| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51438 | τρεμουλιαστός | , ή, ό τρε-μου-λια-στός επίθ. (προφ.): που τρεμουλιάζει, τρεμάμενος: ~ό: φως. ΣΥΝ. τρεμουλιάρικος ● επίρρ.: τρεμουλιαστά | |
| 51439 | τρέμουλο | τρέ-μου-λο ουσ. (ουδ.): μικρές, διαδοχικές παλμικές κινήσεις λόγω συσπάσεων των μυών που γίνονται χωρίς τη θέληση του ατόμου και εκδηλώνονται σε μέλη ή σε ολόκληρο το σώμα: έντονο ~. ~ των άκρων/χεριών. ~ στη φωνή. Την έπιασε ~ (: λόγω κρύου, πυρετού, εκνευρισμού, συγκίνησης, φόβου). Πβ. ρίγος, σύγκρυο.|| (ΙΑΤΡ.) Το ~ ως σύμπτωμα στέρησης. Πβ. τρόμος. Βλ. πάρκινσον.|| (κατ' επέκτ.) ~ στο τιμόνι. ΣΥΝ. τρεμούλα, τρεμούλιασμα [< παλαιότ. ιταλ. tremulo] | |
| 51440 | τρεμοφέγγει | τρε-μο-φέγ-γει ρ. (αμτβ.) {τρεμόφεγγε} (λογοτ.): εκπέμπει τρεμουλιαστό φως: Το κερί/η λάμπα ~. Πβ. λαμπυρίζει, τρεμοπαίζει. ΣΥΝ. τρεμολάμπει | |
| 51441 | τρεμοφέγγισμα | τρε-μο-φέγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): τρεμουλιαστό φως. | |
| 51442 | τρεμπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) κατάκτηση από μια ομάδα του Τσάμπιονς Λιγκ ή του Γιουρόπα Λιγκ και του εθνικού πρωταθλήματος και κυπέλλου κατά την ίδια αγωνιστική περίοδο. Βλ. νταμπλ, τριπλ κράουν. [< αγγλ. treble, 1959] | |
| 51443 | τρέμω | τρέ-μω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτρεμ-α, τρέμ-οντας, -άμενος, μόνο στο ενεστ. θ.} 1. έχω ρίγη, τρέμουλο: ~ε (ολόκληρος/σύγκορμος) από το κρύο/τον πυρετό.|| ~ει από τα νεύρα του/τον φόβο της. ~ε από οργή. ~ει το χέρι της από την αγωνία/συγκίνηση.|| ~ε η φωνή της. Πβ. τρεμουλιάζω.|| ~ει η φλόγα/το φως. ~ει η εικόνα/οθόνη. Πβ. τρεμοπαίζει. 2. (μτφ.) φοβάμαι πολύ, ανησυχώ: ~ει τους γονείς της/τον θάνατο.|| ~ουν τις συνέπειες. ~ουν για τη ζωή τους/για αντίποινα. ~ε μην αρρωστήσει/μη τυχόν και μαθευτούν τα νέα. ~ει στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... ~ουν στο άκουσμα της λέξης ... ~ει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά που αργεί να γυρίσει. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} δονούμαι, τραντάζομαι: Το έδαφος ~ει από τις διαδοχικές εκρήξεις. Τα φύλλα ~ουν από τον αέρα. Τα κτίρια ~αν από τον σεισμό. ● ΦΡ.: βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου βλ. καρδιά, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, τρέμει η ψυχή μου βλ. ψυχή, τρέμει σαν (το) ψάρι βλ. ψάρι, φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του βλ. ίσκιος ● βλ. τρεμάμενος [< αρχ. τρέμω] | |
