Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [51960-51980]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51458τρεχάμενος, η, ο βλ. τρεχούμενος
51459τρεχαντήριτρε-χα-ντή-ρι ουσ. (ουδ.) & τρεχαντήρα (η): ΝΑΥΤ. μικρό ιστιοφόρο σκάφος με καμπυλωτή πλώρη και χαρακτηριστική ευστάθεια: αλιευτικό/ξύλινο/παραδοσιακό ~. Βλ. -τήρι. ● Υποκ.: τρεχαντηράκι (το) [< μτγν. τροχαντήρ]
51460τρεχάτος, η, ο [τρεχᾶτος] τρε-χά-τος επίθ. (προφ.): που τρέχει, που πηγαίνει πολύ γρήγορα: Μπήκε στο σπίτι ~ (= βιαστικός). Έρχομαι/φεύγω/φτάνω ~ (= δρομαίος, τρέχοντας). Βλ. -άτος.|| (ως ουσ.) Ο ~ (= είδος παραδοσιακού χορού με γρήγορα βήματα).
51461τρεχούμενος, η, ο τρε-χού-με-νος επίθ. & (λαϊκό) τρεχάμενος 1. που βρίσκεται σε συνεχή ροή: ~η: βρύση/πηγή. ~α: νερά (ΑΝΤ. λιμνάζοντα, στάσιμα, στεκούμενα)/ποτάμια/ρυάκια. Πβ. γάργαρος. 2. που εξελίσσεται κατά το παρόν χρονικό διάστημα, τρέχων: ~α: έξοδα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρεχούμενος/ανοιχτός λογαριασμός βλ. λογαριασμός
51462τρέχωτρέ-χω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτρε-ξα, τρέ-ξει, τρέχ-οντας, (λόγ. μτχ. ενεστ.) -ων, -ούμενος} 1. κινούμαι πιο γρήγορα απ' ό,τι όταν περπατώ, ώστε σε κάθε βήμα να πατά στο έδαφος το ένα από τα δύο πόδια, ενώ, καθώς αλλάζουν, να βρίσκονται στιγμιαία στον αέρα: ~ με όλη μου τη δύναμη. ~ στο γήπεδο/στο δάσος/σε διάδρομο γυμναστικής. ~ πάνω κάτω. ~ να μην αργήσω/να γλιτώσω/να κρυφτώ/να ξεφύγω/να σωθώ. ~ σαν τον άνεμο/σαν αστραπή/σαν βολίδα να προφτάσω. Τρέχα βρες τον. Σκόνταψε καθώς έτρεχε και έπεσε κάτω. Οι παίκτες έτρεχαν για να ζεσταθούν. ~ξε κοντά του/προς το μέρος του. ~ξε να την αγκαλιάσει. Τρέξε γρήγορα. Έφυγε/ήρθε ~οντας.|| Ο σκύλος έτρεχε πίσω από το αυτοκίνητο.|| (για αγώνες) ~ σε κούρσα (των 800 μέτρων)/σε λαµπαδηδροµία/στον μαραθώνιο/στο στάδιο. ~ δέκα γύρους. Τα άλογα ~ουν σε ιπποδρομίες. Οι αθλητές/δρομείς θα ~ξουν απόσταση χιλίων μέτρων. Βλ. δια~, προσ~. 2. αναπτύσσω μεγάλη ταχύτητα με όχημα: ~ με εκατό χιλιόμετρα την ώρα. ~ του σκοτωμού. Πήρε κλήση/τράκαρε γιατί έτρεχε. Μην ~εις στην εθνική οδό/στις στροφές!|| (προφ.) (Την) ~ει πολύ τη μηχανή.|| (για αγώνες) ~ σε γκραν πρι/σε ράλι/στη φόρμουλα 1. ~ με (αγωνιστικό) αυτοκίνητο/μοτοσικλέτα. 3. (μτφ.) εκτελώ μια εργασία και γενικότ. κάνω κάτι με ταχύτητα, αμεσότητα ή βιασύνη: ~ να βοηθήσω (ή ~ σε βοήθεια)/να προλάβω (πβ. σπεύδω). Έτρεχαν πανικόβλητοι να ετοιμάσουν τη γιορτή.|| Μετά από εξάσκηση θα αρχίσει να ~ει η γλώσσα του (: να μιλά με ευχέρεια).|| (προφ.) Πού να μετακομίζω τώρα, άντε τρέξε να βρεις σπίτι, τρέξε για έπιπλα/συσκευές.|| ~ την κασέτα/την ταινία (: τη βάζω να παίξει).|| Η δασκάλα μάς ~ξε στο μάθημα σήμερα (: προχώρησε πολύ). 