| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51384 | τραχειοτομή | τρα-χει-ο-το-μή ουσ. (θηλ.) & τραχειοτομία: ΙΑΤΡ. εγχείρηση διάνοιξης της τραχείας και τοποθέτησης τραχειοσωλήνα για διευκόλυνση της διέλευσης του αέρα, με παρακάμψη της ανώτερης αναπνευστικής οδού: επέμβαση ~ής. Υποβλήθηκε σε ~. Πβ. τραχειοστομία. Βλ. -τομή. [< γαλλ. trachéotomie, αγγλ. tracheotomy] | |
| 51385 | τραχείτης | τρα-χεί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. πυριγενές ηφαιστειακό πέτρωμα που περιέχει κυρ. αλκαλικούς αστρίους: γκρίζος ~. Σπίτια χτισμένα από ~η. [< γαλλ.-αγγλ. trachyte] | |
| 51386 | τραχηλιά | τρα-χη-λιά ουσ. (θηλ.) (λαϊκό) 1. ΛΑΟΓΡ. μέρος παραδοσιακής φορεσιάς που καλύπτει κυρ. τον λαιμό και το στήθος. 2. λαιμόκοψη. 3. τμήμα κρέατος στον τράχηλο ζώου. [< μεσν. τραχηλία] | |
| 51387 | τραχηλικός | , ή, ό τρα-χη-λι-κός επίθ.: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. που σχετίζεται με τον τράχηλο: ~ή: βλέννα/δυσπλασία/λεμφαδενοπάθεια/χώρα (= λαιμός). ~ό: επιθήλιο/επίχρισμα/στόμιο. ~ά: κύτταρα. | |
| 51388 | τραχηλίτιδα | τρα-χη-λί-τι-δα ουσ. (θηλ.): ΙΑΤΡ. φλεγμονή του τραχήλου της μήτρας: χρόνια ~. Βλ. -ίτιδα, κολπίτιδα, λευκόρροια. [< αγγλ. trachelitis] | |
| 51389 | τράχηλος | τρά-χη-λος ουσ. (αρσ.) {τραχήλ-ου} ΑΝΑΤ. 1. ο λαιμός και ειδικότ. το μπροστινό τμήμα του: χειρουργική του ~ου. Βλ. αυχένας, σβέρκος. 2. το κατώτερο στενό τμήμα της μήτρας, σε σχήμα κυλίνδρου, που τη συνδέει με τον κόλπο: εμβόλιο/καρκίνος/παθολογία του ~ου (βλ. Παπ τεστ). ● ΣΥΜΠΛ.: ανεπάρκεια τραχήλου: ΙΑΤΡ. παθολογική τάση του τραχήλου να διαστέλλεται κατά το δεύτερο τρίμηνο της κύησης με συνέπεια να αποβάλλεται το έμβρυο: ~ ~ και καθ' έξιν αποβολές. ● ΦΡ.: του Έλληνος/του Έλληνα ο τράχηλος ζυγό(ν) δεν υποφέρει/δεν υπομένει βλ. Έλληνας, Ελληνίδα [< 1: αρχ. τράχηλος 2: γαλλ. col de la matrice] | |
| 51390 | τράχυνση | τρά-χυν-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του τραχύνω. ΑΝΤ. λείανση (1) | |
| 51391 | τραχύνω | τρα-χύ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τράχυν-ε, -θεί} (λόγ.) ΣΥΝ. εκτραχύνω 1. κάνω κάτι τραχύ, ανώμαλο: ~ μια επιφάνεια. ΑΝΤ. λειαίνω.|| (μτφ.) Η φωνή του ~ε από τα τσιγάρα. Πβ. σκληραίνω. 2. (μτφ.) επιδεινώνω. ΣΥΝ. παροξύνω [< 1: αρχ. τραχύνω] | |
