τραύμα βλ. τυφλός, ψυχικό τραύμα βλ. ψυχικός [< 1: αρχ. τραῦμα, γαλλ.-αγγλ. trauma] | |
| 51360 | τραυματίας | τραυ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τραυματι-ών}: πρόσωπο που έχει τραυματιστεί: ελαφρά ~. Πρώτες βοήθειες σε ~α. Υπέκυψε ~ τροχαίου. Ο ~ μεταφέρθηκε με φορείο στο νοσοκομείο. ~ες πολέμου. ~ες από έκρηξη/συμπλοκή. Διάσωση/λίστα (: π.χ. σε σεισμό)/περίθαλψη ~ών. Πβ. λαβω-, πληγω-, τραυματισ-μένος. Βλ. πολυ~. [< αρχ. τραυματίας] | |
| 51361 | τραυματίζω | τραυ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τραυμάτι-σα, τραυματί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, τραυματίζ-οντας} 1. προκαλώ τραύμα: Τον ~σε με μαχαίρι. Πυροβόλησε και τον ~σε βαριά/ελαφρά/θανάσιμα. ~στηκαν από βόμβα/έκρηξη. ~στηκε σε ατύχημα/σε τροχαίο. ~σμένος: εργάτης. ~σμένοι: στρατιώτες. Νοσηλεύεται σοβαρά ~σμένος.|| ~σμένο: ζώο. Πβ. λαβώνω, πληγώνω. Βλ. αυτοτραυματίζομαι. 2. (μτφ.) προξενώ ψυχική βλάβη: ~ (βαθύτατα) την αξιοπρέπεια/αυτοπεποίθηση/περηφάνια κάποιου. Η σχέση ~στηκε ανεπανόρθωτα. ~σμένη: καρδιά. ~σμένο: γόητρο. Πβ. θίγω, πλήττω2. [< 1: αρχ. τραυματίζω, γαλλ. traumatiser, 1922, αγγλ. traumatize, 1903] | |
| 51362 | τραυματικός | , ή, ό τραυ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τραύμα ή οφείλεται σε αυτό: ~ή: ρήξη (της αορτής). ~ό: σοκ (: κλονισμός του οργανισμού μετά από σοβαρό τραυματισμό). ~ές: βλάβες/κακώσεις/παθήσεις. 2. (μτφ.) που προξενεί θλίψη, κυρ. ψυχικά τραύματα και άσχημη ψυχολογία: ~ή: ανάμνηση/απώλεια (αγαπημένων προσώπων)/διαδικασία/εμπειρία. ~ό: βίωμα/γεγονός/παρελθόν/συμβάν. ~ές: καταστάσεις/στιγμές. ~ά: παιδικά χρόνια. Πβ. ψυχο~. ● επίρρ.: τραυματικά: στη σημ. 2: Βιώνω ~ ένα γεγονός. [< μτγν. τραυματικός, γαλλ. traumatique, αγγλ. traumatic] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