| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51444 | τρενάρισμα | τρε-νά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.): σκόπιμη συνήθ. καθυστέρηση. Πβ. επιβράδυνση, παράταση. Βλ. -ισμα. ΑΝΤ. επίσπευση, επιτάχυνση (2) | |
| 51445 | τρενάρω | τρε-νά-ρω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρέναρ-α κ. τρενάρ-ισα, -οντας} (προφ.): καθυστερώ συνήθ. σκόπιμα: ~ει επίτηδες την υπόθεση. ~ουν την κατάσταση. Θα ~ την αναχώρησή μου. Πβ. επιβραδύνω, παρατείνω. ΑΝΤ. επισπεύδω.|| ~ουν οι διαπραγματεύσεις για ... [< γαλλ. traîner] | |
| 51446 | τρένο | τρέ-νο ουσ. (ουδ.): μέσο μεταφοράς που αποτελείται από σειρά βαγονιών τα οποία κινεί μηχανή πάνω σε σιδηροτροχιές· σιδηρόδρομος: ατμοκίνητο/επιβατικό/ηλεκτροκίνητο/υπόγειο ~. ~ μαγνητικής αιώρησης (: υπερσύγχρονο, χωρίς ρόδες)/μεγάλης ταχύτητας. Απευθείας ~ προς ... Γραμμές/διέλευση/επιβάτες/ράγες/σταθμός ~ου. Εισιτήρια ~ων. Το ~ της γραμμής. Το ~ (: δρομολόγιο) των δέκα. ~ για Αθήνα/Θεσσαλονίκη. Σύγκρουση ~ου με λεωφορείο/φορτηγό. Παίρνω το/ταξιδεύω με (το) ~. Βγαίνω από το/μπαίνω στο/προλαβαίνω το ~. Εκτροχιάστηκε ~. Πβ. αμαξοστοιχία, συρμός. Βλ. αυτοκινητ-, επιβατ-, ηλεκτρ-, κλιν-άμαξα, ιντερσίτι, μέσα σταθερής τροχιάς.|| Μετακινείται στην πόλη με το ~ (: τον ηλεκτρικό σιδηρόδρομο).|| Τηλεκατευθυνόμενο ~ (: παιχνίδι). Βλ. αερότρενο.|| (μτφ.) Το ~ (: η πορεία) της ζωής. ● Υποκ.: τρενάκι (το): περιβαλλοντικό/τουριστικό ~. Βόλτα με το ~.|| Το ~ του τρόμου (σε λούνα παρκ).|| (μινιατούρα τρένου ως παιδικό παιχνίδι ή συλλεκτικό αντικείμενο) Ηλεκτρικό/ξύλινο ~. Βλ. αυτοκινητάκι. ● ΣΥΜΠΛ.: μυστήριο τρένο (μτφ.-προφ.): πρόσωπο που συμπεριφέρεται αλλόκοτα και ανεξήγητα, αινιγματική φυσιογνωμία: ~ ~ αυτός ο άνθρωπος/τύπος! ● ΦΡ.: κατεβαίνω από το τρένο (μτφ.): αποχωρώ, συνήθ. από πολιτικό κόμμα., πάει/πηγαίνει τρένο (αργκό): κάνει εντυπωσιακή πορεία, ξεπερνά όλα τα εμπόδια: Η ομάδα ~ ~ (: σημειώνει αλλεπάλληλες νίκες).|| Ο υποψήφιος δήμαρχος ~ ~., χάνω το τρένο {συνήθ. αόρ.} (μτφ.): δεν αξιοποιώ την ευκαιρία που μου παρουσιάζεται: Με την αναβλητικότητά του το έχασε ~., αν η γιαγιά μου είχε καρούλια, (θα ήταν πατίνι/τρόλεϊ/τρένο) βλ. καρούλι [< ιταλ. treno, γαλλ. train – παλαιότ. ορθογρ. τραίνο] | |
| 51447 | τρενσκότ | τρεν-σκότ ουσ. (θηλ. + ουδ.) {άκλ.}: αδιάβροχη καμπαρντίνα στρατιωτικού στιλ με διπλό ύφασμα στο στήθος και ζώνη στη μέση: λευκή ~. [< αγγλ. trench coat, 1914, γαλλ. ~, περ. 1920] | |