| 51392 | τραχύς | , ιά, ύ τρα-χύς επίθ. {τραχ-ύ (λόγ.) -έος | -είς, -έων· (λόγ. θηλ.) -εία | -ειών} 1. που έχει ανώμαλη ή απότομη επιφάνεια: ~ύς: δρόμος. ~ιά: υφή. ~ύ: δέρμα (= άγριο, σκληρό. ΑΝΤ. απαλό, λείο, τρυφερό)/έδαφος/οδόστρωμα/τοπίο (= πετρώδες)/τρίχωμα/ύφασμα (ΑΝΤ. μαλακό). ~ιά: χέρια.|| ~εία: (ΑΝΑΤ.) αρτηρία (= η τραχεία)/(ΒΟΤ.) πεύκη.|| (μτφ.) ~ύς: ήχος/κινητήρας. ~ιά: όψη/φωνή (= βραχνή. ΑΝΤ. γλυκιά). ~ιά: χαρακτηριστικά (= αδρά. ΑΝΤ. λεπτοκαμωμένα, ντελικάτα). 2. (μτφ., για πρόσ.) απότομος, συνήθ. με βάναυση συμπεριφορά: Έχει ~ύ χαρακτήρα. ΣΥΝ. αγροίκος 3. (μτφ.) που δεν υποφέρεται ή δεν αντιμετωπίζεται εύκολα, σκληρός: ~ύ: κλίμα (πβ. βαρύ).|| ~ιά: πραγματικότητα (πβ. δύσκολη, επίμοχθη, κοπιαστική). ● επίρρ.: τραχιά & (λόγ.) τραχέως [< αρχ. τραχύς] | |
| 51393 | τραχύτητα | τρα-χύ-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του τραχέος: η ~ του αγωγού/του δέρματος (ΑΝΤ. απαλότητα)/του εδάφους/της επιφάνειας (ΑΝΤ. ομαλότητα). Μέτρηση/συντελεστής (της) ~ας. ΑΝΤ. λειότητα.|| (μτφ.) ~ του τοπίου (πβ. αγριάδα).|| Η ~ της ζωής (: οι δυσκολίες)/του χαρακτήρα του (πβ. αγρι-, βαναυσ-, βιαι-, σκαι-ότητα. ΑΝΤ. ευγένεια, ηπι-, πρα-, τρυφερ-ότητα). Πβ. σκληρότητα. [< αρχ. τραχύτης] | |
| 51394 | τράχωμα | τρά-χω-μα ουσ. (ουδ.): ΙΑΤΡ. χρόνια μολυσματική και μεταδοτική πάθηση του επιπεφυκότος και του κερατοειδούς, που μπορεί να οδηγήσει και σε τύφλωση: χλαμύδιο του ~ατος (επιστ. ονομασ. Chlamydia trachomatis). Βλ. -ωμα2. [< μτγν. τράχωμα, γαλλ. trachome, αγγλ. trachoma] | |
| 51395 | τρεβίρα | τρε-βί-ρα ουσ. (θηλ.): άφλεκτο, εξαιρετικά ανθεκτικό ύφασμα από συνθετικό πολυμερές: θερμοηχομονωτικό φύλλο με ~. Βλ. τεριλέν. [< γερμ. εμπορ. ονομασ. Trevira, 1959] | |
| 51396 | τρέιλερ | τρέ-ι-λερ ουσ. (ουδ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς} 1. ρυμουλκούμενο που σύρεται από μηχανοκίνητο όχημα για μεταφορά φορτίων: ~ με φρένα. ~ για σκάφος. Πβ. μπαγκαζιέρα. Βλ. κοτσαδόρος, νταλίκα. 2. προβολή επιλεγμένων και αντιπροσωπευτικών αποσπασμάτων, συνήθ. από ταινία ή σειρά, για διαφημιστικούς κυρ. σκοπούς: ~ των ειδήσεων/της εκπομπής/του ντοκιμαντέρ. ~ του καναλιού/σταθμού. Πβ. προσεχώς.|| (σπάν.) ~ εταιρείας/προϊόντων. [< 1: αγγλ. trailer 2: αμερικ. ~, 1928] | |
