Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51860-51880]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51357τραυλός, ή, ό τραυ-λός επίθ./ουσ.: για άτομο που πάσχει από τραυλισμό. Πβ. βραδύγλωσσος. Βλ. ψευδός. ΣΥΝ. κεκές [< αρχ. τραυλός]
51358τραυλότητατραυ-λό-τη-τα ουσ. (θηλ.) (λόγ.): τραυλισμός. Βλ. -ότητα. [< αρχ. τραυλότης]
51359τραύμα[τραῦμα] τραύ-μα ουσ. (ουδ.) {τραύμ-ατος | -ατα, -άτων} 1. ΙΑΤΡ. πληγή, τραυματισμός: ανοιχτό/βαθύ/επιπόλαιο/θανατηφόρο/θλαστικό/χειρουργικό ~. Εγκεφαλικά/εκτεταμένα/ελαφρά/εξωτερικά/επιφανειακά/εσωτερικά/σοβαρά ~ατα. ~ατα του θώρακα/προσώπου. ~ατα στο δέρμα/στην κοιλιά. Αποκατάσταση/επίδεση/θεραπεία/(επι)μόλυνση/επούλωση/καθαρισμός/περιποίηση/χείλη του ~ατος. Κλείνει τo ~. Διατηρήστε καθαρή την περιοχή του ~ατος. Άλλαξε τα ράμματα στο ~. Το θύμα έχει/φέρει (βαριά/πολλαπλά) ~ατα στον αυχένα και στην πλάτη. Υπέκυψε στα ~ατά του (: πέθανε). Πβ. λαβωματιά. Βλ. βαρότραυμα, βλάβη, κάκωση. 2. (μτφ.) εμπειρία ή γεγονός με αρνητικές ψυχολογικές συνέπειες: εθνικό/ιστορικό/συλλογικό ~ (πβ. πλήγμα). Νωπά/οικογενειακά/προσωπικά ~ατα. Τα ~ατα της παιδικής ηλικίας (= παιδικά ~ατα)/του πολέμου. Ο χωρισμός συχνά αφήνει/δημιουργεί/προκαλεί ~ατα. Αντιμετωπίζω/ξεπερνώ τα ~ατά μου. Ο χρόνος θα γιατρέψει τα ~ατα. ● ΣΥΜΠΛ.: τραύμα της γέννησης: (σύμφωνα με ορισμένες θεωρίες) το ψυχικό σοκ του νεογνού από την εμπειρία της γέννησης., διαμπερές τραύμα βλ. διαμπερής, τυφλό τραύμα βλ. τυφλός, ψυχικό τραύμα βλ. ψυχικός [< 1: αρχ. τραῦμα, γαλλ.-αγγλ. trauma]
51360τραυματίαςτραυ-μα-τί-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τραυματι-ών}: πρόσωπο που έχει τραυματιστεί: ελαφρά ~. Πρώτες βοήθειες σε ~α. Υπέκυψε ~ τροχαίου. Ο ~ μεταφέρθηκε με φορείο στο νοσοκομείο. ~ες πολέμου. ~ες από έκρηξη/συμπλοκή. Διάσωση/λίστα (: π.χ. σε σεισμό)/περίθαλψη ~ών. Πβ. λαβω-, πληγω-, τραυματισ-μένος. Βλ. πολυ~. [< αρχ. τραυματίας]
51361τραυματίζωτραυ-μα-τί-ζω ρ. (μτβ.) {τραυμάτι-σα, τραυματί-σει, -στηκα (λόγ.) -σθηκα, -στεί (λόγ.) -σθεί, -σμένος, τραυματίζ-οντας} 1. προκαλώ τραύμα: Τον ~σε με μαχαίρι. Πυροβόλησε και τον ~σε βαριά/ελαφρά/θανάσιμα. ~στηκαν από βόμβα/έκρηξη. ~στηκε σε ατύχημα/σε τροχαίο. ~σμένος: εργάτης. ~σμένοι: στρατιώτες. Νοσηλεύεται σοβαρά ~σμένος.|| ~σμένο: ζώο. Πβ. λαβώνω, πληγώνω. Βλ. αυτοτραυματίζομαι. 2. (μτφ.) προξενώ ψυχική βλάβη: ~ (βαθύτατα) την αξιοπρέπεια/αυτοπεποίθηση/περηφάνια κάποιου. Η σχέση ~στηκε ανεπανόρθωτα. ~σμένη: καρδιά. ~σμένο: γόητρο. Πβ. θίγω, πλήττω2. [< 1: αρχ. τραυματίζω, γαλλ. traumatiser, 1922, αγγλ. traumatize, 1903]
51362τραυματικός, ή, ό τραυ-μα-τι-κός επίθ. 1. ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τραύμα ή οφείλεται σε αυτό: ~ή: ρήξη (της αορτής). ~ό: σοκ (: κλονισμός του οργανισμού μετά από σοβαρό τραυματισμό). ~ές: βλάβες/κακώσεις/παθήσεις. 2. (μτφ.) που προξενεί θλίψη, κυρ. ψυχικά τραύματα και άσχημη ψυχολογία: ~ή: ανάμνηση/απώλεια (αγαπημένων προσώπων)/διαδικασία/εμπειρία. ~ό: βίωμα/γεγονός/παρελθόν/συμβάν. ~ές: καταστάσεις/στιγμές. ~ά: παιδικά χρόνια. Πβ. ψυχο~. ● επίρρ.: τραυματικά: στη σημ. 2: Βιώνω ~ ένα γεγονός. [< μτγν. τραυματικός, γαλλ. traumatique, αγγλ. traumatic]
51363τραυματιολογίαβλ. τραυματολογία
51364τραυματιολόγοςβλ. τραυματολόγος
51365τραυματιοφορέαςτραυ-μα-τι-ο-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τραυματιοφορ-είς, -έων} (λόγ.): πρόσωπο που εργάζεται κυρ. σε υπηρεσίες υγείας και είναι αρμόδιο να μεταφέρει τους τραυματίες ή τους ασθενείς, παρέχοντάς τους τις πρώτες βοήθειες, και τους νοσηλευομένους στον χώρο του νοσοκομείου· (σε καιρό πολέμου) ο στρατιώτης που απομακρύνει τους τραυματίες από το πεδίο της μάχης, τους προσφέρει τις πρώτες βοήθειες και τους μεταφέρει σε υγειονομικό χώρο: ~είς του ΕΚΑΒ/πυροσβεστικού σώματος.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρέτησε ως (εθελοντής) ~. Σώμα ~έων.
