| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51418 | τρελοπαντιέρα | τρε-λο-πα-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ζουρλοπαντιέρα. Πβ. τρελοκαμπέρω. | |
| 51419 | τρελός | , ή, ό τρε-λός επίθ. 1. που πάσχει από ψυχική ασθένεια: ~ός: δολοφόνος. Πβ. παρανοϊκός, παράφρων, φρενο-βλαβής, -παθής, ψυχοπαθής.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα. 2. (μτφ.) παράλογος, παλαβός, μουρλός: ~ός: επιστήμονας. ~ό: παιδί (: ζωηρό, άτακτο). Θα πρέπει να είσαι ~ για να κάνεις κάτι τέτοιο. Πάει να με βγάλει και ~ό. Πβ. είναι για τα σίδερα.|| ~ή: ζωή/κωμωδία/παρέα/σκέψη. ~ή πορεία αυτοκινήτου.|| (ως ουσ.) Έμπλεξε με μια ~ή. Το ~ό της ιστορίας/υπόθεσης είναι ότι ... (= το εξωφρενικό). Άρχισε πάλι τα ~ά του ... Ο υπολογιστής έκανε τα ~ά του. 3. υπερβολικά έντονος, πολύ δυνατός: ~ός: έρωτας (πβ. παράφορος). ~ή: διάθεση/επιθυμία. ~ό: γέλιο/γλέντι/ξεφάντωμα/πάθος/πανηγύρι/πάρτι/χιούμορ. Έχει ~ή αδυναμία στα ανίψια της. Η καρδιά μου χτύπαγε σαν ~ή.|| ~ά: έξοδα (: πάρα πολλά, εξωφρενικά).|| ~οί: ρυθμοί (πβ. φρενήρης). Έτρεχε με ~ή ταχύτητα. Πβ. γρήγορος, ιλιγγιώδης, ξέφρενος.|| ~ός: αέρας. Έπιασε ~ή βροχή. 4. παράτολμος: ~ή: απόφαση/ιδέα/πρόταση. ~ό: σχέδιο. 5. παθιασμένος, τρελαμένος: ~ από αγάπη. Είναι ~ για το ποδόσφαιρο/για σένα.|| Φώναζε/χοροπηδούσε σαν ~ από τη χαρά του. ● Ουσ.: τρελός (ο): (στο σκάκι) ο αξιωματικός. ● επίρρ.: τρελά ● ΣΥΜΠΛ.: ο τρελός του χωριού (μτφ.): πρόσωπο που η συμπεριφορά του αποκλίνει, που θεωρείται γραφικός ή παράξενος: Τον αντιμετωπίζουν σαν τον ~ό ~., ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, χοντρά/τρελά λεφτά βλ. χοντρός ● ΦΡ.: γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής (προφ.): προκαλείται μεγάλη φασαρία, αναστάτωση, σύγχυση: ~ ~ από προσφορές/τις φωνές (= χαμός). ΣΥΝ. γίνεται της κακομοίρας, είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο μεθυσμένος είναι πιο επικίνδυνος από τον τρελό., είμαι τρελός/ζουρλός και παλαβός με/για κάποιον/κάτι: είμαι πάρα πολύ ερωτευμένος ή μου αρέσει κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Είναι ~ ~ γι' αυτή την κοπέλα. Είναι ~ ~ με τα ταξίδια., (τρελός) για δέσιμο βλ. δέσιμο, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε βλ. χέζω, κάνω σαν παλαβός/τρελός για κάποιον/κάτι βλ. παλαβός, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα βλ. όνειρο, σαν της τρελής τα μαλλιά βλ. μαλλί, σε μεγάλα/τρελά κέφια βλ. κέφι, το κλουβί με τις τρελές/τους τρελούς βλ. κλουβί, τρελός παπάς σε/τον βάφτισε βλ. βαφτίζω, τρέχω σαν παλαβός/τρελός βλ. παλαβός [< μεσν. τρελός – παλαιότ. ορθογρ. τρελλός] | |
| 51420 | τρελόχαρτο | τρε-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί τη νοσηλεία κάποιου σε ψυχιατρείο και ότι έχει πάρει εξιτήριο από αυτό. 2. (στρατιωτική αργκό) επίσημο πιστοποιητικό που βεβαιώνει την απαλλαγή κάποιου από τη στράτευση λόγω ψυχικών διαταραχών. Βλ. -χαρτο. | |
| 51421 | τρεμάμενος | , η, ο τρε-μά-με-νος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που τρέμει, έχει αστάθεια: ~η: φλόγα. ~ο: βήμα/σώμα/χαμόγελο. ~α: γόνατα/δάχτυλα/φώτα/χείλη/χέρια.|| (μτφ.) ~η: καρδιά. ~ο: ύφος. ~α: λόγια. Πβ. φοβισμένος. ΣΥΝ. τρεμουλιάρικος, τρεμουλιαστός ● βλ. τρέμω | |