| 51397 | τρέιντερ | τρέ-ι-ντερ ουσ. (αρσ. + θηλ.) {άκλ. κ. πληθ. -ς}: ΟΙΚΟΝ. επενδυτής που κάνει αγοραπωλησίες στη διάρκεια μιας χρηματιστηριακής ημέρας, με σκοπό να εκμεταλλευτεί τυχόν ευκαιρίες και να αποκομίσει υψηλά κέρδη. Βλ. ντίλερ. [< αγγλ. trader] | |
| 51398 | τρεις, τρεις, τρία | [τρεῖς] τρί-α επίθ. αριθμητ. απόλ. {τρι-ών} 1. το σύνολο τριών μονάδων: τρεις: αιώνες/άνθρωποι/βαθμοί/παράγοντες. Τρεις: ημέρες/ιδέες/λέξεις/περιοχές/φορές. Τρία: άτομα/βήματα/κράτη/λάθη/χρόνια. Φωτογραφία στις τρεις διαστάσεις του χώρου. Ξενοδοχεία ~ών αστέρων. Στο σταυροδρόμι ~ών ηπείρων.|| (ΘΡΗΣΚ.) Οι τρεις Μάγοι. (ΜΥΘ.) Οι τρεις Μοίρες. 2. τρίτος: στις τρεις του μηνός/η ώρα. Στη σελίδα τρία. Εξετάστηκαν στο μάθημα τρεις τρεις (= ανά τρεις). ● Ουσ.: τρία (το) 1. ο ακέραιος φυσικός αριθμός 3: Αφαιρώ το ~ από το πέντε.|| (ως βαθμός) Πήρε ~ στο διαγώνισμα. 2. το σύμβολο (3) και οτιδήποτε το φέρει ως διακριτικό του: η γραμμή ~ του μετρό. Μένει στο δωμάτιο ~. Κάθε πρωί παίρνω το ~ (ενν. τρόλεϊ).|| (για χαρτοπαίγνιο ή ταρό) ~ καρό/κούπα/μπαστούνι/σπαθί. 3. (+ στα/τα) η ηλικία των τριών χρόνων: Έκλεισε τα ~. 4. (συνήθ. '03) το 2003 ή το 1903. ● ΣΥΜΠΛ.: οι Τρεις Ιεράρχες βλ. ιεράρχης, τρεις τελείες βλ. τελεία ● ΦΡ.: η απλή μέθοδος των τριών & μέθοδος των τριών: ΜΑΘ. τρόπος επίλυσης προβλημάτων, σύμφωνα με τον οποίο τρία δεδομένα οδηγούν στον εντοπισμό του τέταρτου που ζητείται., τα τρία κακά της μοίρας του (προφ.-μειωτ.): για κάποιον που βρίσκεται σε ελεεινή κατάσταση: φτωχός, άνεργος και στο νοίκι: ~ ~.|| (κατ' επέκτ.) Δεν ξέρει ~ ~ (: τι του γίνεται, έχει πλήρη άγνοια)., τρεις κι εξήντα (προφ.): ελάχιστα χρήματα: Παίρνουν ~ ~. Ζουν με ~ ~., τρεις κι ο κούκος (προφ.): πάρα πολύ λίγοι: Έμειναν/ήταν ~ ~ στο μαγαζί/πάρτι., τρεις το λάδι, τρεις το ξίδι, έξι το λαδόξιδο (παροιμ.): για προσπάθεια εξαπάτησης με σκόπιμα λανθασμένους υπολογισμούς., αυτοκίνητο τριών όγκων βλ. αυτοκίνητο, δυο τρεις βλ. δύο & δυο, δύο/τριών/πολλών ταχυτήτων βλ. ταχύτητα, κάθε λίγο (και λιγάκι)/κάθε τόσο (και λιγάκι)/κάθε τρεις και λίγο βλ. λίγο, με το ένα, με το δύο, με το τρία βλ. ένα, μια του κλέφτη, δυο του κλέφτη, τρεις και η κακή του μέρα/ώρα/τρεις και τον τσακώσανε βλ. κλέφτης, του πήγε να βλ. πηγαίνω & πάω, τρεις λαλούν και δυο χορεύουν βλ. λαλεί, τρία πουλάκια κάθονται/κάθονταν βλ. πουλάκι [< αρχ. τρεῖς, τρία] | |
