| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51378 | τραχειίτιδα | τρα-χει-ί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της τραχείας. Βλ. βρογχ-, λαρυγγ-ίτιδα. [< γαλλ. trachéite, αγγλ. tracheitis] | |
| 51379 | τραχειοβρογχικός | , ή, ό τρα-χει-ο-βρογ-χι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραχεία και τους βρόγχους: ~ή: αναρρόφηση. [< γαλλ. trachéobronchique] | |
| 51380 | τραχειοβρογχίτιδα | τρα-χει-ο-βρογ-χί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή της τραχείας και των βρόγχων: οξεία/χρόνια ~. Λοιμώδης ~ του σκύλου. Βλ. -ίτιδα. [< γαλλ. trachéobronchite, αγγλ. tracheobronchitis] | |
| 51381 | τραχειοοισοφαγικός | , ή, ό τρα-χει-ο-οι-σο-φα-γι-κός επίθ.: ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με την τραχεία και τον οισοφάγο: ~ό: συρίγγιο. [< αγγλ. tracheoesophageal] | |
| 51382 | τραχειοστομία | τρα-χει-ο-στο-μί-α ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. τραχειοτομή με συρραφή των χειλέων της τομής στο δέρμα προς διευκόλυνση της εισαγωγής στομίου· συνεκδ. η οπή που δημιουργείται ή το τεχνητό στόμιο που τοποθετείται. [< γαλλ. trachéostomie, 1921, αγγλ. tracheostomy, περ. 1923] | |
| 51383 | τραχειοσωλήνας | τρα-χει-ο-σω-λή-νας ουσ. (αρσ.): ΙΑΤΡ. όργανο σε μορφή σωλήνα που τοποθετείται στο άνοιγμα της τραχείας μετά την τραχειοτομή: αφαίρεση/τοποθέτηση του ~α. [< αγγλ. tracheostomy tube, 1961] | |
| 51384 | τραχειοτομή | τρα-χει-ο-το-μή ουσ. (θηλ.) & τραχειοτομία: ΙΑΤΡ. εγχείρηση διάνοιξης της τραχείας και τοποθέτησης τραχειοσωλήνα για διευκόλυνση της διέλευσης του αέρα, με παρακάμψη της ανώτερης αναπνευστικής οδού: επέμβαση ~ής. Υποβλήθηκε σε ~. Πβ. τραχειοστομία. Βλ. -τομή. [< γαλλ. trachéotomie, αγγλ. tracheotomy] | |
| 51385 | τραχείτης | τρα-χεί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριγενές ηφαιστειακό πέτρωμα που περιέχει κυρ. αλκαλικούς αστρίους: γκρίζος ~. Σπίτια χτισμένα από ~η. [< γαλλ.-αγγλ. trachyte] | |
| 51386 | τραχηλιά | τρα-χη-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΛΑΟΓΡ. μέρος παραδοσιακής φορεσιάς που καλύπτει κυρ. τον λαιμό και το στήθος. 2. λαιμόκοψη. 3. τμήμα κρέατος στον τράχηλο ζώου. [< μεσν. τραχηλία] | |
| 51387 | τραχηλικός | , ή, ό τρα-χη-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον τράχηλο: ~ή: βλέννα/δυσπλασία/λεμφαδενοπάθεια/χώρα (= λαιμός). ~ό: επιθήλιο/επίχρισμα/στόμιο. ~ά: κύτταρα. | |
| 51388 | τραχηλίτιδα | τρα-χη-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του τραχήλου της μήτρας: χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα, κολπίτιδα, λευκόρροια. [< αγγλ. trachelitis] | |
| 51389 | τράχηλος | τρά-χη-λος ουσ. (αρσ.) {τραχήλ-ου} ΑΝΑΤ. 1. ο λαιμός και ειδικότ. το μπροστινό τμήμα του: χειρουργική του ~ου. Βλ. αυχένας, σβέρκος. 2. το κατώτερο στενό τμήμα της μήτρας, σε σχήμα κυλίνδρου, που τη συνδέει με τον κόλπο: εμβόλιο/καρκίνος/παθολογία του ~ου (βλ. Παπ τεστ). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπάρκεια τραχήλου: ΙΑΤΡ. παθολογική τάση του τραχήλου να διαστέλλεται κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης με συνέπεια να αποβάλλεται το έμβρυο: ~ ~ και καθ' έξιν αποβολές. ● ΦΡ.: του Έλληνος/του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό(ν) δεν υποφέρει/δεν υπομένει βλ. Έλληνας, Ελληνίδα [< 1: αρχ. τράχηλος 2: γαλλ. col de la matrice] | |
