Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [5180-5200]

IDΛήμμαΕρμηνεία
4261ανταμοιβή[ἀνταμοιβή] α-ντα-μοι-βή ουσ. (θηλ.): ηθική ή χρηματική, υλική απολαβή κάποιου για το έργο ή τις υπηρεσίες που προσέφερε: δίκαιη ~. Η ~ των κόπων του (πβ. επιβράβευση). Εργασία με ~. Έλαβε ψίχουλα για/ως ~. Βοηθάει/προσφέρει χωρίς ~ (πβ. αφιλοκερδώς, δωρεάν, τζάμπα, ΑΝΤ. επί πληρωμή). Μην περιμένεις (καμία) ~ για τη συνεισφορά σου (πβ. αντάλλαγμα, ανταπόδοση). Κίνητρα και οικονομικές ~ές προσωπικού (πβ. επιδότηση, πριμ). ΣΥΝ. αμοιβή [< μτγν. ἀνταμοιβή]
4262αντάμωμα[ἀντάμωμα] α-ντά-μω-μα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): συνάντηση, συνήθ. με εορταστικό, επίσημο και οργανωμένο χαρακτήρα: ετήσιο/πολιτιστικό ~. ~ των απόδημων ... Πβ. αντάμωση. Βλ. διοργάνωση, συμπόσιο, συνέδριο.
4263ανταμώνω[ἀνταμώνω] α-ντα-μώ-νω ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντάμω-σα, -θηκα} (λαϊκό): συναντώ ή συναντιέμαι με κάποιον: Είναι υπέροχο να ~εις ανθρώπους με ποιότητα.|| Μου αρέσει να ~ με φίλους. (ευχετ.) Καλώς ~σαμε και καλό χειμώνα! ~σαν στην πλατεία (: συναντήθηκαν). Πβ. σμίγω, (συν)απαντώ. [< μεσν. ανταμώνω]
4264αντάμωση[ἀντάμωση] α-ντά-μω-ση ουσ. (θηλ.) (λαϊκό): συνάντηση. Πβ. αντάμωμα. Συνήθ. στη ● ΦΡ.: καλή αντάμωση!: (ευχή σε αποχαιρετισμό) να ξαναϊδωθούμε με το καλό: Καλό σας ταξίδι και ~ ~! Πβ. εις το επανιδείν. [< μεσν. αντάμωσις]
4265αντανακλά[ἀντανακλᾷ] α-ντα-να-κλά ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {αντανάκλ-ασε, -άται, -άστηκε, -ώμενος, συνήθ. στον ενεστ.} ΣΥΝ. ανακλά 1. (μτφ.) απηχεί, εκφράζει, φανερώνει: Η γενικότερη στάση του ~ τις αντιλήψεις/απόψεις του. Η αγάπη ~άται στο πρόσωπό της. Πβ. αντιφεγγίζει, αποτυπώνω. ΣΥΝ. αντικατοπτρίζει 2. προκαλεί ή υφίσταται αντανάκλαση: Ο καθρέφτης ~ τις ηλιακές ακτίνες. ~ώμενη: ακτινοβολία. ~ώμενο: είδωλο ΣΥΝ. αντικατοπτρίζει.|| (κατ' επέκτ.) Πόνος που ~/~άται στην κάτω γνάθο (: εντοπίζεται μακριά από την εστία του πρωτοπαθούς ερεθίσματος). [< 1: αγγλ. reflect 2: μτγν. ἀντανακλῶ]
4266αντανάκλαση[ἀντανάκλαση] α-ντα-νά-κλα-ση ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. ανάκλαση: ηχητική (βλ. ηχώ)/οπτική ~. ~ των ηλεκτρομαγνητικών κυμάτων/του φωτός. Οθόνη χαμηλής ~ης. Βλ. διάθλαση.|| Κοίταζε την ~ή της στον καθρέφτη. Πβ. αντικατοπτρισμός, αντιφέγγισμα, καθρέφτισμα. 2. (μτφ.) απήχηση, επίδραση, αποτέλεσμα: Η άνοδος των διεθνών τιμών είχε άμεση ~ στην εσωτερική αγορά. Πβ. αντίκτυπος, απόηχος. ● ΦΡ.: εξ αντανακλάσεως (λόγ.) & από αντανάκλαση 1. (μτφ.) έμμεσα: Οι πληροφορίες έφτασαν σε μας ~ ~ (ΑΝΤ. άμεσα). 2. λόγω ανάκλασης: Οι ακτίνες λέιζερ προκαλούν εγκαύματα στο δέρμα, όταν προσπίπτουν σε αυτό απευθείας ή ~ ~. [< 1: μτγν. ἀντανάκλασις 2: γαλλ. répercussion]
