| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51398 | τρεις, τρεις, τρία | [τρεῖς] τρί-α επίθ. αριθμητ. απόλ. {τρι-ών} 1. το σύνολο τριών μονάδων: τρεις: αιώνες/άνθρωποι/βαθμοί/παράγοντες. Τρεις: ημέρες/ιδέες/λέξεις/περιοχές/φορές. Τρία: άτομα/βήματα/κράτη/λάθη/χρόνια. Φωτογραφία στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Ξενοδοχεία ~ών αστέρων. Στο σταυροδρόμι ~ών ηπείρων.|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι τρεις Μάγοι. (ΜΥΘ.) Οι τρεις Μοίρες. 2. τρίτος: στις τρεις του μηνός/η ώρα. Στη σελίδα τρία. Εξετάστηκαν στο μάθημα τρεις τρεις (= ανά τρεις). ● Ουσ.: τρία (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 3: Αφαιρώ το ~ από το πέντε.|| (ως βαθμός) Πήρε ~ στο διαγώνισμα. 2. το σύμβολο (3) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: η γραμμή ~ του μετρό. Μένει στο δωμάτιο ~. Κάθε πρωί παίρνω το ~ (ενν. τρόλεϊ).|| (για χαρτοπαίγνιο ή ταρό) ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των τριών χρόνων: Έκλεισε τα ~. 4. (συνήθ. '03) το 2003 ή το 1903. ● ΣΥΜΠΛ.: οι Τρεις Ιεράρχες βλ. ιεράρχης, τρεις τελείες βλ. τελεία ● ΦΡ.: η απλή μέθοδος των τριών & μέθοδος των τριών: ΜΑΘ. τρόπος επίλυσης προβλημάτων, σύμφωνα με τον οποίο τρία δεδομένα οδηγούν στον εντοπισμό του τέταρτου που ζητείται., τα τρία κακά της μοίρας του (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση: φτωχός, άνεργος και στο νοίκι: ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Δεν ξέρει ~ ~ (: τι του γίνεται, έχει πλήρη άγνοια)., τρεις κι εξήντα (προφ.): ελάχιστα χρήματα: Παίρνουν ~ ~. Ζουν με ~ ~., τρεις κι ο κούκος (προφ.): πάρα πολύ λίγοι: Έμειναν/ήταν ~ ~ στο μαγαζί/πάρτι., τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο (παροιμ.): για προσπάθεια εξαπάτησης με σκόπιμα λανθασμένους υπολογισμούς., αυτοκίνητο τριών όγκων βλ. αυτοκίνητο, δυο τρεις βλ. δύο & δυο, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, με το ένα, με το δύο, με το τρία βλ. ένα, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, του πήγε να βλ. πηγαίνω & πάω, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν βλ. πουλάκι [< αρχ. τρεῖς, τρία] | |
| 51399 | τρεισήμισι | τρει-σή-μι-σι επίθ. {άκλ. | ουδ. κ. τριάμισι}: τρεις και μισός: ~ μέρες/μήνες/μονάδες/φορές/ώρες. ~ χιλιάδες στρέμματα. Τριάμισι λεπτά/μέτρα/χρόνια.|| (ως ουσ.) Έχω ραντεβού στις ~ (: η ώρα). Βλ. -μισι. | |
| 51400 | τρέκινγκ | τρέ-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πεζοπορία και περιήγηση, ιδ. σε βουνά: παπούτσια για ~. [< αγγλ. trekking, γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 51401 | τρεκλίζω & τρικλίζω | τρε-κλί-ζω ρ. (αμτβ.) {τρέκλι-σε, τρεκλί-σει, τρεκλίζ-οντας}: έχω αστάθεια καθώς περπατώ, παραπατώ, παραπαίω: ~ζε σαν μεθυσμένος. Τα πόδια του άρχισαν να ~ουν από φόβο. Βάδιζε ~οντας. Βλ. σκουντουφλώ.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση ~ει (πβ. κλυδωνίζεται). | |
| 51402 | τρέκλισμα | τρέ-κλι-σμα ουσ. (ουδ.) & τρίκλισμα: ασταθές περπάτημα, βάδισμα. Πβ. παραπάτημα. | |