51366τραυματισμόςτραυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. πρόκληση σωματικής βλάβης που οφείλεται σε εξωτερική αιτία: βαρύς/ελαφρύς/θανάσιμος/κρίσιμος/σοβαρός ~. ~ από αυτοκίνητο/πτώση (λόγω λιποθυμίας)/σφαίρα. Αποζημίωση (εργάτη) για ~ό. ~οί του δέρματος/της μέσης. Πρόληψη ~ών. Χωρίς προβλήματα ~ών η ομάδα. Ο παίκτης αποχώρησε λόγω ~ού. Πβ. λάβωμα, πλήγωμα, τρώση. Βλ. αυτο~, μικρο~. 2. (μτφ.) ψυχικό πλήγμα. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. τραυματισμός, γαλλ. traumatisme, αγγλ. traumatism]
51367τραυματοθεραπείατραυ-μα-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ψυχοθεραπείας για τη σωστή διαχείριση των ψυχικών τραυμάτων: βιωματική ~. Ινστιτούτο ~ας. Βλ. -θεραπεία, ψυχοτραυματολογία. [< αγγλ. traumatotherapy, γερμ. Traumatherapie]
51368τραυματολογίατραυ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τραυματιολογία: ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος της χειρουργικής που ασχολείται με τη μελέτη, την πρόληψη και θεραπεία των τραυμάτων: αθλητιατρική/νοσηλευτική ~. Ορθοπαιδική και ~. Βλ. -λογία, ψυχο~. [< γαλλ. traumatologie, αγγλ. traumatology]
51369τραυματολογικός, ή, ό τραυ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραυματολογία: ~ή: εταιρεία/νοσηλευτική. ~ά: κέντρα/φάρμακα. [< γαλλ. traumatologique, αγγλ. traumatological]
51370τραυματολόγοςτραυ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & τραυματιολόγος: γιατρός με ειδίκευση στην τραυματολογία: χειρουργός-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. traumatologue, 1965, traumatologiste, 1969, αγγλ. traumatologist, 1913]
51371τραφείβλ. τρέφω
51372τράφηκαβλ. τρέφω
51374τράφικινγκτρά-φι-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εμπορία ανθρώπων, συνήθ. γυναικών και παιδιών, με σκοπό κυρ. την προώθησή τους στην πορνεία, αλλά και την παράνομη εργασία: θύματα του ~. Πβ. σωματεμπορία. [< αγγλ. human trafficking, 1904]
51375τραχανάςτρα-χα-νάς ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αποξηραμένου ζυμαρικού σε κόκκους από σιτάλευρο ή σιμιγδάλι βρασμένο σε γάλα: γλυκός (: από χοντροκομμένο σιτάρι και φρέσκο γάλα)/ξινός (: από αλεύρι και ξινόγαλο. Πβ. ξινόχοντρος)/παραδοσιακός ~. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ νηστίσιμος. ~ με κοτόπουλο. Σούπα με ~ά. 2. (μτφ.) μαλθακός, κουτός ή βαρετός άνθρωπος. ● ΦΡ.: έχει απλωμένο τραχανά (μτφ.-λαϊκό): για κάποιον που έχει εκκρεμότητες ή αρκετές δουλειές να κάνει, συνήθ. για να αποφύγει κάτι άλλο. [< τουρκ. tarhana]
51376τραχεία[τραχεῖα] τρα-χεί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. τμήμα του αναπνευστικού σωλήνα που ενώνει τον λάρυγγα με τους βρόγχους και από το οποίο περνά ο αέρας για να φτάσει στους πνεύμονες: διασωλήνωση/στένωση της ~ας. Βλ. βρογχοκήλη, οισοφάγος.τραχείες (οι): ΖΩΟΛ. σύνολο σωληναρίων που μεταφέρουν τον αέρα από τα στίγματα στα όργανα των εντόμων. [< μτγν. τραχεῖα (ἀρτηρία), γαλλ. trachée, αγγλ. trachea]
51377τραχειακός, ή, ό τρα-χει-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραχεία: ~ή: ακαρίαση/οπή. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. trachéal , αγγλ. tracheal]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.