| 51444 | τρενάρισμα | τρε-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σκόπιμη συνήθ. καθυστέρηση. Πβ. επιβράδυνση, παράταση. Βλ. -ισμα. ΑΝΤ. επίσπευση, επιτάχυνση (2) | |
| 51445 | τρενάρω | τρε-νά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρέναρ-α κ. τρενάρ-ισα, -οντας} (προφ.): καθυστερώ συνήθ. σκόπιμα: ~ει επίτηδες την υπόθεση. ~ουν την κατάσταση. Θα ~ την αναχώρησή μου. Πβ. επιβραδύνω, παρατείνω. ΑΝΤ. επισπεύδω.|| ~ουν οι διαπραγματεύσεις για ... [< γαλλ. traîner] | |
| 51446 | τρένο | τρέ-νο ουσ. (ουδ.): μέσο μεταφοράς που αποτελείται από σειρά βαγονιών τα οποία κινεί μηχανή πάνω σε σιδηροτροχιές· σιδηρόδρομος: ατμοκίνητο/επιβατικό/ηλεκτροκίνητο/υπόγειο ~. ~ μαγνητικής αιώρησης (: υπερσύγχρονο, χωρίς ρόδες)/μεγάλης ταχύτητας. Απευθείας ~ προς ... Γραμμές/διέλευση/επιβάτες/ράγες/σταθμός ~ου. Εισιτήρια ~ων. Το ~ της γραμμής. Το ~ (: δρομολόγιο) των δέκα. ~ για Αθήνα/Θεσσαλονίκη. Σύγκρουση ~ου με λεωφορείο/φορτηγό. Παίρνω το/ταξιδεύω με (το) ~. Βγαίνω από το/μπαίνω στο/προλαβαίνω το ~. Εκτροχιάστηκε ~. Πβ. αμαξοστοιχία, συρμός. Βλ. αυτοκινητ-, επιβατ-, ηλεκτρ-, κλιν-άμαξα, ιντερσίτι, μέσα σταθερής τροχιάς.|| Μετακινείται στην πόλη με το ~ (: τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο).|| Τηλεκατευθυνόμενο ~ (: παιχνίδι). Βλ. αερότρενο.|| (μτφ.) Το ~ (: η πορεία) της ζωής. ● Υποκ.: τρενάκι (το): περιβαλλοντικό/τουριστικό ~. Βόλτα με το ~.|| Το ~ του τρόμου (σε λούνα παρκ).|| (μινιατούρα τρένου ως παιδικό παιχνίδι ή συλλεκτικό αντικείμενο) Ηλεκτρικό/ξύλινο ~. Βλ. αυτοκινητάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστήριο τρένο (μτφ.-προφ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται αλλόκοτα και ανεξήγητα, αινιγματική φυσιογνωμία: ~ ~ αυτός ο άνθρωπος/τύπος! ● ΦΡ.: κατεβαίνω από το τρένο (μτφ.): αποχωρώ, συνήθ. από πολιτικό κόμμα., πάει/πηγαίνει τρένο (αργκό): κάνει εντυπωσιακή πορεία, ξεπερνά όλα τα εμπόδια: Η ομάδα ~ ~ (: σημειώνει αλλεπάλληλες νίκες).|| Ο υποψήφιος δήμαρχος ~ ~., χάνω το τρένο {συνήθ. αόρ.} (μτφ.): δεν αξιοποιώ την ευκαιρία που μου παρουσιάζεται: Με την αναβλητικότητά του το έχασε ~., αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι [< ιταλ. treno, γαλλ. train – παλαιότ. ορθογρ. τραίνο] | |
| 51447 | τρενσκότ | τρεν-σκότ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: αδιάβροχη καμπαρντίνα στρατιωτικού στιλ με διπλό ύφασμα στο στήθος και ζώνη στη μέση: λευκή ~. [< αγγλ. trench coat, 1914, γαλλ. ~, περ. 1920] | |