| 51403 | τρέλα | τρέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ψυχική διαταραχή: (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Κατελήφθη από κρίση ~ας. Βυθίζεται στην ~. Η ζήλια τον οδήγησε στην ~. Ταλαντεύεται ανάμεσα στην ~ και τη λογική. Πβ. ψυχοπάθεια.|| (μτφ.) Είναι να σε πιάνει ~. Μου έρχεται ~, όταν σκέφτομαι ... ~ που κουβαλάει ο κόσμος.|| Η ~ του έρωτα/της καθημερινότητας/του πολέμου/της πόλης. Πβ. παραλογισμός, παράνοια, παραφροσύνη. 2. απερισκεψία, ριψοκίνδυνη ενέργεια: παιδική ~. Νεανικές ~ες (= αταξίες). Η ~ της ηλικίας/της νιότης. Η επιλογή του ήταν μια ~ της στιγμής. Είναι καθαρή ~ να θες να βγεις έξω με πυρετό. Άσε τις ~ες. Έκανε του κόσμου τις ~ες.|| Φοβούνται μήπως κάνει καμιά ~ (: απονενοημένο διάβημα). Πβ. ανοησία. ΣΥΝ. παλαβωμάρα, τρελαμάρα 3. (προφ.) πάθος, μανία: καταναλωτική ~. Έχει ~ με τη θάλασσα/το ποδόσφαιρο. Έκανε την ~ του επάγγελμα. Πβ. λόξα, ψώνιο.|| Έχει ~ με την καθαριότητα. Πβ. εμμονή, ιδιοτροπία. 4. (μτφ.-προφ.) καθετί υπέροχο, θαύμα: (ως επίθ.) Το ρούχο είναι ~ πάνω σου! Το σκυλάκι του είναι (σκέτη) ~!|| (ως επίρρ.) Περάσαμε ~ (= μούρλια)! ● Υποκ.: τρελίτσα (η) 1. (οικ.) Το παίζει ~. Άρχισε πάλι τις ~ες. 2. {στον πληθ.} ερωτικά πειράγματα: Έκαναν ~ες. ● ΦΡ.: καθένας με την τρέλα του (κι αυτός με την ομπρέλα του) (προφ.): ο καθένας έχει τις ιδιοτροπίες, τις ιδιαιτερότητές του., πουλάω τρέλα (προφ.): προσποιούμαι ότι είμαι τρελός ή ιδιότροπος: ~ει ~ για να εντυπωσιάσει., η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους) βλ. βουνό [< τρελαίνω, υποχωρητικός σχηματισμός] | |
| 51404 | τρελάδικο | τρε-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. ψυχιατρείο: Μπήκε στο ~ για δύο χρόνια.|| (μτφ.) Ο φίλος του είναι για το ~ (= είναι για δέσιμο, τα σίδερα)! ΣΥΝ. τρελοκομείο (1), φρενοκομείο 2. (μτφ.) χώρος με πολλή φασαρία και αναστάτωση: ~ είναι το σπίτι με τόσο κόσμο! Βλ. -άδικο. ΣΥΝ. τρελοκομείο (2) | |
| 51405 | τρελαίνω | τρε-λαί-νω ρ. (μτβ.) {τρέλ-ανα, -άθηκα, -αθεί, -αμένος, τρελαίν-οντας} 1. οδηγώ κάποιον στην τρέλα: Ο χαμός του πατέρα του τον ~ανε.|| (μτφ.) Η ηλεκτρονική παρεμβολή ~ανε τα μηχανήματα. ΣΥΝ. ζουρλαίνω (1), λωλαίνω & λολαίνω, μουρλαίνω (1), παλαβώνω (2) 2. (μτφ.) κάνω κάποιον να υποφέρει, ταλαιπωρώ, ταράζω: Με ~ει το γεγονός πως ... Τον ~ει η πολλή ζέστη/ησυχία. Μας ~ανε φέτος ο καιρός με τις βροχές. Βάλθηκε να μας ~άνει.|| Μας ~ανε στα τηλεφωνήματα/στη φλυαρία. Πβ. φλομώνω. 3. (μτφ.) ξεμυαλίζω, ξελογιάζω: Την έχει ~άνει ο έρωτας. Αυτό το τραγούδι µε ~ει. Πβ. ξε~. 4. (μτφ.-προφ.) κουφαίνω, καραφλιάζω: Καλά, θα μας ~εις τελείως! Πβ. απο~. ● Παθ.: τρελαίνομαι 1. χάνω τα λογικά μου, γίνομαι τρελός: ~άθηκε από τα βασανιστήρια.|| (μτφ.) Με τόσα που γίνονται, είναι να ~εται κανείς. Έχεις ~αθεί και δεν ξέρεις τι λες. Κόντευε να ~αθεί από το άγχος/την αγωνία/τον πόνο. Πβ. φλιπάρω, φρικάρω.|| ~άθηκε από τη χαρά του, όταν έμαθε ότι ...|| Ο υπολογιστής ~άθηκε (: δεν λειτουργεί σωστά). ΣΥΝ. παλαβώνω (1), παραφρονώ, σαλτάρω (1) 2. (μτφ.-προφ.) κάνω κάτι με μεγάλη ευχαρίστηση, μου αρέσει ή επιθυμώ κάτι πολύ: ~εται για αστεία/βόλτες/παγωτό/παιχνίδια. ~ονται για τη μουσική/την περιπέτεια (πβ. παθιάζομαι). ~εται να διαβάζει βιβλία/να παίζει μπάσκετ. Πβ. ψοφάω.|| ~ για σένα (= είμαι τρελός για σένα). ● ΦΡ.: δεν τρελάθηκα: δεν κάνω κάτι, γιατί το θεωρώ ανοησία: ~ ~ να δώσω τόσα χρήματα για ένα σαράβαλο! Σιγά μην του κάνω τη χάρη· ~ ~ ακόμα!, δεν τρελαίνομαι (κιόλας) (προφ.): δεν με συνεπαίρνει, δεν με ενθουσιάζει κάτι: Καλά περάσαμε, αλλά ~ ~άθηκα κιόλας., μην τρελαθούμε κιόλας/τώρα/(και) τελείως (προφ.): ως αντίδραση σε κάτι που θεωρούμε υπερβολικό: Ωραία ήταν η ταινία, αλλά ~ ~! Καλά, ~ ~!, τρελαίνει κόσμο (προφ.-εμφατ.): για κάποιον ή κάτι που έχει μεγάλη απήχηση, πέραση, επιτυχία: ~ ~ η ομάδα., έσπασε τα χρονόμετρα βλ. χρονόμετρο ● βλ. τρελαμένος | |
