| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51404 | τρελάδικο | τρε-λά-δι-κο ουσ. (ουδ.) (προφ.-αρνητ. συνυποδ.) 1. ψυχιατρείο: Μπήκε στο ~ για δύο χρόνια.|| (μτφ.) Ο φίλος του είναι για το ~ (= είναι για δέσιμο, τα σίδερα)! ΣΥΝ. τρελοκομείο (1), φρενοκομείο 2. (μτφ.) χώρος με πολλή φασαρία και αναστάτωση: ~ είναι το σπίτι με τόσο κόσμο! Βλ. -άδικο. ΣΥΝ. τρελοκομείο (2) | |
| 51405 | τρελαίνω | τρε-λαί-νω ρ. (μτβ.) {τρέλ-ανα, -άθηκα, -αθεί, -αμένος, τρελαίν-οντας} 1. οδηγώ κάποιον στην τρέλα: Ο χαμός του πατέρα του τον ~ανε.|| (μτφ.) Η ηλεκτρονική παρεμβολή ~ανε τα μηχανήματα. ΣΥΝ. ζουρλαίνω (1), λωλαίνω & λολαίνω, μουρλαίνω (1), παλαβώνω (2) 2. (μτφ.) κάνω κάποιον να υποφέρει, ταλαιπωρώ, ταράζω: Με ~ει το γεγονός πως ... Τον ~ει η πολλή ζέστη/ησυχία. Μας ~ανε φέτος ο καιρός με τις βροχές. Βάλθηκε να μας ~άνει.|| Μας ~ανε στα τηλεφωνήματα/στη φλυαρία. Πβ. φλομώνω. 3. (μτφ.) ξεμυαλίζω, ξελογιάζω: Την έχει ~άνει ο έρωτας. Αυτό το τραγούδι µε ~ει. Πβ. ξε~. 4. (μτφ.-προφ.) κουφαίνω, καραφλιάζω: Καλά, θα μας ~εις τελείως! Πβ. απο~. ● Παθ.: τρελαίνομαι 1. χάνω τα λογικά μου, γίνομαι τρελός: ~άθηκε από τα βασανιστήρια.|| (μτφ.) Με τόσα που γίνονται, είναι να ~εται κανείς. Έχεις ~αθεί και δεν ξέρεις τι λες. Κόντευε να ~αθεί από το άγχος/την αγωνία/τον πόνο. Πβ. φλιπάρω, φρικάρω.|| ~άθηκε από τη χαρά του, όταν έμαθε ότι ...|| Ο υπολογιστής ~άθηκε (: δεν λειτουργεί σωστά). ΣΥΝ. παλαβώνω (1), παραφρονώ, σαλτάρω (1) 2. (μτφ.-προφ.) κάνω κάτι με μεγάλη ευχαρίστηση, μου αρέσει ή επιθυμώ κάτι πολύ: ~εται για αστεία/βόλτες/παγωτό/παιχνίδια. ~ονται για τη μουσική/την περιπέτεια (πβ. παθιάζομαι). ~εται να διαβάζει βιβλία/να παίζει μπάσκετ. Πβ. ψοφάω.|| ~ για σένα (= είμαι τρελός για σένα). ● ΦΡ.: δεν τρελάθηκα: δεν κάνω κάτι, γιατί το θεωρώ ανοησία: ~ ~ να δώσω τόσα χρήματα για ένα σαράβαλο! Σιγά μην του κάνω τη χάρη· ~ ~ ακόμα!, δεν τρελαίνομαι (κιόλας) (προφ.): δεν με συνεπαίρνει, δεν με ενθουσιάζει κάτι: Καλά περάσαμε, αλλά ~ ~άθηκα κιόλας., μην τρελαθούμε κιόλας/τώρα/(και) τελείως (προφ.): ως αντίδραση σε κάτι που θεωρούμε υπερβολικό: Ωραία ήταν η ταινία, αλλά ~ ~! Καλά, ~ ~!, τρελαίνει κόσμο (προφ.-εμφατ.): για κάποιον ή κάτι που έχει μεγάλη απήχηση, πέραση, επιτυχία: ~ ~ η ομάδα., έσπασε τα χρονόμετρα βλ. χρονόμετρο ● βλ. τρελαμένος | |
| 51406 | τρελαμάρα | τρε-λα-μά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρέλα, παλαβωμάρα και συνεκδ. επιπόλαιη, απερίσκεπτη πράξη: Τον έπιασε ~. Όλο ~ες κάνει. Βλ. -άρα. | |
| 51407 | τρελαμένος | , η, ο τρε-λα-μέ-νος επίθ. (προφ.) 1. που έχει χάσει τα λογικά του: Δεν πάει καλά τελευταία, είναι ~ (= τρελός). 2. (μτφ.) που δείχνει υπερβολικό ενθουσιασμό ή πάθος: ~ος: οπαδός. ~οι με το ποδόσφαιρο. Είναι ~ μαζί της. Πβ. ξε~. ● βλ. τρελαίνω | |
