Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58829 εγγραφές  [5180-5200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4254ανταλλακτικό[ἀνταλλακτικό] α-νταλ-λα-κτι-κό ουσ. (ουδ.) {συνήθ. στον πληθ.}: ΤΕΧΝΟΛ. εξάρτημα μηχανικής κατασκευής που προορίζεται για αντικατάσταση άλλου ομοειδούς: γνήσιο/μεταχειρισμένο ~. Ηλεκτρονικά ~ά. ~ά αυτοκινήτων/(γεωργικών/νοσοκομειακών) μηχανημάτων. Αποθήκη ~ών. [< γαλλ. pièce de rechange]
4255ανταλλακτικός, ή, ό [ἀνταλλακτικός] α-νταλ-λα-κτι-κός επίθ. 1. ΤΕΧΝΟΛ. που προορίζεται για αντικατάσταση ομοειδούς αντικείμενου, εξαρτήματος: ~ός: κινητήρας/λαμπτήρας/σωλήνας. ~ή: βαλβίδα/λεπίδα/μύτη (μολυβιού)/ταινία/φιάλη. ~ό: κάλυμμα/κλειδί/φίλτρο. ~οί: τροχοί/φακοί. ~ές: μπαταρίες. Βλ. ανταλλακτικό. 2. ΟΙΚΟΝ. που σχετίζεται με την ανταλλαγή: ~ή: δραστηριότητα/οικονομία/σχέση. ~ό: εμπόριο (: χωρίς πληρωμή σε χρήμα, πβ. αντιπραγματισμός)/παζάρι. Εναλλακτικά/τοπικά ~ά συστήματα. ΑΝΤ. εγχρήματος ● ΣΥΜΠΛ.: ανταλλακτική αξία: ΟΙΚΟΝ. αυτή που προκύπτει από τη δυνατότητα ενός αγαθού να αγοραστεί και να πωληθεί: αξία χρήσης και ~ ~ προϊόντος.|| Κουπόνια ~ής ~ας. ΣΥΝ. αγοραστική αξία [< αγγλ. value in exchange]
4256ανταλλάξιμος, η, ο [ἀνταλλάξιμος] α-νταλ-λά-ξι-μος επίθ. 1. που μπορεί να ανταλλαγεί με κάτι ή σπανιότ. κάποιον άλλο: (ΟΙΚΟΝ.) ~η: επιταγή/ιδιοκτησία. ~ο: νόμισμα/οικόπεδο/ομολογιακό δάνειο (: χρεόγραφο που ανταλλάσσεται με μετοχές). ~α: είδη. Τίτλοι ~οι με μετοχές.|| (ΝΟΜ.) ~η: περιουσία (: σύμφωνα με τις διατάξεις των συμβάσεων περί ανταλλαγής πληθυσμών). 2. που μπορεί να αντικατασταθεί: ~ος: μηχανισμός. ~ες: κάρτες (μνήμης). ~α: καλύμματα. Πβ. ανταλλακτικός. [< γαλλ. échangeable]
4257ανταλλαξιμότητα[ἀνταλλαξιμότητα] α-νταλ-λα-ξι-μό-τη-τα ουσ. (θηλ.): η ιδιότητα του ανταλλάξιμου: (ΟΙΚΟΝ.) ~ των εμπορευμάτων/νομισμάτων.|| ~ εξαρτημάτων. Βλ. -ότητα. [< αγγλ. exchangeability]
4258ανταλλάσσω[ἀνταλλάσσω] α-νταλ-λάσ-σω ρ. (μτβ.) {αντάλλα-ξα, ανταλλά-χθηκε (σπανιότ. -χτηκε), (λόγ.) αντηλλάγησαν, ανταλλασσ-όμενος, (σπάν.) ανταλλα-γμένος, ανταλλάσ-οντας} & (προφ.) ανταλλάζω: δίνω κάτι και παίρνω σε αντάλλαγμα κάτι άλλο: ~ επιστολές (: αλληλογραφώ)/μηνύματα. ~ το παλιό μου αυτοκίνητο με καινούργιο. Οι δύο ηγέτες ~ξαν αναμνηστικά (δώρα). ~χθηκαν πυρά/πυροβολισμοί. ~χθηκαν αιχμάλωτοι (: στα πλαίσια συνθήκης μεταξύ δύο χωρών). ~γμένα: αγαθά.|| (μτφ.) Δεν ~ξαμε ούτε μια κουβέντα! ~ξαν απόψεις/εμπειρίες/ευχές/λόγια/ματιές/φιλοφρονήσεις (πβ. ανταποδίδω). ~οντας ιδέες. ~όμενες: πληροφορίες.|| (ΦΥΣ.) ~εται ενέργεια μεταξύ συστήματος και περιβάλλοντος. Πβ. αλλάζω. [< αρχ. ἀνταλλάσσω, γαλλ. échanger, donner en échange]
4259αντάμα[ἀντάμα] α-ντά-μα επίρρ. (λαϊκό-λογοτ.): μαζί. ΑΝΤ. χώρια (1), χωριστά ● ΦΡ.: όλοι (οι καλοί) μαζί/όλοι αντάμα κι ο ψωριάρης χώρια βλ. ψωριάρης [< μεσν. αντάμα]