| 51422 | τρεμεντίνα | τρε-με-ντί-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (διαλεκτ.): τερεβινθίνη. [< ιταλ. trementina] | |
| 51423 | τρεμίζει | τρε-μί-ζει ρ. (αμτβ.) {τρέμι-σε, κυρ. στο ενεστ. θ.} (σπάν.-λογοτ.): τρέμει, τρεμουλιάζει. Πβ. τρεμοπαίζει. | |
| 51424 | τρεμιθιά | τρε-μι-θιά ουσ. (θηλ.) & τριμιθιά: ΒΟΤ. τερέβινθος. ΣΥΝ. τσικουδιά (2) [< μτγν. τρέμιθος] | |
| 51425 | τρεμολάμπει | τρε-μο-λά-μπει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.}: τρεμοφέγγει: Μικρά φωτάκια ~ουν στο βάθος. Πβ. τρεμοπαίζει. | |
| 51426 | τρεμολίτης | τρε-μο-λί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό της ομάδας των αμφιβόλων σε αποχρώσεις του λευκού και του γκρι: ινώδης/κρυσταλλικός ~. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. tré molite, αγγλ. tremolite] | |
| 51427 | τρέμολο | τρέ-μο-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. γρήγορη επανάληψη μιας νότας ή δύο διαδοχικών· συνεκδ. εξάρτημα οργάνου που παράγει τον αντίστοιχο ήχο. [< ιταλ. tremolo] | |
| 51428 | τρεμοπαίζει | τρε-μο-παί-ζει ρ. (αμτβ.) {τρεμόπαι-ζε, -ξε, τρεμοπαί-ξει} (συνήθ. λογοτ.) 1. (για ένταση φωτός) αυξομειώνεται με μεγάλη συχνότητα: Η φλόγα ~. Τα αστέρια ~ουν. Πβ. τρεμο-λάμπει, -σβήνει, -φέγγει, τρεμουλιάζω.|| Η εικόνα/οθόνη ~. Πβ. τρέμει, τρεμίζει. 2. κινείται σπασμωδικά ή ανάλαφρα: ~ουν (: ανοιγοκλείνουν) τα μάτια του (πβ. παίζει/πετάει το μάτι μου). Πβ. πεταρίζει. | |
| 51429 | τρεμοπαίξιμο | τρε-μο-παί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παραμόρφωση της εικόνας ηλεκτρονικών συσκευών που συνίσταται στην αυξομείωση της φωτεινότητάς της με μεγάλη συχνότητα: ~ της οθόνης. Πβ. τρεμόσβησμα. 2. ανάλαφρη ή σπασμωδική κίνηση: ~ των βλεφάρων. Πβ. πετάρισμα, τρεμούλιασμα. [< 1: αγγλ. flickering, jitter, 1943] | |
| 51430 | τρεμοσβήνει | τρε-μο-σβή-νει ρ. (αμτβ.) {τρεμόσβη-νε, -σε, τρεμοσβή-σει} 1. (για ένταση φωτός) μειώνεται αργά και τρεμουλιαστά: Το καντήλι ~. Πβ. τρεμοπαίζει. 2. (μτφ.-λογοτ.) παρακμάζει, χάνεται: Η δόξα του ~. Το όνειρο της άρχισε να ~. | |
| 51431 | τρεμόσβησμα | τρε-μό-σβη-σμα ουσ. (ουδ.) & τρεμοσβήσιμο: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τρεμοσβήνει: ~ των άστρων.|| ~ της οθόνης. Πβ. τρεμοπαίξιμο. | |
| 51432 | τρεμόσβηστος | , η, ο τρε-μό-σβη-στος επίθ. (λογοτ.): που τρεμοσβήνει. | |
| 51433 | τρεμούλα | τρε-μού-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρέμουλο, τρεμούλιασμα: ~ στα χέρια. Τον έπιασε ~. | |
| 51434 | τρεμουλιάζω | τρε-μου-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τρεμούλια-ζε, -σε, τρεμουλιά-σει} (συχνά λογοτ.): έχω τρέμουλο ή τρεμουλιαστή κίνηση: ~ από το κρύο. Πβ. ριγώ, τουρτουρίζω, τρέμω.|| Το φως ~ει (= τρεμοπαίζει) στο βάθος. Βλ. -ιάζω. | |
| 51435 | τρεμουλιάρης | , α, ικο τρε-μου-λιά-ρης επίθ.: που εμφανίζει τρέμουλο, κυρ. λόγω αδυναμίας, κρύου ή φόβου. Βλ. κρυουλιάρης. [< μεσν. τρεμουλιάρης] | |
| 51436 | τρεμουλιάρικος | , η, ο τρε-μου-λιά-ρι-κος επίθ.: τρεμάμενος, τρεμουλιαστός: ~η: φωνή. | |
| 51437 | τρεμούλιασμα | τρε-μού-λια-σμα ουσ. (ουδ.): τρέμουλο, τρεμούλα· τρεμοπαίξιμο: ~ στα πόδια. ~ της φωνής.|| Το ~ της εικόνας της τηλεόρασης/του τιμονιού. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