4. πηγαίνω, κινούμαι γρήγορα σε πολλά και διάφορα μέρη, επιδιώκοντας κάτι, γεγονός που συνήθ. συνεπάγεται κούραση, ταλαιπωρία: ~ όλη μέρα. ~ από 'δω κι από 'κει/από το πρωί μέχρι το βράδυ/από πόρτα σε πόρτα/δεξιά κι αριστερά. ~ για/σε δουλειές. ~ στους γιατρούς/σε δημόσιες υπηρεσίες/στους δρόμους/στα νοσοκομεία. ~ει (= γυρίζει) από κανάλι σε κανάλι να διαφημίσει τον νέο της δίσκο. Όποτε ξέμενε από λεφτά, έτρεχε στους γονείς του (= κατέφευγε).|| ~ σε δεξιώσεις/εκδηλώσεις/συναυλίες/στα μπαρ (πβ. συχνάζω).|| Τον έτρεχε στην Αστυνομία/στα δικαστήρια/στα επείγοντα. 5. ΠΛΗΡΟΦ. θέτω κάτι σε λειτουργία, δίνω εντολή να εκτελεστεί· λειτουργώ: ~ το αρχείο/μηχάνημα.|| ~ει μια εφαρμογή/ένα λογισμικό/πρόγραμμα στον υπολογιστή.τρέχει (προφ.) 1. συμβαίνει: ~ τίποτα; Τι ~; Κάτι ~ εδώ και δεν μου το λέτε. ΣΥΝ. παίζει (5) 2. βρίσκεται σε εξέλιξη· ακολουθεί γρήγορους ρυθμούς: ~ ένας διαγωνισμός/η προθεσμία. Τα γεγονότα/οι διαδικασίες/οι εξελίξεις ~ουν. ~ουν τα έξοδα (= μαζεύονται, συσσωρεύονται). ~ τα κέρδη (= αυξάνονται).|| (για χρον. διάστημα) ~ουν οι μέρες/ώρες (= περνούν γρήγορα).|| Το ρολόι ~ (: ο χρόνος φεύγει γρήγορα). 3. ρέει: ~ ο ιδρώτας. Τα δάκρυα έτρεχαν (ποτάμι). ~ το δοχείο (: έχει διαρροή)/η σκεπή (: στάζει). Έχει τρυπήσει ο σωλήνας και ~. Άφησε το ζεστό/κρύο (ενν. νερό της βρύσης) να ~ξει.|| (μτφ.) ~ουν τα μάτια μου (ενν. από το κλάμα). [< 2: γαλλ. courir] ● ΦΡ.: δεν τρέχει τίποτα (προφ.): δεν πειράζει, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχεί κανείς: (Εντάξει μωρέ/σιγά) ~ ~, χαλάρωσε! Όλα καλά, ~ ~. Και να μην τα καταφέρω, ~ ~. Ε, όχι και ~ ~! Κάνει λες και ~ ~., με τρέχει κάποιος (προφ.): μου αναθέτει πολλές δουλειές και ευθύνες, με ταλαιπωρεί, με καταπονεί: Μας ~ το καινούργιο αφεντικό., τρέχει/ταξιδεύει/γυρίζει ο νους/το μυαλό κάποιου: είναι αφηρημένος, αναπολεί, φαντάζεται ή σκέφτεται κάτι το οποίο δεν σχετίζεται άμεσα με την πραγματικότητα που βιώνει: Πού ~ ~ σου; ~ ο νους μου πίσω στο παρελθόν/στα περασμένα., τρέχω και δεν φτάνω & τρέχω και δεν προλαβαίνω 1. αγωνίζομαι να πετύχω κάτι δύσκολο και απαιτητικό, συνήθ. αφού χάθηκε πολύτιμος χρόνος: Τα είχε φορτώσει στον κόκορα και τώρα ~ει και δε(ν) ~ει. ~ουν και δεν προλαβαίνουν να καλύψουν τα κενά και τις ελλείψεις. 2. είμαι τόσο πολυάσχολος που δεν έχω χρόνο για τίποτα: Συγγνώμη που χάθηκα, αλλά ~ ~! Βλ. έχω γίνει λάστιχο., (πάει/πέφτει/τρέχει) το δάκρυ κορόμηλο/κορόμηλο το δάκρυ βλ. κορόμηλο, δεν τρέχει κάστανο βλ. κάστανο, κάτι τρέχει στα γύφτικα βλ. γύφτικος, κι ακόμα τρέχω βλ. ακόμα & ακόμη, μου τρέχουν τα σάλια/τρέχουν τα σάλια μου βλ. σάλιο, πάω/τρέχω(/πηγαίνω) με χίλια βλ. χίλιοι, πού έχεις/είναι/τρέχει το μυαλό σου; βλ. μυαλό, το μάτι σου τ΄αλλήθωρο (που τρέχει στον κατήφορο) βλ. αλλήθωρος, τρέχα γύρευε βλ. γυρεύω, τρεχάτε/βαστάτε ποδαράκια μου (να μη σας χέσει ο κώλος μου) βλ. πόδι, τρέχει η μύτη μου βλ. μύτη, τρέχουν/ξεχειλίζουν από τα μπατζάκια μου/σου/του βλ. μπατζάκι, τρέχω πίσω από κάποιον βλ. πίσω, τρέχω σαν παλαβός/τρελός βλ. παλαβός, χύνεται (άφθονο/πολύ) αίμα (/χύνονται ποτάμια/ποταμοί αίματος)/τρέχει (ποτάμι το) αίμα βλ. αίμα [< 1: αρχ. τρέχω 5: αγγλ. run]
51463τρέχων, ουσα, ον τρέ-χων επίθ. {τρέχ-οντος (θηλ. -ούσης), -οντα | -οντες (ουδ. -οντα), -όντων (θηλ. -ουσών)} (λόγ.) 1. (για χρον. διάστημα) που διανύεται τη στιγμή που μιλά κάποιος: η ~ουσα εβδομάδα/ημερομηνία/περίοδος. Το ~ον εξάμηνο. Εντός του ~οντος έτους. Ο προηγούμενος, ο ~ και ο επόμενος μήνας. Στις 22 ~οντος (ενν. μηνός) θα γίνει η εξέταση. Πβ. τωρινός. 2. που βρίσκεται σε εξέλιξη, ισχύ ή υπό επεξεργασία τη δεδομένη χρονική στιγμή ή περίοδο: ~ων: διαγωνισμός/φόρος. ~ουσα: έκδοση/κατανάλωση/κατάσταση/πρόβλεψη/προσφορά. ~ον: θέμα/τεύχος. ~ουσες: δραστηριότητες/εκδηλώσεις/εξελίξεις/οφειλές/προκηρύξεις/προσκλήσεις. ~οντα: γεγονότα/έξοδα (= τρεχούμενα)/έργα/προβλήματα (πβ. καθημερινά). (ΠΛΗΡΟΦ.) ~ον: αρχείο/κείμενο/πρόγραμμα. Κωδικός (του) ~οντος χρήστη (: που κάνει χρήση του συστήματος αυτή τη στιγμή). Τερματισμός της ~ουσας σύνδεσης. Αποφάσεις/δαπάνες/υποθέσεις ~ούσης φύσεως. Αντιμετώπιση/κάλυψη των ~ουσών αναγκών.|| (ΟΙΚΟΝ.) ~ον: επιτόκιο (πβ. ονομαστικός). ● ΣΥΜΠΛ.: τρέχον μέτρο: το μέτρο ως μονάδα μέτρησης του μήκους, που ισχύει στη δεδομένη περίπτωση, συνήθ. ως τρόπος χρέωσης οικοδομικών υλικών ή εργασιών: βάρος/τιμή ανά ~ ~. Κάγκελα σιδήρου από ... ευρώ το ~ ~., ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών βλ. ισοζύγιο, οδεύον/τρέχον κύμα βλ. οδεύω, πραγματική/τρέχουσα αξία βλ. αξία, τρέχον νόμισμα βλ. νόμισμα, τρέχουσα τιμή βλ. τιμή [< αρχ. τρέχων, γαλλ. courant]
51464τρέψωβλ. τρέπω
51465τρήμα[τρῆμα] τρή-μα ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. οπή, άνοιγμα είτε οστού για τη διέλευση αγγείων και νεύρων είτε άλλων μερών του σώματος για την επικοινωνία κοιλοτήτων: ρηγματώδες/(ανοιχτό) ωοειδές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ινιακό τρήμα βλ. ινιακός [< αρχ. τρῆμα, γαλλ. orifice]
51466τρηματοφόρατρη-μα-το-φό-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ): ΒΙΟΛ.-ΠΑΛΑΙΟΝΤ. θαλάσσια πρωτόζωα (τάξη Foraminifera) με ψευδοπόδια και κέλυφος, τα περισσότερα είδη των οποίων βρίσκονται απολιθωμένα σε ιζηματογενή πετρώματα: πλαγκτονικά ~. [< γαλλ. foraminifères, αγγλ. foraminifer]
51467τρηματώδης, ης, ες τρη-μα-τώ-δης επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τρηματώδης σκώληκας: ΖΩΟΛ. παράσιτο που ανήκει στις των πλατυέλμινθες.