| 51399 | τρεισήμισι | τρει-σή-μι-σι επίθ. {άκλ. | ουδ. κ. τριάμισι}: τρεις και μισός: ~ μέρες/μήνες/μονάδες/φορές/ώρες. ~ χιλιάδες στρέμματα. Τριάμισι λεπτά/μέτρα/χρόνια.|| (ως ουσ.) Έχω ραντεβού στις ~ (: η ώρα). Βλ. -μισι. | |
| 51400 | τρέκινγκ | τρέ-κινγκ ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πεζοπορία και περιήγηση, ιδ. σε βουνά: παπούτσια για ~. [< αγγλ. trekking, γαλλ. ~, περ. 1975] | |
| 51401 | τρεκλίζω & τρικλίζω | τρε-κλί-ζω ρ. (αμτβ.) {τρέκλι-σε, τρεκλί-σει, τρεκλίζ-οντας}: έχω αστάθεια καθώς περπατώ, παραπατώ, παραπαίω: ~ζε σαν μεθυσμένος. Τα πόδια του άρχισαν να ~ουν από φόβο. Βάδιζε ~οντας. Βλ. σκουντουφλώ.|| (μτφ.) Η κυβέρνηση ~ει (πβ. κλυδωνίζεται). | |
| 51402 | τρέκλισμα | τρέ-κλι-σμα ουσ. (ουδ.) & τρίκλισμα: ασταθές περπάτημα, βάδισμα. Πβ. παραπάτημα. | |
| 51403 | τρέλα | τρέ-λα ουσ. (θηλ.) 1. ψυχική διαταραχή: (ΨΥΧΙΑΤΡ.) Κατελήφθη από κρίση ~ας. Βυθίζεται στην ~. Η ζήλια τον οδήγησε στην ~. Ταλαντεύεται ανάμεσα στην ~ και τη λογική. Πβ. ψυχοπάθεια.|| (μτφ.) Είναι να σε πιάνει ~. Μου έρχεται ~, όταν σκέφτομαι ... ~ που κουβαλάει ο κόσμος.|| Η ~ του έρωτα/της καθημερινότητας/του πολέμου/της πόλης. Πβ. παραλογισμός, παράνοια, παραφροσύνη. 2. απερισκεψία, ριψοκίνδυνη ενέργεια: παιδική ~. Νεανικές ~ες (= αταξίες). Η ~ της ηλικίας/της νιότης. Η επιλογή του ήταν μια ~ της στιγμής. Είναι καθαρή ~ να θες να βγεις έξω με πυρετό. Άσε τις ~ες. Έκανε του κόσμου τις ~ες.|| Φοβούνται μήπως κάνει καμιά ~ (: απονενοημένο διάβημα). Πβ. ανοησία. ΣΥΝ. παλαβωμάρα, τρελαμάρα 3. (προφ.) πάθος, μανία: καταναλωτική ~. Έχει ~ με τη θάλασσα/το ποδόσφαιρο. Έκανε την ~ του επάγγελμα. Πβ. λόξα, ψώνιο.|| Έχει ~ με την καθαριότητα. Πβ. εμμονή, ιδιοτροπία. 4. (μτφ.-προφ.) καθετί υπέροχο, θαύμα: (ως επίθ.) Το ρούχο είναι ~ πάνω σου! Το σκυλάκι του είναι (σκέτη) ~!|| (ως επίρρ.) Περάσαμε ~ (= μούρλια)! ● Υποκ.: τρελίτσα (η) 1. (οικ.) Το παίζει ~. Άρχισε πάλι τις ~ες. 2. {στον πληθ.} ερωτικά πειράγματα: Έκαναν ~ες. ● ΦΡ.: καθένας με την τρέλα του (κι αυτός με την ομπρέλα του) (προφ.): ο καθένας έχει τις ιδιοτροπίες, τις ιδιαιτερότητές του., πουλάω τρέλα (προφ.): προσποιούμαι ότι είμαι τρελός ή ιδιότροπος: ~ει ~ για να εντυπωσιάσει., η τρέλα δεν πάει στα βουνά (πάει στους ανθρώπους) βλ. βουνό [< τρελαίνω, υποχωρητικός σχηματισμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