| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51464 | τρέψω | βλ. τρέπω | |
| 51465 | τρήμα | [τρῆμα] τρή-μα ουσ. (ουδ.): ΑΝΑΤ. οπή, άνοιγμα είτε οστού για τη διέλευση αγγείων και νεύρων είτε άλλων μερών του σώματος για την επικοινωνία κοιλοτήτων: ρηγματώδες/(ανοιχτό) ωοειδές ~. ● ΣΥΜΠΛ.: ινιακό τρήμα βλ. ινιακός [< αρχ. τρῆμα, γαλλ. orifice] | |
| 51466 | τρηματοφόρα | τρη-μα-το-φό-ρα ουσ. (ουδ.) (τα) (κ. με κεφαλ. το αρχικό Τ): ΒΙΟΛ.-ΠΑΛΑΙΟΝΤ. θαλάσσια πρωτόζωα (τάξη Foraminifera) με ψευδοπόδια και κέλυφος, τα περισσότερα είδη των οποίων βρίσκονται απολιθωμένα σε ιζηματογενή πετρώματα: πλαγκτονικά ~. [< γαλλ. foraminifères, αγγλ. foraminifer] | |
| 51467 | τρηματώδης | , ης, ες τρη-μα-τώ-δης επίθ.: κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τρηματώδης σκώληκας: ΖΩΟΛ. παράσιτο που ανήκει στις των πλατυέλμινθες. | |
| 51468 | τρήση | τρή-ση ουσ. (θηλ.) (λόγ.): διάτρηση και συνεκδ. άνοιγμα. [< αρχ. τρῆσις] | |
| 51469 | τρι- & τρί- & τρισ- | πρόθημα κυρ. επιθέτων και ουσιαστικών που δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο 1. αποτελείται από τρία μέρη ή είναι τρεις φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο από άλλο: τρι-ήμερος. Τρί-τομος. Τρισ-διάστατος. Βλ. δι-.|| Tρι-πλάσιος.|| (ουσιαστικοπ.) (Το) τρί-κλινο (ενν. δωμάτιο, βλ. μονο-).|| Τρί-γωνο (βλ. εξά-, τετρα-). Τρι-οξείδιο. 2. {μόνο στο τρισ-} (επιτατ.): χαρακτηρίζεται σε μεγάλο βαθμό από μία ιδιότητα: τρισ-ευτυχισμένος/~χαριτωμένος.|| Τρισ-άθλιος. | |
| 51470 | τρία | βλ. τρεις | |
| 51471 | τριάδα | τρι-ά-δα ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) τριάς 1. σύνολο από τρία πρόσωπα ή πράγματα που σχετίζονται μεταξύ τους: ηγετική ~. ~ αριθμών. Κάνω/σχηματίζω ~ες. Οργανωθείτε/παραταχθείτε/στοιχηθείτε κατά/σε ~ες (= ανά τρεις, τρεις τρεις). Προχωρούν ανά ~ες.|| (σε άθλημα ή διαγωνισμό) Βασική/τελική ~. Στόχος της ομάδας είναι η ~ (: να είναι στους τρεις πρώτους). Βλ. -άδα. 2. ΘΡΗΣΚ. σύνολο τριών θεοτήτων με στενούς δεσμούς στην ίδια λατρεία: αιγυπτιακή/ιερή ~. 3. (κυρ. για ποδοσφαιρικούς αγώνες) στοίχημα που κερδίζει κάποιος, αν είναι σωστές οι επιλογές του σε τρεις διαφορετικούς αγώνες: (συνολική) απόδοση ~ας. ● ΣΥΜΠΛ.: Αγία Tριάδα {(λόγ.) Αγίας Τριάδ-ος}: ΘΕΟΛ. τα τρία πρόσωπα του χριστιανικού Θεού, δηλ. Πατήρ, Υιός και Άγιο Πνεύμα· συνεκδ. ονομασία εκκλησίας, ενορίας ή περιοχής: το δόγμα της ~ας ~ας.|| Η γιορτή/ο ναός της ~ας ~ας. [< αρχ. τριάς, γαλλ. triade, αγγλ. triad] | |