51468τρήσητρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάτρηση και συνεκδ. άνοιγμα. [< αρχ. τρῆσις]
51469τρι- & τρί- & τρισ-πρόθημα κυρ. επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. αποτελείται από τρία μέρη ή είναι τρεις φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο από άλλο: τρι-ήμερος. Τρί-τομος. Τρισ-διάστατος. Βλ. δι-.|| Tρι-πλάσιος.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) τρί-κλινο (ενν. δωμάτιο, βλ. μονο-).|| Τρί-γωνο (βλ. εξά-, τετρα-). Τρι-οξείδιο. 2. {μόνο στο τρισ-} (επιτατ.): χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από μία ιδιότητα: τρισ-ευτυχισμένος/~χαριτωμένος.|| Τρισ-άθλιος.
51470τρίαβλ. τρεις
51471τριάδατρι-ά-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) τριάς 1. σύνολο από τρία πρόσωπα ή πράγματα που σχετίζονται μεταξύ τους: ηγετική ~. ~ αριθμών. Κάνω/σχηματίζω ~ες. Οργανωθείτε/παραταχθείτε/στοιχηθείτε κατά/σε ~ες (= ανά τρεις, τρεις τρεις). Προχωρούν ανά ~ες.|| (σε άθλημα ή διαγωνισμό) Βασική/τελική ~. Στόχος της ομάδας είναι η ~ (: να είναι στους τρεις πρώτους). Βλ. -άδα. 2. ΘΡΗΣΚ. σύνολο τριών θεοτήτων με στενούς δεσμούς στην ίδια λατρεία: αιγυπτιακή/ιερή ~. 3. (κυρ. για ποδοσφαιρικούς αγώνες) στοίχημα που κερδίζει κάποιος, αν είναι σωστές οι επιλογές του σε τρεις διαφορετικούς αγώνες: (συνολική) απόδοση ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία Tριάδα {(λόγ.) Αγίας Τριάδ-ος}: ΘΕΟΛ. τα τρία πρόσωπα του χριστιανικού Θεού, δηλ. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα· συνεκδ. ονομασία εκκλησίας, ενορίας ή περιοχής: το δόγμα της ~ας ~ας.|| Η γιορτή/ο ναός της ~ας ~ας. [< αρχ. τριάς, γαλλ. triade, αγγλ. triad]
51472ΤριαδικόΤρι-α-δι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το πρώτο διάστημα του μεσοζωικού αιώνα. Βλ. Ιουρασικό, Κρητιδικό. [< γερμ. Trias, αγγλ. Triassic, γαλλ. triasique]
51473τριαδικός, ή, ό τρι-α-δι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε τριάδα: ~ή: δομή. ~ό: σύστημα/σχήμα. 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την Aγία Tριάδα: ~ή: θεολογία/θεότητα/υπόσταση/φύση (του Θεού). ~ό: δόγμα/μυστήριο. Ο ~ Θεός (= η Αγία Τριάδα). Πβ. τρισυπόστατος. 3. ΓΕΩΛ. που αφορά το Τριαδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: τριαδικοί κανόνες: ΕΚΚΛΗΣ. κανόνες βυζαντινής μουσικής που ακολουθούν τους οκτώ ήχους της και περιλαμβάνουν τροπάρια σχετικά με την Αγία Τριάδα. [< 2: μτγν. τριαδικός, γαλλ. triadique, αγγλ. triadic]
51474τριαδικότητατρι-α-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η τρισυπόστατη φύση του Θεού. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του τριαδικού. Βλ. -ότητα.
51475τριαθλητήςτρι-α-θλη-τής ουσ. (αρσ.) , τριαθλήτρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του τριάθλου. [< γαλλ. triathlète, αγγλ. triathlete, 1982]
51476τρίαθλοτρί-α-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθλου}: ΑΘΛ. σύνθετο ολυμπιακό αγώνισμα που περιλαμβάνει κολύμβηση, ποδηλασία και τρέξιμο, στα οποία ο αθλητής συμμετέχει διαδοχικά και χωρίς διακοπή. || Χειμερινό ~ (: τρέξιμο και ποδηλασία σε χιονισμένη περιοχή, όπως και ορεινό σκι). Βλ. δί-, πέντ-, έπτ-, δέκ-αθλο. [< γαλλ. triathlon, 1929, αγγλ. ~, 1973]
51477τρίαινατρί-αι-να ουσ. (θηλ.) 1. καμάκι με τρεις μεγάλες αιχμηρές προεξοχές. ΣΥΝ. τρικράνι (2) 2. κλειδαριά με τριπλό σύρτη. [< 1: αρχ. τρίαινα]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.