| 51448 | τρέντι | τρέ-ντι επίθ./ουσ. {άκλ.} (προφ.): που ακολουθεί πιστά τη μόδα, που είναι πάρα πολύ μοντέρνος: ~: εστιατόριο/μαλλί. ~: ρούχα. Πολύ ~ το καπέλο σου! Το παίζει ~. Πβ. ιν, μοδάτος.|| (ως επίρρ.) Ντύθηκε ~.|| (ως ουσ.) Οι ίμο, οι ~ και οι κάγκουρες. [< αγγλ. trendy, 1962] | |
| 51449 | τρέξιμο | τρέ-ξι-μο ουσ. (ουδ.) {τρεξίμ-ατος | -ατα} 1. η ενέργεια του τρέχω: αργό/γρήγορο/ελεύθερο/χαλαρό ~. Διάδρομος/ένταση/ρυθμός/ταχύτητα/χρόνος ~ατος. ~ σε ανηφόρα/σε ανώμαλο δρόμο/στο γήπεδο/στην ύπαιθρο. Έκανε ~ και βάρη. Πηγαίνει για ~ δύο φορές την εβδομάδα. Πβ. τζόκινγκ.|| (ΑΘΛ.) Ορεινό ~. ~ αντοχής. ~ μετ' εμποδίων. Πβ. αγώνας δρόμου. Βλ. σπριντ. 2. τρεχάματα: καθημερινό ~. Είναι συνεχώς στο ~. Χρειάστηκε πολύ ~ για να γίνει η δουλειά. Έχω αρκετά ~ατα αυτή την περίοδο. Έχουν ~ατα (= μπλεξίματα, προβλήματα) με την Αστυνομία/τα δικαστήρια/το σπίτι. Πβ. τρεχάλα. 3. ΠΛΗΡΟΦ. εκτέλεση: ~ του προγράμματος. 4. (σπάν.) ροή: ~ του νερού. ● ΣΥΜΠΛ.: παλίνδρομο τρέξιμο βλ. παλίνδρομος [< 1: μεσν. τρέξιμον 3: αγγλ. running] | |
| 51450 | τρεπόνημα | τρε-πό-νη-μα ουσ. (ουδ.): ΒΙΟΛ.- ΙΑΤΡ. γένος σπειροειδών βακτηρίων (Treponema): ωχρό ~ (= ωχρά σπειροχαίτη, σύφιλη). [< αγγλ. treponema, 1908, γαλλ. tréponème, 1909] | |
| 51451 | τρέπω | τρέ-πω ρ. (μτβ.) {έτρε-ψε, τρέ-ψει, τράπ-ηκε (λόγ. ετράπ-η, -ησαν), -εί, τρέπ-οντας, -όμενος} (λόγ.) 1. αλλάζω, μεταβάλλω: (ΜΑΘ.) ~ ένα κλάσμα σε ακέραιο αριθμό. Πβ. μετα~. Βλ. ανα~, απο~, εκ~, επι~, παρεκ~, προ~. 2. κατευθύνω, προσανατολίζω. Πβ. στρέφω. ● Παθ.: τρέπομαι 1. κατευθύνομαι, επιλέγω άλλη πορεία: Ένα μέρος της ομάδας ~ηκε προς τα δεξιά. 2. ΓΡΑΜΜ. μεταβάλλομαι: Στη λέξη "συγγενής" το ν της πρόθεσης "συν" ~εται σε γ. ● ΦΡ.: τρέπω σε φυγή (κάποιον): τον αναγκάζω να απομακρυνθεί, να υποχωρήσει τρέχοντας: Οι συνεχείς επιθέσεις ~ουν τους αμάχους σε ~. [< αρχ. τρέπω ‘στρέφω, απομακρύνω’] | |
| 51452 | τρέσα | τρέ-σα ουσ. (θηλ.) 1. πρόσθετη τούφα μαλλιών, από φυσική ή συνθετική τρίχα, που τοποθετείται με κλιπ ή είναι ραφτή και αυξάνει το μήκος ή/και τον όγκο των μαλλιών. Βλ. εξτένσιον, περούκα, ποστίς, τουπέ. 2. επίπεδη ταινία ή μοτίβο που τοποθετείται στο τελείωμα υφασμάτινων δημιουργιών: διακοσμητική/χρυσή ~. ~ στη λαιμόκοψη. Πβ. μπορντούρα. [< 1: αγγλ. tress 2: γαλλ. tresse] | |