4267αντανακλαστικός, ή, ό [ἀντανακλαστικός] α-ντα-να-κλα-στι-κός επίθ. ΣΥΝ. ανακλαστικός 1. που σχετίζεται με την αντανάκλαση: ~ή: επίστρωση. ~ό: τρίγωνο/υλικό/χιτώνιο (τροχονόμου)/χρώμα. ~οί: φακοί. ~ές: λωρίδες (αδιάβροχου)/πινακίδες σήμανσης/ταινίες. ~ά στοιχεία οδών (βλ. μάτια γάτας). Πβ. φωσφοριζέ. 2. ΦΥΣΙΟΛ. που γίνεται ακούσια, ασυνείδητα: ~ός: βήχας/πόνος. ~ή: ακράτεια/ταχυκαρδία. ~ές: κινήσεις. Πβ. αυτόματος. ● Ουσ.: αντανακλαστικό (το) 1. {συνήθ. στον πληθ.} ταχύς, άμεσος τρόπος αντίδρασης: Οδηγός με καλά ~ά. Έχει (αναπτύξει) γρήγορα ~ά.|| (μτφ.) Δημοκρατικά/κοινωνικά ~ά. ΣΥΝ. ανακλαστικά (τα) (1), ρεφλέξ 2. ΦΥΣΙΟΛ. ακούσια, μηχανική αντίδραση σε ένα ερέθισμα: το ~ της επιγονατίδας/κόρης (του οφθαλμού στο φως). (στα νεογέννητα:) Το ~ της σύλληψης ή αρπαγής. Βλ. τικ. 3. (σπάν.) εξάρτημα που αντανακλά το φως και τοποθετείται συνήθ. στο πίσω μέρος οχήματος ή ποδηλάτου, ώστε να είναι ορατό τη νύχτα: αυτοκόλλητα ~ά (κράνους/μηχανής). [< 1,2: γαλλ. réflexe 3: αγγλ. reflector, 1909] ● ΣΥΜΠΛ.: εξαρτημένο αντανακλαστικό βλ. εξαρτημένος [< 1: μεσν. αντανακλαστικός, γαλλ. réflecteur 2: γαλλ. réflectif]
4268αντανακλαστικότητα[ἀντανακλαστικότητα] α-ντα-να-κλα-στι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. ανακλαστικότητα: ~ των πινακίδων σήμανσης. Διαγράμμιση υψηλής ~ας. Βλ. -ότητα.
4269αντάντε[ἀντάντε] α-ντά-ντε ουσ. (ουδ.) {άκλ., σπάν. ως επίρρ.}: ΜΟΥΣ. μουσικό κομμάτι που εκτελείται σε αργό, ήρεμο ρυθμό. Βλ. αλέγκρο, αντάτζιο, κρεσέντο. [< ιταλ. andante]
4270αντάξιος, α, ο [ἀντάξιος] α-ντά-ξι-ος επίθ.: ισάξιος με κάποιον ή κάτι: ~ος: αντίπαλος/διάδοχος/μαθητής/συνεχιστής (του έργου) του ... ~οι: απόγονοι. Ελπίζω να αποδειχτώ/σταθώ/φανώ ~ της εμπιστοσύνης σας/της τιμής που μου έγινε. Οι εμφανίσεις του δεν ήταν ~ες της φήμης του. Πβ. (επ)άξιος, εφάμιλλος. ΑΝΤ. ανάξιος (1) ● επίρρ.: αντάξια & (σπάν.-λόγ.) -ίως [< αρχ. ἀντάξιος]
4271ανταπαίτηση[ἀνταπαίτηση] α-ντα-παί-τη-ση ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. (συνήθ. σε αντιδικία) απαίτηση ως απάντηση σε άλλη: Προβάλλει/προχώρησε σε/υπέβαλε ~.