4260ανταμείβω[ἀνταμείβω] α-ντα-μεί-βω ρ. (μτβ.) {αντάμει-ψα, ανταμεί-φθηκε (σπανιότ. -φτηκε), ανταμείβ-οντας}: δίνω, προσφέρω σε κάποιον ηθική ή υλική αμοιβή: Οι γονείς οφείλουν να ~ουν τις προσπάθειες των παιδιών τους (πβ. επιβραβεύω). Η διαδρομή είναι ανηφορική, η θέα όμως στην κορυφή θα σας ~ψει (πβ. αποζημιώνω, ικανοποιώ). Οι κόποι μιας χρονιάς επιτέλους ~φθηκαν. ~φθηκε πλουσιοπάροχα. Βλ. ανταποδίδω, ξεπληρώνω. ΣΥΝ. αμείβω [< μεσν. ανταμείβω]
4261ανταμοιβή[ἀνταμοιβή] α-ντα-μοι-βή ουσ. (θηλ.): ηθική ή χρηματική, υλική απολαβή κάποιου για το έργο ή τις υπηρεσίες που προσέφερε: δίκαιη ~. Η ~ των κόπων του (πβ. επιβράβευση). Εργασία με ~. Έλαβε ψίχουλα για/ως ~. Βοηθάει/προσφέρει χωρίς ~ (πβ. αφιλοκερδώς, δωρεάν, τζάμπα, ΑΝΤ. επί πληρωμή). Μην περιμένεις (καμία) ~ για τη συνεισφορά σου (πβ. αντάλλαγμα, ανταπόδοση). Κίνητρα και οικονομικές ~ές προσωπικού (πβ. επιδότηση, πριμ). ΣΥΝ. αμοιβή [< μτγν. ἀνταμοιβή]
4262αντάμωμα[ἀντάμωμα] α-ντά-μω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συνάντηση, συνήθ. με εορταστικό, επίσημο και οργανωμένο χαρακτήρα: ετήσιο/πολιτιστικό ~. ~ των απόδημων ... Πβ. αντάμωση. Βλ. διοργάνωση, συμπόσιο, συνέδριο.
4264αντάμωμα

[ἀντάμωση] α-ντά-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συνάντηση. Πβ. αντάμωμα. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: καλή αντάμωση!: (ευχή σε αποχαιρετισμό) να ξαναϊδωθούμε με το καλό: Καλό σας ταξίδι και ~ ~! Πβ. εις το επανιδείν. [< μεσν. αντάμωσις]

4263ανταμώνω[ἀνταμώνω] α-ντα-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντάμω-σα, -θηκα} (λαϊκό): συναντώ ή συναντιέμαι με κάποιον: Είναι υπέροχο να ~εις ανθρώπους με ποιότητα.|| Μου αρέσει να ~ με φίλους. (ευχετ.) Καλώς ~σαμε και καλό χειμώνα! ~σαν στην πλατεία (: συναντήθηκαν). Πβ. σμίγω, (συν)απαντώ. [< μεσν. ανταμώνω]
4265αντανακλά[ἀντανακλᾷ] α-ντα-να-κλά ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντανάκλ-ασε, -άται, -άστηκε, -ώμενος, συνήθ. στον ενεστ.} ΣΥΝ. ανακλά 1. (μτφ.) απηχεί, εκφράζει, φανερώνει: Η γενικότερη στάση του ~ τις αντιλήψεις/απόψεις του. Η αγάπη ~άται στο πρόσωπό της. Πβ. αντιφεγγίζει, αποτυπώνω. ΣΥΝ. αντικατοπτρίζει 2. προκαλεί ή υφίσταται αντανάκλαση: Ο καθρέφτης ~ τις ηλιακές ακτίνες. ~ώμενη: ακτινοβολία. ~ώμενο: είδωλο ΣΥΝ. αντικατοπτρίζει.|| (κατ' επέκτ.) Πόνος που ~/~άται στην κάτω γνάθο (: εντοπίζεται μακριά από την εστία του πρωτοπαθούς ερεθίσματος). [< 1: αγγλ. reflect 2: μτγν. ἀντανακλῶ]
4266αντανάκλαση[ἀντανάκλαση] α-ντα-νά-κλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. ανάκλαση: ηχητική (βλ. ηχώ)/οπτική ~. ~ των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων/του φωτός. Οθόνη χαμηλής ~ης. Βλ. διάθλαση.|| Κοίταζε την ~ή της στον καθρέφτη. Πβ. αντικατοπτρισμός, αντιφέγγισμα, καθρέφτισμα. 2. (μτφ.) απήχηση, επίδραση, αποτέλεσμα: Η άνοδος των διεθνών τιμών είχε άμεση ~ στην εσωτερική αγορά. Πβ. αντίκτυπος, απόηχος. ● ΦΡ.: εξ αντανακλάσεως (λόγ.) & από αντανάκλαση 1. (μτφ.) έμμεσα: Οι πληροφορίες έφτασαν σε μας ~ ~ (ΑΝΤ. άμεσα). 2. λόγω ανάκλασης: Οι ακτίνες λέιζερ προκαλούν εγκαύματα στο δέρμα, όταν προσπίπτουν σε αυτό απευθείας ή ~ ~. [< 1: μτγν. ἀντανάκλασις 2: γαλλ. répercussion]