| 51453 | τρέφω | τρέ-φω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {έθρε-ψα, θρέ-ψει, τράφ-ηκα, τραφεί, θρεμμένος, τρέφ-οντας} 1. παρέχω τροφή, ταΐζω: Πολλά πουλιά ~ουν τα μικρά τους/~ονται με έντομα. Το μωρό ~εται με γάλα. Δεν ~ονται επαρκώς/καλά/σωστά. Πβ. σιτίζω.|| Το φυτό ~εται μέσω της φωτοσύνθεσης.|| ~ει ζώα (πβ. εκ~). Θρεμμένο μοσχάρι (= καλοθρεμμένο).|| (μτφ.) Η κρέμα ~ει το δέρμα/τα μαλλιά. Ο ύπνος ~ει τον άνθρωπο. Πβ. (ανα)ζωογονώ. 2. συντηρώ, διατρέφω: Τον ~ει ακόμα ο πατέρας του. Έχει τρία παιδιά/στόματα να ~ψει.|| Η παραγωγή τροφίμων είναι αρκετή για να τραφεί ο πληθυσμός της χώρας.|| (μτφ.) Ο φόβος ~ει τον πανικό. Πβ. τροφοδοτώ. ΣΥΝ. ταΐζω (3) 3. (μτφ.-λόγ.) έχω, διατηρώ: ~ει αμφιβολίες/ελπίδες/προσδοκίες/φιλοδοξίες. Δεν ~ουν αυταπάτες/ψευδαισθήσεις.|| ~ (= νιώθω, αισθάνομαι) ιδιαίτερη αγάπη/εκτίμηση/ενδιαφέρον/θαυμασμό/μίσος/(βαθύ) σεβασμό/συμπάθεια για ... 4. (μτφ.) γαλουχώ: ~ηκαν με τις αρχές/τα ιδανικά/τις ιδέες/το όραμα/τις παραδόσεις ... 5. (σπάν., συνήθ. ειρων.) αφήνω να μεγαλώσει: ~ει γενειάδα. 6. (μτφ.-λαϊκό) επουλώνομαι: ~ψε η πληγή/το τραύμα. ● ΦΡ.: ο μήνας που τρέφει τους έντεκα (παροιμ.): χρονικό διάστημα που αποφέρει μεγάλα οικονομικά κέρδη και δίνει την ευκαιρία για απραξία τον υπόλοιπο καιρό., βρήκε τον μήνα που τρέφει τους έντεκα βλ. μήνας, τρέφεται από τις σάρκες (κάποιου) βλ. σάρκα, τρέφω αισθήματα (για κάποιον) βλ. αίσθημα ● βλ. θρέφω [< 1, 2: αρχ. τρέφω] | |
| 51454 | τρεχάλα | τρε-χά-λα ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): πολύ γρήγορο τρέξιμο: Πήρε φόρα κι άρχισε την ~. Έβαλε/έριξε/πάτησε μια ~ για να προλάβει. Πάνω στην ~, σκόνταψε.|| (μτφ.) Έχει πολλή ~ (= τρεχάματα) αυτόν τον καιρό.|| (ως επίρρ.) Έφυγε ~ για το σπίτι. Βλ. -άλα. ΣΥΝ. πιλάλα, τρεχαλητό | |
| 51455 | τρεχαλητό | τρε-χα-λη-τό ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): τρεχάλα: Διέσχισε τον δρόμο με ~. Κουράστηκε/λαχάνιασε από το ~. Βλ. -ητό. | |
| 51456 | τρεχαλίτσα | τρε-χα-λί-τσα ουσ. (θηλ.) (προφ.): κατασκευή με ροδάκια σε διάφορα σχέδια που βοηθά το παιδί να μάθει να περπατά: ξύλινη/τραβηχτή ~. ~ ώθησης. Βλ. στράτα. | |
| 51457 | τρεχάματα | τρε-χά-μα-τα ουσ. (ουδ.) (τα) (προφ.): απαιτητικές δουλειές, επείγουσες και επαναλαμβανόμενες υποχρεώσεις, συνήθ. με πολλές και συχνές μετακινήσεις: Έχω ~ με τη δουλειά/όλη μέρα. Μετακομίζει και έχει πολλά ~ (= τρεξίματα, τρεχάλα). Εδώ και δύο μήνες έχει ~ (: προβλήματα) με την υγεία του. | |
| 51458 | τρεχάμενος | , η, ο βλ. τρεχούμενος | |