| 51408 | τρελάρας, τρελάρα | τρε-λά-ρας ουσ. (αρσ. + θηλ.) (προφ.): αυτός/αυτή που κάνει μεγάλες τρέλες, ανοησίες ή έχει ιδιόρρυθμο χαρακτήρα: Δεν τον αντέχω άλλο τον ~α! Πβ. ζουρλοπαντιέρα. ΣΥΝ. παλαβιάρης | |
| 51409 | τρελέγκω | τρε-λέ-γκω ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (λαϊκό): τρελοκαμπέρω. ΣΥΝ. μουρλέγκω | |
| 51410 | τρελιάρης | , α, ικο τρε-λιά-ρης επίθ./ουσ. (προφ.-θετ. συνυποδ.): τρελούτσικος, παράξενος. Βλ. -ιάρης. | |
| 51411 | τρελο- & τρελό- | α' συνθετικό λέξεων με τη σημασία 1. (κυρ. προφ.-μειωτ.) του παρανοϊκού, νευρωτικού: τρελο-κομείο (βλ. φρενο-). 2. (προφ.) του ασταθούς, μανιασμένου: τρελό-καιρος. Τρελο-αέρας. 3. (οικ.) του ζωηρού: τρελο-κόριτσο/~παρέα (βλ. παλιο-). Τρελό-παιδο (βλ. διαβολο-). 4. του παράλογου, μπερδεμένου: τρελο-κατάσταση. | |
| 51412 | τρελογιατρός | τρε-λο-για-τρός ουσ. (αρσ. + θηλ.) (λαϊκό-ειρων.): ψυχίατρος. | |
| 51413 | τρελόγκα | τρε-λό-γκα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): τρελοκαμπέρω. ΣΥΝ. μουρλέγκω | |
| 51414 | τρελοκαμπέρω | τρε-λο-κα-μπέ-ρω ουσ. (θηλ.) {άκλ.} & τρελοκαμπέρο (λαϊκό): γυναίκα ζωηρή, με παιχνιδιάρικη διάθεση, άμυαλη, επιπόλαιη: Μας αναστάτωσε πάλι η ~! Πβ. τρελοπαντιέρα. ΣΥΝ. μουρλέγκω, τρελέγκω, τρελόγκα | |
| 51415 | τρελοκομείο | [τρελοκομεῖο] τρε-λο-κο-μεί-ο ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ψυχιατρείο: Κατέληξε στο ~.|| (μτφ.) Είναι για το ~ (= είναι για δέσιμο, τα σίδερα). Βλ. -κομείο. ΣΥΝ. τρελάδικο (1), φρενοκομείο 2. (μτφ.) χώρος με έντονη φασαρία, απουσία τάξης και αναταραχή: Σωστό ~ είναι το δωμάτιό σου! ΣΥΝ. τρελάδικο (2), τσίρκο (2) 3. (μτφ.) άτομο που συμπεριφέρεται απρόβλεπτα, ανόητα, παράλογα ή απερίσκεπτα: Ο τύπος είναι σκέτο ~. | |
| 51416 | τρελοκόριτσο | τρε-λο-κό-ρι-τσο ουσ. (ουδ.) (προφ.): κορίτσι ή νεαρή κοπέλα που χαρακτηρίζεται από ζωηράδα ή/και επιπολαιότητα. | |
| 51417 | τρελόπαιδο | τρε-λό-παι-δο ουσ. (ουδ.) (προφ.): παιδί ή νεαρό άτομο που κάνει τρέλες, είναι ζωηρό και άτακτο: Τι σκαρφίστηκες πάλι, βρε ~! Βλ. -παιδο. | |
| 51418 | τρελοπαντιέρα | τρε-λο-πα-ντιέ-ρα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): ζουρλοπαντιέρα. Πβ. τρελοκαμπέρω. | |
| 51419 | τρελός | , ή, ό τρε-λός επίθ. 1. που πάσχει από ψυχική ασθένεια: ~ός: δολοφόνος. Πβ. παρανοϊκός, παράφρων, φρενο-βλαβής, -παθής, ψυχοπαθής.|| (κατ' επέκτ.) ~ή: συμπεριφορά. ~ό: βλέμμα. 2. (μτφ.) παράλογος, παλαβός, μουρλός: ~ός: επιστήμονας. ~ό: παιδί (: ζωηρό, άτακτο). Θα πρέπει να είσαι ~ για να κάνεις κάτι τέτοιο. Πάει να με βγάλει και ~ό. Πβ. είναι για τα σίδερα.|| ~ή: ζωή/κωμωδία/παρέα/σκέψη. ~ή πορεία αυτοκινήτου.