| 51390 | τράχυνση | τρά-χυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραχύνω. ΑΝΤ. λείανση (1) | |
| 51391 | τραχύνω | τρα-χύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τράχυν-ε, -θεί} (λόγ.) ΣΥΝ. εκτραχύνω 1. κάνω κάτι τραχύ, ανώμαλο: ~ μια επιφάνεια. ΑΝΤ. λειαίνω.|| (μτφ.) Η φωνή του ~ε από τα τσιγάρα. Πβ. σκληραίνω. 2. (μτφ.) επιδεινώνω. ΣΥΝ. παροξύνω [< 1: αρχ. τραχύνω] | |
| 51392 | τραχύς | , ιά, ύ τρα-χύς επίθ. {τραχ-ύ (λόγ.) -έος | -είς, -έων· (λόγ. θηλ.) -εία | -ειών} 1. που έχει ανώμαλη ή απότομη επιφάνεια: ~ύς: δρόμος. ~ιά: υφή. ~ύ: δέρμα (= άγριο, σκληρό. ΑΝΤ. απαλό, λείο, τρυφερό)/έδαφος/οδόστρωμα/τοπίο (= πετρώδες)/τρίχωμα/ύφασμα (ΑΝΤ. μαλακό). ~ιά: χέρια.|| ~εία: (ΑΝΑΤ.) αρτηρία (= η τραχεία)/(ΒΟΤ.) πεύκη.|| (μτφ.) ~ύς: ήχος/κινητήρας. ~ιά: όψη/φωνή (= βραχνή. ΑΝΤ. γλυκιά). ~ιά: χαρακτηριστικά (= αδρά. ΑΝΤ. λεπτοκαμωμένα, ντελικάτα). 2. (μτφ., για πρόσ.) απότομος, συνήθ. με βάναυση συμπεριφορά: Έχει ~ύ χαρακτήρα. ΣΥΝ. αγροίκος 3. (μτφ.) που δεν υποφέρεται ή δεν αντιμετωπίζεται εύκολα, σκληρός: ~ύ: κλίμα (πβ. βαρύ).|| ~ιά: πραγματικότητα (πβ. δύσκολη, επίμοχθη, κοπιαστική). ● επίρρ.: τραχιά & (λόγ.) τραχέως [< αρχ. τραχύς] | |
| 51393 | τραχύτητα | τρα-χύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του τραχέος: η ~ του αγωγού/του δέρματος (ΑΝΤ. απαλότητα)/του εδάφους/της επιφάνειας (ΑΝΤ. ομαλότητα). Μέτρηση/συντελεστής (της) ~ας. ΑΝΤ. λειότητα.|| (μτφ.) ~ του τοπίου (πβ. αγριάδα).|| Η ~ της ζωής (: οι δυσκολίες)/του χαρακτήρα του (πβ. αγρι-, βαναυσ-, βιαι-, σκαι-ότητα. ΑΝΤ. ευγένεια, ηπι-, πρα-, τρυφερ-ότητα). Πβ. σκληρότητα. [< αρχ. τραχύτης] | |
| 51394 | τράχωμα | τρά-χω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. χρόνια μολυσματική και μεταδοτική πάθηση του επιπεφυκότος και του κερατοειδούς, που μπορεί να οδηγήσει και σε τύφλωση: χλαμύδιο του ~ατος (επιστ. ονομασ. Chlamydia trachomatis). Βλ. -ωμα2. [< μτγν. τράχωμα, γαλλ. trachome, αγγλ. trachoma] | |
| 51395 | τρεβίρα | τρε-βί-ρα ουσ. (θηλ.): άφλεκτο, εξαιρετικά ανθεκτικό ύφασμα από συνθετικό πολυμερές: θερμοηχομονωτικό φύλλο με ~. Βλ. τεριλέν. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Trevira, 1959] | |
| 51396 | τρέιλερ | τρέ-ι-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ρυμουλκούμενο που σύρεται από μηχανοκίνητο όχημα για μεταφορά φορτίων: ~ με φρένα. ~ για σκάφος. Πβ. μπαγκαζιέρα. Βλ. κοτσαδόρος, νταλίκα. 2. προβολή επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών αποσπασμάτων, συνήθ. από ταινία ή σειρά, για διαφημιστικούς κυρ. σκοπούς: ~ των ειδήσεων/της εκπομπής/του ντοκιμαντέρ. ~ του καναλιού/σταθμού. Πβ. προσεχώς.|| (σπάν.) ~ εταιρείας/προϊόντων. [< 1: αγγλ. trailer 2: αμερικ. ~, 1928] | |
| 51397 | τρέιντερ | τρέ-ι-ντερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΟΙΚΟΝ. επενδυτής που κάνει αγοραπωλησίες στη διάρκεια μιας χρηματιστηριακής ημέρας, με σκοπό να εκμεταλλευτεί τυχόν ευκαιρίες και να αποκομίσει υψηλά κέρδη. Βλ. ντίλερ. [< αγγλ. trader] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