| 51459 | τρεχαντήρι | τρε-χα-ντή-ρι ουσ. (ουδ.) & τρεχαντήρα (η): ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο σκάφος με καμπυλωτή πλώρη και χαρακτηριστική ευστάθεια: αλιευτικό/ξύλινο/παραδοσιακό ~. Βλ. -τήρι. ● Υποκ.: τρεχαντηράκι (το) [< μτγν. τροχαντήρ] | |
| 51460 | τρεχάτος | , η, ο [τρεχᾶτος] τρε-χά-τος επίθ. (προφ.): που τρέχει, που πηγαίνει πολύ γρήγορα: Μπήκε στο σπίτι ~ (= βιαστικός). Έρχομαι/φεύγω/φτάνω ~ (= δρομαίος, τρέχοντας). Βλ. -άτος.|| (ως ουσ.) Ο ~ (= είδος παραδοσιακού χορού με γρήγορα βήματα). | |
| 51461 | τρεχούμενος | , η, ο τρε-χού-με-νος επίθ. & (λαϊκό) τρεχάμενος 1. που βρίσκεται σε συνεχή ροή: ~η: βρύση/πηγή. ~α: νερά (ΑΝΤ. λιμνάζοντα, στάσιμα, στεκούμενα)/ποτάμια/ρυάκια. Πβ. γάργαρος. 2. που εξελίσσεται κατά το παρόν χρονικό διάστημα, τρέχων: ~α: έξοδα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός βλ. λογαριασμός | |
| 51462 | τρέχω | τρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτρε-ξα, τρέ-ξει, τρέχ-οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) -ων, -ούμενος} 1. κινούμαι πιο γρήγορα απ' ό,τι όταν περπατώ, ώστε σε κάθε βήμα να πατά στο έδαφος το ένα από τα δύο πόδια, ενώ, καθώς αλλάζουν, να βρίσκονται στιγμιαία στον αέρα: ~ με όλη μου τη δύναμη. ~ στο γήπεδο/στο δάσος/σε διάδρομο γυμναστικής. ~ πάνω κάτω. ~ να μην αργήσω/να γλιτώσω/να κρυφτώ/να ξεφύγω/να σωθώ. ~ σαν τον άνεμο/σαν αστραπή/σαν βολίδα να προφτάσω. Τρέχα βρες τον. Σκόνταψε καθώς έτρεχε και έπεσε κάτω. Οι παίκτες έτρεχαν για να ζεσταθούν. ~ξε κοντά του/προς το μέρος του. ~ξε να την αγκαλιάσει. Τρέξε γρήγορα. Έφυγε/ήρθε ~οντας.|| Ο σκύλος έτρεχε πίσω από το αυτοκίνητο.|| (για αγώνες) ~ σε κούρσα (των 800 μέτρων)/σε λαµπαδηδροµία/στον μαραθώνιο/στο στάδιο. ~ δέκα γύρους. Τα άλογα ~ουν σε ιπποδρομίες. Οι αθλητές/δρομείς θα ~ξουν απόσταση χιλίων μέτρων. Βλ. δια~, προσ~. 2. αναπτύσσω μεγάλη ταχύτητα με όχημα: ~ με εκατό χιλιόμετρα την ώρα. ~ του σκοτωμού. Πήρε κλήση/τράκαρε γιατί έτρεχε. Μην ~εις στην εθνική οδό/στις στροφές!|| (προφ.) (Την) ~ει πολύ τη μηχανή.|| (για αγώνες) ~ σε γκραν πρι/σε ράλι/στη φόρμουλα 1. ~ με (αγωνιστικό) αυτοκίνητο/μοτοσικλέτα. 3. (μτφ.) εκτελώ μια εργασία και γενικότ. κάνω κάτι με ταχύτητα, αμεσότητα ή βιασύνη: ~ να βοηθήσω (ή ~ σε βοήθεια)/να προλάβω (πβ. σπεύδω). Έτρεχαν πανικόβλητοι να ετοιμάσουν τη γιορτή.|| Μετά από εξάσκηση θα αρχίσει να ~ει η γλώσσα του (: να μιλά με ευχέρεια).|| (προφ.) Πού να μετακομίζω τώρα, άντε τρέξε να βρεις σπίτι, τρέξε για έπιπλα/συσκευές.