| 51448 | τρέντι | τρέ-ντι επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που ακολουθεί πιστά τη μόδα, που είναι πάρα πολύ μοντέρνος: ~: εστιατόριο/μαλλί. ~: ρούχα. Πολύ ~ το καπέλο σου! Το παίζει ~. Πβ. ιν, μοδάτος.|| (ως επίρρ.) Ντύθηκε ~.|| (ως ουσ.) Οι ίμο, οι ~ και οι κάγκουρες. [< αγγλ. trendy, 1962] | |
| 51449 | τρέξιμο | τρέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τρεξίμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια του τρέχω: αργό/γρήγορο/ελεύθερο/χαλαρό ~. Διάδρομος/ένταση/ρυθμός/ταχύτητα/χρόνος ~ατος. ~ σε ανηφόρα/σε ανώμαλο δρόμο/στο γήπεδο/στην ύπαιθρο. Έκανε ~ και βάρη. Πηγαίνει για ~ δύο φορές την εβδομάδα. Πβ. τζόκινγκ.|| (ΑΘΛ.) Ορεινό ~. ~ αντοχής. ~ μετ' εμποδίων. Πβ. αγώνας δρόμου. Βλ. σπριντ. 2. τρεχάματα: καθημερινό ~. Είναι συνεχώς στο ~. Χρειάστηκε πολύ ~ για να γίνει η δουλειά. Έχω αρκετά ~ατα αυτή την περίοδο. Έχουν ~ατα (= μπλεξίματα, προβλήματα) με την Αστυνομία/τα δικαστήρια/το σπίτι. Πβ. τρεχάλα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκτέλεση: ~ του προγράμματος. 4. (σπάν.) ροή: ~ του νερού. ● ΣΥΜΠΛ.: παλίνδρομο τρέξιμο βλ. παλίνδρομος [< 1: μεσν. τρέξιμον 3: αγγλ. running] | |
| 51450 | τρεπόνημα | τρε-πό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος σπειροειδών βακτηρίων (Treponema): ωχρό ~ (= ωχρά σπειροχαίτη, σύφιλη). [< αγγλ. treponema, 1908, γαλλ. tréponème, 1909] | |
| 51451 | τρέπω | τρέ-πω ρ. (μτβ.) {έτρε-ψε, τρέ-ψει, τράπ-ηκε (λόγ. ετράπ-η, -ησαν), -εί, τρέπ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. αλλάζω, μεταβάλλω: (ΜΑΘ.) ~ ένα κλάσμα σε ακέραιο αριθμό. Πβ. μετα~. Βλ. ανα~, απο~, εκ~, επι~, παρεκ~, προ~. 2. κατευθύνω, προσανατολίζω. Πβ. στρέφω. ● Παθ.: τρέπομαι 1. κατευθύνομαι, επιλέγω άλλη πορεία: Ένα μέρος της ομάδας ~ηκε προς τα δεξιά. 2. ΓΡΑΜΜ. μεταβάλλομαι: Στη λέξη "συγγενής" το ν της πρόθεσης "συν" ~εται σε γ. ● ΦΡ.: τρέπω σε φυγή (κάποιον): τον αναγκάζω να απομακρυνθεί, να υποχωρήσει τρέχοντας: Οι συνεχείς επιθέσεις ~ουν τους αμάχους σε ~. [< αρχ. τρέπω ‘στρέφω, απομακρύνω’] | |
| 51452 | τρέσα | τρέ-σα ουσ. (θηλ.) 1. πρόσθετη τούφα μαλλιών, από φυσική ή συνθετική τρίχα, που τοποθετείται με κλιπ ή είναι ραφτή και αυξάνει το μήκος ή/και τον όγκο των μαλλιών. Βλ. εξτένσιον, περούκα, ποστίς, τουπέ. 2. επίπεδη ταινία ή μοτίβο που τοποθετείται στο τελείωμα υφασμάτινων δημιουργιών: διακοσμητική/χρυσή ~. ~ στη λαιμόκοψη. Πβ. μπορντούρα. [< 1: αγγλ. tress 2: γαλλ. tresse] | |
