| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51424 | τρεμιθιά | τρε-μι-θιά ουσ. (θηλ.) & τριμιθιά: ΒΟΤ. τερέβινθος. ΣΥΝ. τσικουδιά (2) [< μτγν. τρέμιθος] | |
| 51425 | τρεμολάμπει | τρε-μο-λά-μπει ρ. (αμτβ.) {συνήθ. στο ενεστ. θ.}: τρεμοφέγγει: Μικρά φωτάκια ~ουν στο βάθος. Πβ. τρεμοπαίζει. | |
| 51426 | τρεμολίτης | τρε-μο-λί-της ουσ. (αρσ.): ΟΡΥΚΤ. ορυκτό της ομάδας των αμφιβόλων σε αποχρώσεις του λευκού και του γκρι: ινώδης/κρυσταλλικός ~. Βλ. -ίτης2. [< γαλλ. tré molite, αγγλ. tremolite] | |
| 51427 | τρέμολο | τρέ-μο-λο ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΜΟΥΣ. γρήγορη επανάληψη μιας νότας ή δύο διαδοχικών· συνεκδ. εξάρτημα οργάνου που παράγει τον αντίστοιχο ήχο. [< ιταλ. tremolo] | |
| 51428 | τρεμοπαίζει | τρε-μο-παί-ζει ρ. (αμτβ.) {τρεμόπαι-ζε, -ξε, τρεμοπαί-ξει} (συνήθ. λογοτ.) 1. (για ένταση φωτός) αυξομειώνεται με μεγάλη συχνότητα: Η φλόγα ~. Τα αστέρια ~ουν. Πβ. τρεμο-λάμπει, -σβήνει, -φέγγει, τρεμουλιάζω.|| Η εικόνα/οθόνη ~. Πβ. τρέμει, τρεμίζει. 2. κινείται σπασμωδικά ή ανάλαφρα: ~ουν (: ανοιγοκλείνουν) τα μάτια του (πβ. παίζει/πετάει το μάτι μου). Πβ. πεταρίζει. | |
| 51429 | τρεμοπαίξιμο | τρε-μο-παί-ξι-μο ουσ. (ουδ.) 1. ΤΕΧΝΟΛ. παραμόρφωση της εικόνας ηλεκτρονικών συσκευών που συνίσταται στην αυξομείωση της φωτεινότητάς της με μεγάλη συχνότητα: ~ της οθόνης. Πβ. τρεμόσβησμα. 2. ανάλαφρη ή σπασμωδική κίνηση: ~ των βλεφάρων. Πβ. πετάρισμα, τρεμούλιασμα. [< 1: αγγλ. flickering, jitter, 1943] | |
| 51430 | τρεμοσβήνει | τρε-μο-σβή-νει ρ. (αμτβ.) {τρεμόσβη-νε, -σε, τρεμοσβή-σει} 1. (για ένταση φωτός) μειώνεται αργά και τρεμουλιαστά: Το καντήλι ~. Πβ. τρεμοπαίζει. 2. (μτφ.-λογοτ.) παρακμάζει, χάνεται: Η δόξα του ~. Το όνειρο της άρχισε να ~. | |
| 51431 | τρεμόσβησμα | τρε-μό-σβη-σμα ουσ. (ουδ.) & τρεμοσβήσιμο: η ενέργεια ή/και το αποτέλεσμα του τρεμοσβήνει: ~ των άστρων.|| ~ της οθόνης. Πβ. τρεμοπαίξιμο. | |
| 51432 | τρεμόσβηστος | , η, ο τρε-μό-σβη-στος επίθ. (λογοτ.): που τρεμοσβήνει. | |
| 51433 | τρεμούλα | τρε-μού-λα ουσ. (θηλ.) (προφ.): τρέμουλο, τρεμούλιασμα: ~ στα χέρια. Τον έπιασε ~. | |
| 51434 | τρεμουλιάζω | τρε-μου-λιά-ζω ρ. (αμτβ.) {τρεμούλια-ζε, -σε, τρεμουλιά-σει} (συχνά λογοτ.): έχω τρέμουλο ή τρεμουλιαστή κίνηση: ~ από το κρύο. Πβ. ριγώ, τουρτουρίζω, τρέμω.|| Το φως ~ει (= τρεμοπαίζει) στο βάθος. Βλ. -ιάζω. | |
| 51435 | τρεμουλιάρης | , α, ικο τρε-μου-λιά-ρης επίθ.: που εμφανίζει τρέμουλο, κυρ. λόγω αδυναμίας, κρύου ή φόβου. Βλ. κρυουλιάρης. [< μεσν. τρεμουλιάρης] | |
| 51436 | τρεμουλιάρικος | , η, ο τρε-μου-λιά-ρι-κος επίθ.: τρεμάμενος, τρεμουλιαστός: ~η: φωνή. | |