|| ~ την κασέτα/την ταινία (: τη βάζω να παίξει).|| Η δασκάλα μάς ~ξε στο μάθημα σήμερα (: προχώρησε πολύ). 4. πηγαίνω, κινούμαι γρήγορα σε πολλά και διάφορα μέρη, επιδιώκοντας κάτι, γεγονός που συνήθ. συνεπάγεται κούραση, ταλαιπωρία: ~ όλη μέρα. ~ από 'δω κι από 'κει/από το πρωί μέχρι το βράδυ/από πόρτα σε πόρτα/δεξιά κι αριστερά. ~ για/σε δουλειές. ~ στους γιατρούς/σε δημόσιες υπηρεσίες/στους δρόμους/στα νοσοκομεία. ~ει (= γυρίζει) από κανάλι σε κανάλι να διαφημίσει τον νέο της δίσκο. Όποτε ξέμενε από λεφτά, έτρεχε στους γονείς του (= κατέφευγε).|| ~ σε δεξιώσεις/εκδηλώσεις/συναυλίες/στα μπαρ (πβ. συχνάζω).|| Τον έτρεχε στην Αστυνομία/στα δικαστήρια/στα επείγοντα. 5. ΠΛΗΡΟΦ. θέτω κάτι σε λειτουργία, δίνω εντολή να εκτελεστεί· λειτουργώ: ~ το αρχείο/μηχάνημα.|| ~ει μια εφαρμογή/ένα λογισμικό/πρόγραμμα στον υπολογιστή. ● τρέχει (προφ.) 1. συμβαίνει: ~ τίποτα; Τι ~; Κάτι ~ εδώ και δεν μου το λέτε. ΣΥΝ. παίζει (5) 2. βρίσκεται σε εξέλιξη· ακολουθεί γρήγορους ρυθμούς: ~ ένας διαγωνισμός/η προθεσμία. Τα γεγονότα/οι διαδικασίες/οι εξελίξεις ~ουν. ~ουν τα έξοδα (= μαζεύονται, συσσωρεύονται). ~ τα κέρδη (= αυξάνονται).|| (για χρον. διάστημα) ~ουν οι μέρες/ώρες (= περνούν γρήγορα).|| Το ρολόι ~ (: ο χρόνος φεύγει γρήγορα). 3. ρέει: ~ ο ιδρώτας. Τα δάκρυα έτρεχαν (ποτάμι). ~ το δοχείο (: έχει διαρροή)/η σκεπή (: στάζει). Έχει τρυπήσει ο σωλήνας και ~. Άφησε το ζεστό/κρύο (ενν. νερό της βρύσης) να ~ξει.|| (μτφ.) ~ουν τα μάτια μου (ενν. από το κλάμα). [< 2: γαλλ. courir] ● ΦΡ.: δεν τρέχει τίποτα (προφ.): δεν πειράζει, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί κανείς: (Εντάξει μωρέ/σιγά) ~ ~, χαλάρωσε! Όλα καλά, ~ ~. Και να μην τα καταφέρω, ~ ~. Ε, όχι και ~ ~! Κάνει λες και ~ ~., με τρέχει κάποιος (προφ.): μου αναθέτει πολλές δουλειές και ευθύνες, με ταλαιπωρεί, με καταπονεί: Μας ~ το καινούργιο αφεντικό., τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου: είναι αφηρημένος, αναπολεί, φαντάζεται ή σκέφτεται κάτι το οποίο δεν σχετίζεται άμεσα με την πραγματικότητα που βιώνει: Πού ~ ~ σου; ~ ο νους μου πίσω στο παρελθόν/στα περασμένα., τρέχω και δεν φτάνω & τρέχω και δεν προλαβαίνω 1. αγωνίζομαι να πετύχω κάτι δύσκολο και απαιτητικό, συνήθ. αφού χάθηκε πολύτιμος χρόνος: Τα είχε φορτώσει στον κόκορα και τώρα ~ει και δε(ν) ~ει. ~ουν και δεν προλαβαίνουν να καλύψουν τα κενά και τις ελλείψεις. 