| 51453 | τρέφω | τρέ-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έθρε-ψα, θρέ-ψει, τράφ-ηκα, τραφεί, θρεμμένος, τρέφ-οντας} 1. παρέχω τροφή, ταΐζω: Πολλά πουλιά ~ουν τα μικρά τους/~ονται με έντομα. Το μωρό ~εται με γάλα. Δεν ~ονται επαρκώς/καλά/σωστά. Πβ. σιτίζω.|| Το φυτό ~εται μέσω της φωτοσύνθεσης.|| ~ει ζώα (πβ. εκ~). Θρεμμένο μοσχάρι (= καλοθρεμμένο).|| (μτφ.) Η κρέμα ~ει το δέρμα/τα μαλλιά. Ο ύπνος ~ει τον άνθρωπο. Πβ. (ανα)ζωογονώ. 2. συντηρώ, διατρέφω: Τον ~ει ακόμα ο πατέρας του. Έχει τρία παιδιά/στόματα να ~ψει.|| Η παραγωγή τροφίμων είναι αρκετή για να τραφεί ο πληθυσμός της χώρας.|| (μτφ.) Ο φόβος ~ει τον πανικό. Πβ. τροφοδοτώ. ΣΥΝ. ταΐζω (3) 3. (μτφ.-λόγ.) έχω, διατηρώ: ~ει αμφιβολίες/ελπίδες/προσδοκίες/φιλοδοξίες. Δεν ~ουν αυταπάτες/ψευδαισθήσεις.|| ~ (= νιώθω, αισθάνομαι) ιδιαίτερη αγάπη/εκτίμηση/ενδιαφέρον/θαυμασμό/μίσος/(βαθύ) σεβασμό/συμπάθεια για ... 4. (μτφ.) γαλουχώ: ~ηκαν με τις αρχές/τα ιδανικά/τις ιδέες/το όραμα/τις παραδόσεις ... 5. (σπάν., συνήθ. ειρων.) αφήνω να μεγαλώσει: ~ει γενειάδα. 6. (μτφ.-λαϊκό) επουλώνομαι: ~ψε η πληγή/το τραύμα. ● ΦΡ.: ο μήνας που τρέφει τους έντεκα (παροιμ.): χρονικό διάστημα που αποφέρει μεγάλα οικονομικά κέρδη και δίνει την ευκαιρία για απραξία τον υπόλοιπο καιρό., βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας, τρέφεται από τις σάρκες (κάποιου) βλ. σάρκα, τρέφω αισθήματα (για κάποιον) βλ. αίσθημα ● βλ. θρέφω [< 1, 2: αρχ. τρέφω] | |
| 51454 | τρεχάλα | τρε-χά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πολύ γρήγορο τρέξιμο: Πήρε φόρα κι άρχισε την ~. Έβαλε/έριξε/πάτησε μια ~ για να προλάβει. Πάνω στην ~, σκόνταψε.|| (μτφ.) Έχει πολλή ~ (= τρεχάματα) αυτόν τον καιρό.|| (ως επίρρ.) Έφυγε ~ για το σπίτι. Βλ. -άλα. ΣΥΝ. πιλάλα, τρεχαλητό | |
| 51455 | τρεχαλητό | τρε-χα-λη-τό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τρεχάλα: Διέσχισε τον δρόμο με ~. Κουράστηκε/λαχάνιασε από το ~. Βλ. -ητό. | |
| 51456 | τρεχαλίτσα | τρε-χα-λί-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατασκευή με ροδάκια σε διάφορα σχέδια που βοηθά το παιδί να μάθει να περπατά: ξύλινη/τραβηχτή ~. ~ ώθησης. Βλ. στράτα. | |
| 51457 | τρεχάματα | τρε-χά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): απαιτητικές δουλειές, επείγουσες και επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις, συνήθ. με πολλές και συχνές μετακινήσεις: Έχω ~ με τη δουλειά/όλη μέρα. Μετακομίζει και έχει πολλά ~ (= τρεξίματα, τρεχάλα). Εδώ και δύο μήνες έχει ~ (: προβλήματα) με την υγεία του. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