4272ανταπαντώ

[ἀνταπάντηση] α-ντα-πά-ντη-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανταπαντώ: άμεση/σκληρή ~. Υπόμνημα απαντήσεως και ~ήσεως. Πβ. αντεπιχείρημα. [< γαλλ. réponse en retour]

4273ανταπαντώ[ἀνταπαντῶ] α-ντα-πα-ντώ ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {ανταπαντ-άς ..., -ώντας | ανταπάντ-ησα, -ήσει}: αντικρούω, αναιρώ απάντηση· γενικότ. απαντώ: Διαφώνησε μαζί της και ~ησε ότι ... Πβ. αντι-λέγω, -τείνω. [< γαλλ. répondre en retour]
4274ανταπεξέρχομαιβλ. αντεπεξέρχομαι
4275ανταπεργία[ἀνταπεργία] α-ντα-περ-γί-α ουσ. (θηλ.): λοκ-άουτ.
4276ανταποδεικνύω[ἀνταποδεικνύω] α-ντα-πο-δει-κνύ-ω ρ. (μτβ.) {ανταπέδει-ξα, ανταποδεί-χθηκε} (σπάν.): αποδεικνύω το αντίθετο, αναιρώ: ~ άποψη/ισχυρισμό. [< αρχ. ἀνταποδεικνύω]
4277ανταπόδειξη[ἀνταπόδειξη] α-ντα-πό-δει-ξη ουσ. (θηλ.): ΝΟΜ. (σε αντιδικία) το δικαίωμα διαδίκου να αποκρούσει τα αποδεικτικά στοιχεία του αντιδίκου: μάρτυρας ~ης. [< γαλλ. preuve contraire]
4278ανταποδίδω[ἀνταποδίδω] α-ντα-πο-δί-δω ρ. (μτβ.) {ανταπέδω-σα, ανταποδώ-σει, ανταποδό-θηκε, ανταποδίδ-οντας} & (σπάν.-προφ.) ανταποδίνω: ενεργώ ή συμπεριφέρομαι ανάλογα με τη συμπεριφορά της οποίας γίνομαι αποδέκτης: ~ (σε κάποιον) την επίσκεψη/τις ευχές (πβ. αντεύχομαι)/τα πυρά/τον χαιρετισμό (ΣΥΝ. αντιχαιρετώ)/το χτύπημα. Σ' ευχαριστώ και ~. ~ει με το ίδιο νόμισμα (= τα ίσα). ~σε το κακό/το καλό/την τιμή που της έκαναν. ~σε την αγάπη/εμπιστοσύνη που της έδειξε. Η φιλοφρόνηση ~θηκε άμεσα. Πβ. (ξε)πληρώνω. ● ΦΡ.: ανταποδίδω/αποδίδω τα ίσα & τα όμοια (σε κάποιον): κάνω σε κάποιον ό,τι μου έκανε, συνήθ. κάτι κακό. Πβ. αντεκδικούμαι, πατσίζω. ΣΥΝ. παίρνω το αίμα μου πίσω/πίσω το αίμα μου, πληρώνω κάποιον με το ίδιο νόμισμα [< αρχ. ἀνταποδίδωμι, μεσν. ανταποδίνω]
4279ανταπόδοση[ἀνταπόδοση] α-ντα-πό-δο-ση ουσ. (θηλ.): η ενέργεια ή το αποτέλεσμα του ανταποδίδω: δίκαιη/ισότιμη ~. ~ της βοήθειας/των ίσων/της φιλοξενίας. Η αρχή/ο νόμος της ~ης. Δεν περιμένει ~ για ... Αγάπη/προσφορά χωρίς ~. Πβ. ανταμοιβή.|| ~ πυροβολισμών (= ανταλλαγή) [< αρχ. ἀνταπόδοσις]
4280ανταποδοτικός, ή, ό [ἀνταποδοτικός] α-ντα-πο-δο-τι-κός επίθ.: που αναφέρεται ή αποσκοπεί στην ανταπόδοση: ~ός: φόρος. ~ή: ανακύκλωση/εισφορά/συνεργασία. ~ές: παροχές (ασφάλισης)/υπηρεσίες. ~ά: μέτρα/τέλη. Με ~ούς όρους. Δίκτυο ~ής διαφήμισης για ιστοσελίδες. Έργα ~ού χαρακτήρα. ● επίρρ.: ανταποδοτικά & (λόγ.) -ώς [-ῶς] ● ΣΥΜΠΛ.: αντισταθμιστικά/ανταποδοτικά οφέλη βλ. αντισταθμιστικός [< μτγν. ἀνταποδοτικός, γαλλ. rémunératoire]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.