2. είμαι τόσο πολυάσχολος που δεν έχω χρόνο για τίποτα: Συγγνώμη που χάθηκα, αλλά ~ ~! Βλ. έχω γίνει λάστιχο., (πάει/πέφτει/τρέχει) το δάκρυ κορόμηλο/κορόμηλο το δάκρυ βλ. κορόμηλο, δεν τρέχει κάστανο βλ. κάστανο, κάτι τρέχει στα γύφτικα βλ. γύφτικος, κι ακόμα τρέχω βλ. ακόμα & ακόμη, μου τρέχουν τα σάλια/τρέχουν τα σάλια μου βλ. σάλιο, πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια βλ. χίλιοι, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου; βλ. μυαλό, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τρέχα γύρευε βλ. γυρεύω, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι, τρέχει η μύτη μου βλ. μύτη, τρέχουν/ξεχειλίζουν από τα μπατζάκια μου/σου/του βλ. μπατζάκι, τρέχω πίσω από κάποιον βλ. πίσω, τρέχω σαν παλαβός/τρελός βλ. παλαβός, χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα βλ. αίμα [< 1: αρχ. τρέχω 5: αγγλ. run] | |
| 51463 | τρέχων | , ουσα, ον τρέ-χων επίθ. {τρέχ-οντος (θηλ. -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) 1. (για χρον. διάστημα) που διανύεται τη στιγμή που μιλά κάποιος: η ~ουσα εβδομάδα/ημερομηνία/περίοδος. Το ~ον εξάμηνο. Εντός του ~οντος έτους. Ο προηγούμενος, ο ~ και ο επόμενος μήνας. Στις 22 ~οντος (ενν. μηνός) θα γίνει η εξέταση. Πβ. τωρινός. 2. που βρίσκεται σε εξέλιξη, ισχύ ή υπό επεξεργασία τη δεδομένη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ων: διαγωνισμός/φόρος. ~ουσα: έκδοση/κατανάλωση/κατάσταση/πρόβλεψη/προσφορά. ~ον: θέμα/τεύχος. ~ουσες: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εξελίξεις/οφειλές/προκηρύξεις/προσκλήσεις. ~οντα: γεγονότα/έξοδα (= τρεχούμενα)/έργα/προβλήματα (πβ. καθημερινά). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ον: αρχείο/κείμενο/πρόγραμμα. Κωδικός (του) ~οντος χρήστη (: που κάνει χρήση του συστήματος αυτή τη στιγμή). Τερματισμός της ~ουσας σύνδεσης. Αποφάσεις/δαπάνες/υποθέσεις ~ούσης φύσεως. Αντιμετώπιση/κάλυψη των ~ουσών αναγκών.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ον: επιτόκιο (πβ. ονομαστικός). ● ΣΥΜΠΛ.: τρέχον μέτρο: το μέτρο ως μονάδα μέτρησης του μήκους, που ισχύει στη δεδομένη περίπτωση, συνήθ. ως τρόπος χρέωσης οικοδομικών υλικών ή εργασιών: βάρος/τιμή ανά ~ ~. Κάγκελα σιδήρου από ... ευρώ το ~ ~., ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βλ. ισοζύγιο, οδεύον/τρέχον κύμα βλ. οδεύω, πραγματική/τρέχουσα αξία βλ. αξία, τρέχον νόμισμα βλ. νόμισμα, τρέχουσα τιμή βλ. τιμή [< αρχ. τρέχων, γαλλ. courant] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