| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51518 | τριαρχία | τρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): τριανδρία. Βλ. -αρχία. [< μτγν. τριαρχία] | |
| 51519 | τριατομικός | , ή, ό τρι-α-το-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για μόριο) που αποτελείται από τρία άτομα: ~ό: οξυγόνο (= το όζον). Βλ. μονο-, δι-, πολυ-ατομικός. [< γαλλ. triatomique, αγγλ. triatomic] | |
| 51520 | τριβέας | τρι-βέ-ας ουσ. (αρσ.) {τριβ-είς, -έων} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό εξάρτημα μηχανής το οποίο στηρίζει άτρακτο ή άλλο στρεφόμενο τμήμα μηχανής: ωστικός ~. Κυλινδρικοί ~είς. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη λείανση ή τον καθαρισμό επιφανειών. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσφαιρος τριβέας βλ. ένσφαιρος [< μτγν. τριβεύς, γαλλ. coussinet, palier] | |
| 51521 | τριβείο | [τριβεῖο] τρι-βεί-ο ουσ. (ουδ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. εργαλείο ή μηχάνημα για τη λείανση στερεών υλικών: έκκεντρο/επαγγελματικό/παλμικό ~. Ηλεκτρικά ~α. ~ αέρος/ταινίας/φινιρίσματος. ~ τοίχων. ~ με ιμάντα. Πβ. πλάνη2. 2. (σπάν.-κυρ. παλαιότ.) μηχάνημα για κονιορτοποίηση. | |
| 51522 | τριβέλι | τρι-βέ-λι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) έντονη και βασανιστική σκέψη, ανησυχία, σκοτούρα: Η αποτυχία του έγινε ~ (: έγνοια, στενοχώρια). 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικού με κοντό σπειροειδές σχήμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με γαρίδες. Κοτόπουλο με ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ.τριβέλα & (λαϊκό-παρωχ.) τριβέλι τρυπάνι. [< 3: μεσν. τριβέλ(λ)ιον < τρεβέλιον < λατ. terebellum] | |
| 51524 | τριβέλισμα | τρι-βέ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ενόχληση, ταλαιπωρία. Πβ. βάσανο. | |
| 51525 | τριβή | τρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. δύναμη αντίστασης που ασκείται στην επιφάνεια επαφής δύο σωμάτων, όταν το ένα κινείται πάνω στο άλλο: εξωτερική/εσωτερική ~. Κινητική/στατική ~. ~ κύλισης/ολίσθησης. Γωνία/δύναμη/νόμοι της/ροπή της/συντελεστής ~ής.|| Η ~ των ελαστικών/του σώματος Α. ~ στον αέρα/στο έδαφος/στο νερό/στον πάγο. Υψηλή αντοχή σε ~. Υλικό ~ής. 2. (μτφ.-λόγ.) απόκτηση πείρας ύστερα από μακροχρόνια ενασχόληση: η ~ με την πραγματικότητα. Δεν έχει ~/του λείπει η ~ με τον κόσμο. Η ουσιαστική γνώση αποκτάται μέσα από την ~ με το εκάστοτε αντικείμενο. 3. (μτφ.-λόγ.) προστριβή, διαμάχη: Βρίσκονται/είναι σε συνεχή ~ και ένταση. Οι οικονομικές δυσκολίες δημιουργούσαν/προκαλούσαν ~ές στην οικογένεια. ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο τριβής (μτφ.): ζήτημα για το οποίο υπάρχει έντονη διαφωνία, αντιπαράθεση, σύγκρουση απόψεων: Οι αυξήσεις αποτελούν/παραμένουν (μόνιμο) ~ ~ μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Τα ~α ~ στις σχέσεις των δύο χωρών., ανεργία τριβής βλ. ανεργία [< αρχ. τριβή ‘φθορά, εμπειρία, αναβολή, απασχόληση’, γαλλ. friction, frottement] | |
| 51526 | τριβίδι | τρι-βί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρό εργαλείο για τη λείανση επιφανειών. Πβ. πλάνη2. Βλ. -ίδι. | |
| 51527 | τριβόλι | τρι-βό-λι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} τρίβολος: Ο κήπος γέμισε ~ια. 2. (μτφ.) ζωηρό, άτακτο ή ενοχλητικό παιδί: Δεν ηρεμεί με τίποτα το ~! ΣΥΝ. ζιζάνιο (2) [< μεσν. τριβόλι(ο)ν] | |
| 51528 | τριβολίζω | βλ. τριβελίζω | |
| 51529 | τριβολογία | τρι-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. κλάδος που ασχολείται με τα φαινόμενα τα οποία σχετίζονται με την τριβή των υλικών, τη φθορά και τη λίπανση. Βλ. -λογία. [< αγγλ. tribology, 1966, γαλλ. tribologie, 1972] | |
| 51530 | τριβολογικός | , ή, ό τρι-βο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με την τριβολογία: ~ή: συµπεριφορά (υλικού). ~ές: ιδιότητες. [< αγγλ. tribological, 1966] | |