4267αντανακλαστικός, ή, ό [ἀντανακλαστικός] α-ντα-να-κλα-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. ανακλαστικός 1. που σχετίζεται με την αντανάκλαση: ~ή: επίστρωση. ~ό: τρίγωνο/υλικό/χιτώνιο (τροχονόμου)/χρώμα. ~οί: φακοί. ~ές: λωρίδες (αδιάβροχου)/πινακίδες σήμανσης/ταινίες. ~ά στοιχεία οδών (βλ. μάτια γάτας). Πβ. φωσφοριζέ. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που γίνεται ακούσια, ασυνείδητα: ~ός: βήχας/πόνος. ~ή: ακράτεια/ταχυκαρδία. ~ές: κινήσεις. Πβ. αυτόματος. ● Ουσ.: αντανακλαστικό (το) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ταχύς, άμεσος τρόπος αντίδρασης: Οδηγός με καλά ~ά. Έχει (αναπτύξει) γρήγορα ~ά.|| (μτφ.) Δημοκρατικά/κοινωνικά ~ά. ΣΥΝ. ανακλαστικά (τα) (1), ρεφλέξ 2. ΦΥΣΙΟΛ. ακούσια, μηχανική αντίδραση σε ένα ερέθισμα: το ~ της επιγονατίδας/κόρης (του οφθαλμού στο φως). (στα νεογέννητα:) Το ~ της σύλληψης ή αρπαγής. Βλ. τικ. 3. (σπάν.) εξάρτημα που αντανακλά το φως και τοποθετείται συνήθ. στο πίσω μέρος οχήματος ή ποδηλάτου, ώστε να είναι ορατό τη νύχτα: αυτοκόλλητα ~ά (κράνους/μηχανής). [< 1,2: γαλλ. réflexe 3: αγγλ. reflector, 1909] ● ΣΥΜΠΛ.: εξαρτημένο αντανακλαστικό βλ. εξαρτημένος [< 1: μεσν. αντανακλαστικός, γαλλ. réflecteur 2: γαλλ. réflectif]
4268αντανακλαστικότητα[ἀντανακλαστικότητα] α-ντα-να-κλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ανακλαστικότητα: ~ των πινακίδων σήμανσης. Διαγράμμιση υψηλής ~ας. Βλ. -ότητα.
4269αντάντε[ἀντάντε] α-ντά-ντε ουσ. (ουδ.) {άκλ., σπάν. ως επίρρ.}: ΜΟΥΣ. μουσικό κομμάτι που εκτελείται σε αργό, ήρεμο ρυθμό. Βλ. αλέγκρο, αντάτζιο, κρεσέντο. [< ιταλ. andante]
4270αντάξιος, α, ο [ἀντάξιος] α-ντά-ξι-ος επίθ.: ισάξιος με κάποιον ή κάτι: ~ος: αντίπαλος/διάδοχος/μαθητής/συνεχιστής (του έργου) του ... ~οι: απόγονοι. Ελπίζω να αποδειχτώ/σταθώ/φανώ ~ της εμπιστοσύνης σας/της τιμής που μου έγινε. Οι εμφανίσεις του δεν ήταν ~ες της φήμης του. Πβ. (επ)άξιος, εφάμιλλος. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: αντάξια & (σπάν.-λόγ.) -ίως [< αρχ. ἀντάξιος]
4271ανταπαίτηση[ἀνταπαίτηση] α-ντα-παί-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. (συνήθ. σε αντιδικία) απαίτηση ως απάντηση σε άλλη: Προβάλλει/προχώρησε σε/υπέβαλε ~.
4272ανταπαντώ

[ἀνταπάντηση] α-ντα-πά-ντη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανταπαντώ: άμεση/σκληρή ~. Υπόμνημα απαντήσεως και ~ήσεως. Πβ. αντεπιχείρημα. [< γαλλ. réponse en retour]

4273ανταπαντώ[ἀνταπαντῶ] α-ντα-πα-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανταπαντ-άς ..., -ώντας | ανταπάντ-ησα, -ήσει}: αντικρούω, αναιρώ απάντηση· γενικότ. απαντώ: Διαφώνησε μαζί της και ~ησε ότι ... Πβ. αντι-λέγω, -τείνω. [< γαλλ. répondre en retour]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.