| 51472 | Τριαδικό | Τρι-α-δι-κό ουσ. (ουδ.): ΓΕΩΛ. το πρώτο διάστημα του μεσοζωικού αιώνα. Βλ. Ιουρασικό, Κρητιδικό. [< γερμ. Trias, αγγλ. Triassic, γαλλ. triasique] | |
| 51473 | τριαδικός | , ή, ό τρι-α-δι-κός επίθ. 1. που αναφέρεται σε τριάδα: ~ή: δομή. ~ό: σύστημα/σχήμα. 2. ΘΕΟΛ. που σχετίζεται με την Aγία Tριάδα: ~ή: θεολογία/θεότητα/υπόσταση/φύση (του Θεού). ~ό: δόγμα/μυστήριο. Ο ~ Θεός (= η Αγία Τριάδα). Πβ. τρισυπόστατος. 3. ΓΕΩΛ. που αφορά το Τριαδικό. ● ΣΥΜΠΛ.: τριαδικοί κανόνες: ΕΚΚΛΗΣ. κανόνες βυζαντινής μουσικής που ακολουθούν τους οκτώ ήχους της και περιλαμβάνουν τροπάρια σχετικά με την Αγία Τριάδα. [< 2: μτγν. τριαδικός, γαλλ. triadique, αγγλ. triadic] | |
| 51474 | τριαδικότητα | τρι-α-δι-κό-τη-τα ουσ. (θηλ.) 1. ΕΚΚΛΗΣ. η τρισυπόστατη φύση του Θεού. 2. (λόγ.) η ιδιότητα του τριαδικού. Βλ. -ότητα. | |
| 51475 | τριαθλητής | τρι-α-θλη-τής ουσ. (αρσ.) , τριαθλήτρια (η): ΑΘΛ. αθλητής του τριάθλου. [< γαλλ. triathlète, αγγλ. triathlete, 1982] | |
| 51476 | τρίαθλο | τρί-α-θλο ουσ. (ουδ.) {-ου (λόγ.) -άθλου}: ΑΘΛ. σύνθετο ολυμπιακό αγώνισμα που περιλαμβάνει κολύμβηση, ποδηλασία και τρέξιμο, στα οποία ο αθλητής συμμετέχει διαδοχικά και χωρίς διακοπή. || Χειμερινό ~ (: τρέξιμο και ποδηλασία σε χιονισμένη περιοχή, όπως και ορεινό σκι). Βλ. δί-, πέντ-, έπτ-, δέκ-αθλο. [< γαλλ. triathlon, 1929, αγγλ. ~, 1973] | |
| 51477 | τρίαινα | τρί-αι-να ουσ. (θηλ.) 1. καμάκι με τρεις μεγάλες αιχμηρές προεξοχές. ΣΥΝ. τρικράνι (2) 2. κλειδαριά με τριπλό σύρτη. [< 1: αρχ. τρίαινα] | |
| 51478 | τριακονθήμερος | , η/ος, ο βλ. -ήμερος, τριακοντα- | |
| 51479 | τριάκοντα | τρι-ά-κο-ντα αριθμητ. απόλ. {άκλ.} (λόγ.): τριάντα: ~ έτη. ● ΣΥΜΠΛ.: Τριάκοντα Τύραννοι & Τριάκοντα (οι): ΑΡΧ. η ομάδα των τριάντα ολιγαρχικών που διακυβέρνησε με δεσποτικό τρόπο, περ. για έναν χρόνο, την Αθήνα μετά τον Πελοποννησιακό Πόλεμο (404 π.Χ.)., τριάκοντα αργύρια βλ. αργύριο [< αρχ. τριάκοντα] | |
| 51480 | τριακοντα- | & τριακοντ- & τριακονθ- (λόγ.): πρόθημα κυρ. επιθέτων και ουσιαστικών∙ δηλώνει ότι το προσδιοριζόμενο αποτελείται από τριάντα μέρη ή είναι τριάντα φορές μεγαλύτερο ή περισσότερο, συγκρινόμενο με άλλο: τριακοντα-ετία. Τριακοντ-άκις. Τριακονθ-ήμερος.|| Tριακοντα-πλάσιος. Βλ. εκατοντα-. [< αρχ. τριακοντ(α)-] | |
| 51481 | τριακονταετής | , ής, ές βλ. -ετής, τριακοντα- | |
| 51482 | τριακονταετία | βλ. -ετία, τριακοντα- | |
| 51483 | τριακοντάκις | βλ. -άκις, τριακοντα- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