| 51531 | τρίβολος | τρί-βο-λος ουσ. (αρσ.) {τριβόλ-ου} 1. ΒΟΤ. αγριόχορτο (επιστ. ονομασ. tribulus terrestris) με αγκάθια, μικρά λευκοκίτρινα άνθη και χαμηλό βλαστό: ~ ο χερσαίος. Βλ. ζιζάνιο, κολλιτσίδα. ΣΥΝ. τριβόλι (1) 2. (μτφ.) δυσκολία, πρόβλημα: Στην πορεία της συνάντησε ~ους και παγίδες. 3. (μτφ.) δύναμη του κακού. ● ΦΡ.: διά(β)ολοι/δια(β)όλοι και τρίβολοι/τριβόλοι βλ. διάβολος [< 1: αρχ. τρίβολος 2,3: παρετυμ. τρι- κατά το διάβολος] | |
| 51532 | τρίβραχυς | τρί-βρα-χυς ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας της αρχαίας ελληνικής ποίησης που απαρτίζεται από τρεις βραχείες συλλαβές. [< μτγν. τρίβραχυς] | |
| 51533 | τρίβω | τρί-βω ρ. (μτβ.) {έτρι-ψα, τρί-ψει, τρί-φτηκα, -φτεί, τρίβ-οντας, -όμενος, τριμ-μένος κ. τετριμμένος} 1. κινώ ή σύρω πολλές φορές ένα σώμα πάνω σε άλλο, ασκώντας πίεση: ~ψε τα μάρμαρα. Η επιφάνεια ~φτηκε με σκληρό σφουγγάρι/με συρματόβουρτσα. Το ξύλο ~φτηκε με γυαλόχαρτο. Βλ. λειαίνω.|| (σε συνταγές) ~ετε το κρέας με λεμόνι.|| Έτριβε τα μάτια του από τη νύστα. Έτριβε τα χέρια του για να ζεσταθεί. ~φτηκε με την πετσέτα.|| Τρίψτε το λεκέ απαλά/ελαφρά με ένα πανί. ~ το νεροχύτη/τα πλακάκια του μπάνιου/τα ρούχα (: καθαρίζω).|| ~ τα ασημικά/το παρκέ (: γυαλίζω). 2. μετατρέπω σε τρίμματα ή σκόνη: ~ το κρεμμύδι/τον πάγο/το πιπέρι. ~ετε τα κολοκυθάκια/το τυρί στον τρίφτη. ~μένη: ντομάτα/σοκολάτα. ~μένο: ψωμί. ~μένα: αμύγδαλα/καρότα. Πβ. ψιλοκόβω.|| ~μένη: κανέλα/φρυγανιά. ~μένο: κύμινο. Βλ. αλέθω. 3. πιέζω με τα χέρια μου, μαλάζω: ~ετε το αλεύρι με το βούτυρο/λάδι. 4. κάνω εντριβή: Αρρώστησε και την ~ψε με οινόπνευμα. Του ~ψε την πλάτη, γιατί ήταν πιασμένος. ● Παθ.: τρίβομαι 1. φθείρομαι, λιώνω από τη χρήση: Το παλτό έχει ~φτεί στους αγκώνες/στα μανίκια. ~μένο: τζιν. ~μένα: παπούτσια/ρούχα. 2. χαϊδεύομαι: Η γάτα ~εται στα πόδια του.|| ~όταν πάνω του. Βλ. κωλο~. 3. (μτφ.-προφ.) αποκτώ εμπειρία σε κάτι ύστερα από μακροχρόνια ενασχόληση: ~φτηκε στη δουλειά από μικρός.|| Έχει ~φτεί στη ζωή (: πέρασε πολλά). 4. {στο γ' πρόσ.} (συνήθ. για γλυκό) γίνεται μικρά κομμάτια πολύ εύκολα, θρυμματίζεται: Το μπισκότο ~εται. ● ΣΥΜΠΛ.: τριβόμενα σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. που παράγονται με στένεμα στη φωνητική οδό και ταυτόχρονη παραγωγή τριβής κατά τη δίοδο του αέρα: Στα ~ ~ ανήκουν τα [v], [s], [z]. [< αγγλ. fricative consonant, γαλλ. consonne fricative] ● ΦΡ.: τρίβω κάτι στα μούτρα/στη μούρη κάποιου 1. για επιδεικτική χρήση αποδεικτικών στοιχείων, όταν έχει προηγηθεί αμφισβήτηση των δυνατοτήτων ή της ειλικρίνειας: Όταν πάρω το πτυχίο, θα τους το ~ψω ~! 2. για προσβλητική απόρριψη προσφοράς: Τους ~ψαν την πρόταση ~., τρίβω τα μάτια μου (μτφ.): για κάτι απίστευτο ή αναπάντεχο: Θα δεις πόσο έχω αδυνατίσει και θα τρίβεις ~ σου!, ξύνεται/τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη/τσοπάνου βλ. γκλίτσα, τρίβω τα χέρια μου βλ. χέρι ● βλ. τετριμμένος [< 1, 2: αρχ. τρίβω] | |
| 51534 | τρίβωνας | τρί-βω-νας ουσ. (αρσ.) 1. (στην αρχαιότητα) μάλλινος χιτώνας. 2. ράσο μοναχού. [< 1: αρχ. τρίβων ‘φθαρμένος μανδύας’ 2: μεσν. ~ ] | |
| 51535 | τρίγαμος | , η τρί-γα-μος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που παντρεύεται για τρίτη φορά. Βλ. δίγαμος. [< αρχ. τρίγαμος] | |
| 51536 | τριγενής | , ής, ές τρι-γε-νής επίθ. {τριγεν-ούς | -είς, (ουδ. -ή)}: ΓΡΑΜΜ. (για επίθετο) που έχει τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο): Το "δυνατός, -ή, -ό" είναι ~ές.|| (ως ουσ.) Τα ~ή και δικατάληκτα σε -ής, -ές. Βλ. -γενής. [< μτγν. τριγενής] | |
| 51537 | τρίγκος | τρί-γκος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. το μεγαλύτερο πανί του καταρτιού της πλώρης. | |
| 51538 | τρίγλη | τρί-γλη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΙΧΘΥΟΛ. μπαρμπούνι. [< αρχ. τρίγλη, γαλλ. trigle] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