| 51406 | τρελαμάρα | τρε-λα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρέλα, παλαβωμάρα και συνεκδ. επιπόλαιη, απερίσκεπτη πράξη: Τον έπιασε ~. Όλο ~ες κάνει. Βλ. -άρα. | |
| 51407 | τρελαμένος | , η, ο τρε-λα-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει χάσει τα λογικά του: Δεν πάει καλά τελευταία, είναι ~ (= τρελός). 2. (μτφ.) που δείχνει υπερβολικό ενθουσιασμό ή πάθος: ~ος: οπαδός. ~οι με το ποδόσφαιρο. Είναι ~ μαζί της. Πβ. ξε~. ● βλ. τρελαίνω | |
| 51408 | τρελάρας, τρελάρα | τρε-λά-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): αυτός/αυτή που κάνει μεγάλες τρέλες, ανοησίες ή έχει ιδιόρρυθμο χαρακτήρα: Δεν τον αντέχω άλλο τον ~α! Πβ. ζουρλοπαντιέρα. ΣΥΝ. παλαβιάρης | |
| 51409 | τρελέγκω | τρε-λέ-γκω ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (λαϊκό): τρελοκαμπέρω. ΣΥΝ. μουρλέγκω | |
| 51410 | τρελιάρης | , α, ικο τρε-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.-θετ. συνυποδ.): τρελούτσικος, παράξενος. Βλ. -ιάρης. | |
| 51411 | τρελο- & τρελό- | α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία 1. (κυρ. προφ.-μειωτ.) του παρανοϊκού, νευρωτικού: τρελο-κομείο (βλ. φρενο-). 2. (προφ.) του ασταθούς, μανιασμένου: τρελό-καιρος. Τρελο-αέρας. 3. (οικ.) του ζωηρού: τρελο-κόριτσο/~παρέα (βλ. παλιο-). Τρελό-παιδο (βλ. διαβολο-). 4. του παράλογου, μπερδεμένου: τρελο-κατάσταση. | |
| 51412 | τρελογιατρός | τρε-λο-για-τρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): ψυχίατρος. | |
| 51413 | τρελόγκα | τρε-λό-γκα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρελοκαμπέρω. ΣΥΝ. μουρλέγκω | |
| 51414 | τρελοκαμπέρω | τρε-λο-κα-μπέ-ρω ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & τρελοκαμπέρο (λαϊκό): γυναίκα ζωηρή, με παιχνιδιάρικη διάθεση, άμυαλη, επιπόλαιη: Μας αναστάτωσε πάλι η ~! Πβ. τρελοπαντιέρα. ΣΥΝ. μουρλέγκω, τρελέγκω, τρελόγκα | |
| 51415 | τρελοκομείο | [τρελοκομεῖο] τρε-λο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ψυχιατρείο: Κατέληξε στο ~.|| (μτφ.) Είναι για το ~ (= είναι για δέσιμο, τα σίδερα). Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. τρελάδικο (1), φρενοκομείο 2. (μτφ.) χώρος με έντονη φασαρία, απουσία τάξης και αναταραχή: Σωστό ~ είναι το δωμάτιό σου! ΣΥΝ. τρελάδικο (2), τσίρκο (2) 3. (μτφ.) άτομο που συμπεριφέρεται απρόβλεπτα, ανόητα, παράλογα ή απερίσκεπτα: Ο τύπος είναι σκέτο ~. | |
| 51416 | τρελοκόριτσο | τρε-λο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κορίτσι ή νεαρή κοπέλα που χαρακτηρίζεται από ζωηράδα ή/και επιπολαιότητα. | |
| 51417 | τρελόπαιδο | τρε-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): παιδί ή νεαρό άτομο που κάνει τρέλες, είναι ζωηρό και άτακτο: Τι σκαρφίστηκες πάλι, βρε ~! Βλ. -παιδο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