| 51437 | τρεμούλιασμα | τρε-μού-λια-σμα ουσ. (ουδ.): τρέμουλο, τρεμούλα· τρεμοπαίξιμο: ~ στα πόδια. ~ της φωνής.|| Το ~ της εικόνας της τηλεόρασης/του τιμονιού. | |
| 51438 | τρεμουλιαστός | , ή, ό τρε-μου-λια-στός επίθ. (προφ.): που τρεμουλιάζει, τρεμάμενος: ~ό: φως. ΣΥΝ. τρεμουλιάρικος ● επίρρ.: τρεμουλιαστά | |
| 51439 | τρέμουλο | τρέ-μου-λο ουσ. (ουδ.): μικρές, διαδοχικές παλμικές κινήσεις λόγω συσπάσεων των μυών που γίνονται χωρίς τη θέληση του ατόμου και εκδηλώνονται σε μέλη ή σε ολόκληρο το σώμα: έντονο ~. ~ των άκρων/χεριών. ~ στη φωνή. Την έπιασε ~ (: λόγω κρύου, πυρετού, εκνευρισμού, συγκίνησης, φόβου). Πβ. ρίγος, σύγκρυο.|| (ΙΑΤΡ.) Το ~ ως σύμπτωμα στέρησης. Πβ. τρόμος. Βλ. πάρκινσον.|| (κατ' επέκτ.) ~ στο τιμόνι. ΣΥΝ. τρεμούλα, τρεμούλιασμα [< παλαιότ. ιταλ. tremulo] | |
| 51440 | τρεμοφέγγει | τρε-μο-φέγ-γει ρ. (αμτβ.) {τρεμόφεγγε} (λογοτ.): εκπέμπει τρεμουλιαστό φως: Το κερί/η λάμπα ~. Πβ. λαμπυρίζει, τρεμοπαίζει. ΣΥΝ. τρεμολάμπει | |
| 51441 | τρεμοφέγγισμα | τρε-μο-φέγ-γι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): τρεμουλιαστό φως. | |
| 51442 | τρεμπλ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΑΘΛ. (στο ποδόσφαιρο) κατάκτηση από μια ομάδα του Τσάμπιονς Λιγκ ή του Γιουρόπα Λιγκ και του εθνικού πρωταθλήματος και κυπέλλου κατά την ίδια αγωνιστική περίοδο. Βλ. νταμπλ, τριπλ κράουν. [< αγγλ. treble, 1959] | |
| 51443 | τρέμω | τρέ-μω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτρεμ-α, τρέμ-οντας, -άμενος, μόνο στο ενεστ. θ.} 1. έχω ρίγη, τρέμουλο: ~ε (ολόκληρος/σύγκορμος) από το κρύο/τον πυρετό.|| ~ει από τα νεύρα του/τον φόβο της. ~ε από οργή. ~ει το χέρι της από την αγωνία/συγκίνηση.|| ~ε η φωνή της. Πβ. τρεμουλιάζω.|| ~ει η φλόγα/το φως. ~ει η εικόνα/οθόνη. Πβ. τρεμοπαίζει. 2. (μτφ.) φοβάμαι πολύ, ανησυχώ: ~ει τους γονείς της/τον θάνατο.|| ~ουν τις συνέπειες. ~ουν για τη ζωή τους/για αντίποινα. ~ε μην αρρωστήσει/μη τυχόν και μαθευτούν τα νέα. ~ει στην ιδέα/στη σκέψη ότι ... ~ουν στο άκουσμα της λέξης ... ~ει το φυλλοκάρδι μου κάθε φορά που αργεί να γυρίσει. 3. {συνήθ. στο γ' πρόσ.} δονούμαι, τραντάζομαι: Το έδαφος ~ει από τις διαδοχικές εκρήξεις. Τα φύλλα ~ουν από τον αέρα. Τα κτίρια ~αν από τον σεισμό. ● ΦΡ.: βγαίνει/πηδάει/σπαρταράει/τρέμει η καρδιά μου βλ. καρδιά, κόβονται/λύνονται/τρέμουν τα γόνατά/τα πόδια μου βλ. γόνατο, τρέμει η ψυχή μου βλ. ψυχή, τρέμει σαν (το) ψάρι βλ. ψάρι, φοβάται/τρέμει (και) τον ίσκιο/τη σκιά του βλ. ίσκιος ● βλ. τρεμάμενος [< αρχ. τρέμω] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