| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51363 | τραυματιολογία | βλ. τραυματολογία | |
| 51364 | τραυματιολόγος | βλ. τραυματολόγος | |
| 51365 | τραυματιοφορέας | τραυ-μα-τι-ο-φο-ρέ-ας ουσ. (αρσ. + θηλ.) {τραυματιοφορ-είς, -έων} (λόγ.): πρόσωπο που εργάζεται κυρ. σε υπηρεσίες υγείας και είναι αρμόδιο να μεταφέρει τους τραυματίες ή τους ασθενείς, παρέχοντάς τους τις πρώτες βοήθειες, και τους νοσηλευομένους στον χώρο του νοσοκομείου· (σε καιρό πολέμου) ο στρατιώτης που απομακρύνει τους τραυματίες από το πεδίο της μάχης, τους προσφέρει τις πρώτες βοήθειες και τους μεταφέρει σε υγειονομικό χώρο: ~είς του ΕΚΑΒ/πυροσβεστικού σώματος.|| (ΣΤΡΑΤ.) Κατατάχθηκε/υπηρέτησε ως (εθελοντής) ~. Σώμα ~έων. | |
| 51366 | τραυματισμός | τραυ-μα-τι-σμός ουσ. (αρσ.) 1. ΙΑΤΡ. πρόκληση σωματικής βλάβης που οφείλεται σε εξωτερική αιτία: βαρύς/ελαφρύς/θανάσιμος/κρίσιμος/σοβαρός ~. ~ από αυτοκίνητο/πτώση (λόγω λιποθυμίας)/σφαίρα. Αποζημίωση (εργάτη) για ~ό. ~οί του δέρματος/της μέσης. Πρόληψη ~ών. Χωρίς προβλήματα ~ών η ομάδα. Ο παίκτης αποχώρησε λόγω ~ού. Πβ. λάβωμα, πλήγωμα, τρώση. Βλ. αυτο~, μικρο~. 2. (μτφ.) ψυχικό πλήγμα. Βλ. -ισμός. [< 1: μτγν. τραυματισμός, γαλλ. traumatisme, αγγλ. traumatism] | |
| 51367 | τραυματοθεραπεία | τραυ-μα-το-θε-ρα-πεί-α ουσ. (θηλ.): ΨΥΧΟΛ. μορφή ψυχοθεραπείας για τη σωστή διαχείριση των ψυχικών τραυμάτων: βιωματική ~. Ινστιτούτο ~ας. Βλ. -θεραπεία, ψυχοτραυματολογία. [< αγγλ. traumatotherapy, γερμ. Traumatherapie] | |
| 51368 | τραυματολογία | τραυ-μα-το-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) & (σπάν.) τραυματιολογία: ΙΑΤΡ. επιστημονικός κλάδος της χειρουργικής που ασχολείται με τη μελέτη, την πρόληψη και θεραπεία των τραυμάτων: αθλητιατρική/νοσηλευτική ~. Ορθοπαιδική και ~. Βλ. -λογία, ψυχο~. [< γαλλ. traumatologie, αγγλ. traumatology] | |
| 51369 | τραυματολογικός | , ή, ό τραυ-μα-το-λο-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραυματολογία: ~ή: εταιρεία/νοσηλευτική. ~ά: κέντρα/φάρμακα. [< γαλλ. traumatologique, αγγλ. traumatological] | |
| 51370 | τραυματολόγος | τραυ-μα-το-λό-γος ουσ. (αρσ. + θηλ.) & τραυματιολόγος: γιατρός με ειδίκευση στην τραυματολογία: χειρουργός-~. Βλ. -λόγος. [< γαλλ. traumatologue, 1965, traumatologiste, 1969, αγγλ. traumatologist, 1913] | |
| 51371 | τραφεί | βλ. τρέφω | |
| 51372 | τράφηκα | βλ. τρέφω | |
| 51374 | τράφικινγκ | τρά-φι-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: εμπορία ανθρώπων, συνήθ. γυναικών και παιδιών, με σκοπό κυρ. την προώθησή τους στην πορνεία, αλλά και την παράνομη εργασία: θύματα του ~. Πβ. σωματεμπορία. [< αγγλ. human trafficking, 1904] | |