|| (ως ουσ.) Έμπλεξε με μια ~ή. Το ~ό της ιστορίας/υπόθεσης είναι ότι ... (= το εξωφρενικό). Άρχισε πάλι τα ~ά του ... Ο υπολογιστής έκανε τα ~ά του. 3. υπερβολικά έντονος, πολύ δυνατός: ~ός: έρωτας (πβ. παράφορος). ~ή: διάθεση/επιθυμία. ~ό: γέλιο/γλέντι/ξεφάντωμα/πάθος/πανηγύρι/πάρτι/χιούμορ. Έχει ~ή αδυναμία στα ανίψια της. Η καρδιά μου χτύπαγε σαν ~ή.|| ~ά: έξοδα (: πάρα πολλά, εξωφρενικά).|| ~οί: ρυθμοί (πβ. φρενήρης). Έτρεχε με ~ή ταχύτητα. Πβ. γρήγορος, ιλιγγιώδης, ξέφρενος.|| ~ός: αέρας. Έπιασε ~ή βροχή. 4. παράτολμος: ~ή: απόφαση/ιδέα/πρόταση. ~ό: σχέδιο. 5. παθιασμένος, τρελαμένος: ~ από αγάπη. Είναι ~ για το ποδόσφαιρο/για σένα.|| Φώναζε/χοροπηδούσε σαν ~ από τη χαρά του. ● Ουσ.: τρελός (ο): (στο σκάκι) ο αξιωματικός. ● επίρρ.: τρελά ● ΣΥΜΠΛ.: ο τρελός του χωριού (μτφ.): πρόσωπο που η συμπεριφορά του αποκλίνει, που θεωρείται γραφικός ή παράξενος: Τον αντιμετωπίζουν σαν τον ~ό ~., ασθένεια/νόσος των τρελών αγελάδων βλ. αγελάδα, χοντρά/τρελά λεφτά βλ. χοντρός ● ΦΡ.: γίνεται της τρελής/μουρλής/παλαβής (προφ.): προκαλείται μεγάλη φασαρία, αναστάτωση, σύγχυση: ~ ~ από προσφορές/τις φωνές (= χαμός). ΣΥΝ. γίνεται της κακομοίρας, είδε ο τρελός τον μεθυσμένο και φοβήθηκε (παροιμ.): για να δηλωθεί ότι ο μεθυσμένος είναι πιο επικίνδυνος από τον τρελό., είμαι τρελός/ζουρλός και παλαβός με/για κάποιον/κάτι: είμαι πάρα πολύ ερωτευμένος ή μου αρέσει κάτι σε υπερβολικό βαθμό: Είναι ~ ~ γι' αυτή την κοπέλα. Είναι ~ ~ με τα ταξίδια., (τρελός) για δέσιμο βλ. δέσιμο, από μικρό κι από τρελό μαθαίνεις την αλήθεια βλ. αλήθεια, είπαν του τρελού να χέσει κι εκείνος ξεκωλώθηκε βλ. χέζω, κάνω σαν παλαβός/τρελός για κάποιον/κάτι βλ. παλαβός, μέσα/μες στην καλή/τρελή χαρά βλ. χαρά, ούτε στα πιο τρελά μου όνειρα βλ. όνειρο, σαν της τρελής τα μαλλιά βλ. μαλλί, σε μεγάλα/τρελά κέφια βλ. κέφι, το κλουβί με τις τρελές/τους τρελούς βλ. κλουβί, τρελός παπάς σε/τον βάφτισε βλ. βαφτίζω, τρέχω σαν παλαβός/τρελός βλ. παλαβός [< μεσν. τρελός – παλαιότ. ορθογρ. τρελλός] | |
| 51420 | τρελόχαρτο | τρε-λό-χαρ-το ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. επίσημο έγγραφο που πιστοποιεί τη νοσηλεία κάποιου σε ψυχιατρείο και ότι έχει πάρει εξιτήριο από αυτό. 2. (στρατιωτική αργκό) επίσημο πιστοποιητικό που βεβαιώνει την απαλλαγή κάποιου από τη στράτευση λόγω ψυχικών διαταραχών. Βλ. -χαρτο. | |
| 51421 | τρεμάμενος | , η, ο τρε-μά-με-νος επίθ. (συνήθ. λογοτ.): που τρέμει, έχει αστάθεια: ~η: φλόγα. ~ο: βήμα/σώμα/χαμόγελο. ~α: γόνατα/δάχτυλα/φώτα/χείλη/χέρια.|| (μτφ.) ~η: καρδιά. ~ο: ύφος. ~α: λόγια. Πβ. φοβισμένος. ΣΥΝ. τρεμουλιάρικος, τρεμουλιαστός ● βλ. τρέμω | |
| 51422 | τρεμεντίνα | τρε-με-ντί-να ουσ. (θηλ.) {άκλ.} (διαλεκτ.): τερεβινθίνη. [< ιταλ. trementina] | |
| 51423 | τρεμίζει | τρε-μί-ζει ρ. (αμτβ.) {τρέμι-σε, κυρ. στο ενεστ. θ.} (σπάν.-λογοτ.): τρέμει, τρεμουλιάζει. Πβ. τρεμοπαίζει. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