| 51375 | τραχανάς | τρα-χα-νάς ουσ. (αρσ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος αποξηραμένου ζυμαρικού σε κόκκους από σιτάλευρο ή σιμιγδάλι βρασμένο σε γάλα: γλυκός (: από χοντροκομμένο σιτάρι και φρέσκο γάλα)/ξινός (: από αλεύρι και ξινόγαλο. Πβ. ξινόχοντρος)/παραδοσιακός ~. (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ νηστίσιμος. ~ με κοτόπουλο. Σούπα με ~ά. 2. (μτφ.) μαλθακός, κουτός ή βαρετός άνθρωπος. ● ΦΡ.: έχει απλωμένο τραχανά (μτφ.-λαϊκό): για κάποιον που έχει εκκρεμότητες ή αρκετές δουλειές να κάνει, συνήθ. για να αποφύγει κάτι άλλο. [< τουρκ. tarhana] | |
| 51376 | τραχεία | [τραχεῖα] τρα-χεί-α ουσ. (θηλ.): ΑΝΑΤ. τμήμα του αναπνευστικού σωλήνα που ενώνει τον λάρυγγα με τους βρόγχους και από το οποίο περνά ο αέρας για να φτάσει στους πνεύμονες: διασωλήνωση/στένωση της ~ας. Βλ. βρογχοκήλη, οισοφάγος. ● τραχείες (οι): ΖΩΟΛ. σύνολο σωληναρίων που μεταφέρουν τον αέρα από τα στίγματα στα όργανα των εντόμων. [< μτγν. τραχεῖα (ἀρτηρία), γαλλ. trachée, αγγλ. trachea] | |
| 51377 | τραχειακός | , ή, ό τρα-χει-α-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραχεία: ~ή: ακαρίαση/οπή. ~ό: σύστημα. [< γαλλ. trachéal , αγγλ. tracheal] | |
| 51378 | τραχειίτιδα | τρα-χει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της τραχείας. Βλ. βρογχ-, λαρυγγ-ίτιδα. [< γαλλ. trachéite, αγγλ. tracheitis] | |
| 51379 | τραχειοβρογχικός | , ή, ό τρα-χει-ο-βρογ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραχεία και τους βρόγχους: ~ή: αναρρόφηση. [< γαλλ. trachéobronchique] | |
| 51380 | τραχειοβρογχίτιδα | τρα-χει-ο-βρογ-χί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της τραχείας και των βρόγχων: οξεία/χρόνια ~. Λοιμώδης ~ του σκύλου. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. trachéobronchite, αγγλ. tracheobronchitis] | |
| 51381 | τραχειοοισοφαγικός | , ή, ό τρα-χει-ο-οι-σο-φα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραχεία και τον οισοφάγο: ~ό: συρίγγιο. [< αγγλ. tracheoesophageal] | |
| 51382 | τραχειοστομία | τρα-χει-ο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τραχειοτομή με συρραφή των χειλέων της τομής στο δέρμα προς διευκόλυνση της εισαγωγής στομίου· συνεκδ. η οπή που δημιουργείται ή το τεχνητό στόμιο που τοποθετείται. [< γαλλ. trachéostomie, 1921, αγγλ. tracheostomy, περ. 1923] | |
| 51383 | τραχειοσωλήνας | τρα-χει-ο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. όργανο σε μορφή σωλήνα που τοποθετείται στο άνοιγμα της τραχείας μετά την τραχειοτομή: αφαίρεση/τοποθέτηση του ~α. [< αγγλ. tracheostomy tube, 1961] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