| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51504 | τριανταριά | βλ. -αριά1, τριαντα- | |
| 51505 | τριανταρίζω | τρι-α-ντα-ρί-ζω ρ. (αμτβ.) {τριαντάρισα} (προφ.): γίνομαι τριάντα ετών, κλείνω τα τριάντα. | |
| 51506 | τριανταφυλλένιος | , ια, ιο τρι-α-ντα-φυλ-λέ-νιος επίθ. 1. που έχει τριαντάφυλλα ή σχετίζεται με αυτά: ~ιος: κήπος. ~ια: περιποίηση σώματος (: με εκχυλίσματα τριαντάφυλλου). ~ια: αρώματα (: κυρ. κρασιού). 2. που έχει χρώμα έντονο ροζ ή υφή απαλή σαν τριαντάφυλλο: ~ια: μάγουλα/χείλη. Πβ. ροδαλός, ρόδινος, τριανταφυλλής. Βλ. -ένιος. | |
| 51507 | τριανταφυλλής | , -ιά, -ί τρι-α-ντα-φυλ-λής επίθ. (προφ.): που έχει το χρώμα του ροζ τριαντάφυλλου: ~ιά: κορδέλα. ~ί: ύφασμα. ~ί: αποχρώσεις. Πβ. ρόδινος, τριανταφυλλένιος. ● Ουσ.: τριανταφυλλί (το) {άκλ.}: το αντίστοιχο χρώμα: απαλό/έντονο ~. Πβ. ροζέ. | |
| 51508 | τριανταφυλλιά | τρι-α-ντα-φυλ-λιά ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. αγκαθωτός θάμνος ή μικρό δέντρο (γένος Rosa), που έχει συνήθ. κόκκινα, ροζ, κίτρινα ή λευκά μυρωδάτα άνθη και καλλιεργείται ευρέως ως καλλωπιστικό φυτό: άγρια/αναρριχώμενη ~. Βλ. αγριο~. ● Υποκ.: τριανταφυλλίτσα (η) [< μεσν. τριανταφυλλιά] | |
| 51509 | τριαντάφυλλο | τρι-α-ντά-φυλ-λο ουσ. (ουδ.): ΒΟΤ. το λουλούδι της τριανταφυλλιάς: άγριο/άσπρο/κίτρινο/κόκκινο/μαγιάτικο/μοβ/μπλε/μπλε/πολύχρωμο/πορτοκαλί/ροζ/φούξια ~. Μπουμπούκι ~ου. Εκχυλίσματα από πέταλα ~ου. Ανθοδέσμη/μπουκέτο από ~α. Καλάθι με ~α. Tα μάγουλά της είναι (κόκκινα, ροδαλά) σαν ~α (= τριανταφυλλένια).|| Άρωμα/αφρόλουτρο/λικέρ/λουκούμια ~. Τον κέρασε ~ (: το γλυκό του κουταλιού, ροδοζάχαρη). ΣΥΝ. ρόδο ● Υποκ.: τριανταφυλλάκι (το) [< μεσν. τριαντάφυλλο(ν) (ῥόδον)] | |
| 51510 | τριανταφυλλόλαδο | τρι-α-ντα-φυλ-λό-λα-δο ουσ. (ουδ.): ροδέλαιο. | |
| 51511 | τριανταφυλλόνερο | τρι-α-ντα-φυλ-λό-νε-ρο ουσ. (ουδ.): ροδόνερο. ΣΥΝ. ροδόσταμο (1) | |
| 51512 | τριανταφυλλόξυλο | τρι-α-ντα-φυλ-λό-ξυ-λο ουσ. (ουδ.): ροδόξυλο. | |
| 51513 | τριαντάφυλλος | , η, ο βλ. τριαντα-, -φυλλος | |
| 51514 | τριαντάχρονος | , η, ο βλ. τριαντα-, -χρονος | |
| 51515 | τριαξονικός | , ή, ό βλ. -αξονικός, τρι- | |
| 51516 | τριάρα | τρι-ά-ρα ουσ. (θηλ.) (προφ.): σύνολο τριών όμοιων μονάδων: (στο ποδόσφαιρο) πρόκριση της ομάδας με ~ (= 3-0).|| (στρατιωτική αργκό:) Έφαγε (μια) ~ (= ποινή τριών ημερών). ● τριάρες (οι): ζαριά στην οποία και τα δύο ζάρια δείχνουν το τρία: Ρίχνω/φέρνω ~. Βλ. τεσσάρες. | |
| 51517 | τριάρι | τρι-ά-ρι ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. διαμέρισμα με τρία κύρια δωμάτια: ανακαινισμένο/γωνιακό/διαμπερές/επιπλωμένο/κεντρικό ~. ~ προς ενοικίαση/πώληση. Βλ. δυάρι. 2. οτιδήποτε αποτελείται ή χαρακτηρίζεται από τρεις μονάδες ή τρία ομοειδή στοιχεία: Έριξε ένα ~ (= τραπουλόχαρτο με τον αριθμό τρία).|| (ως επίθ.) Θα ενηλικιωθεί σε κανά ~ χρόνια. Βλ. -άρι. 3. ο βαθμός τρία ή (σε τυχερά παιχνίδια) επιτυχία τριών προβλέψεων: Πήρε ~ στο διαγώνισμα.|| Έπιασε ~ στο λόττο. Βλ. δεκα~. 4. ΑΘΛ. η θέση τρία στο μπάσκετ· συνεκδ. ο αθλητής που παίζει σε αυτή: ψηλό ~. Βασικό ~ στην ομάδα. Βλ. πεντάρι. ● Υποκ.: τριαράκι (το) | |
| 51518 | τριαρχία | τρι-αρ-χί-α ουσ. (θηλ.): τριανδρία. Βλ. -αρχία. [< μτγν. τριαρχία] | |
| 51519 | τριατομικός | , ή, ό τρι-α-το-μι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για μόριο) που αποτελείται από τρία άτομα: ~ό: οξυγόνο (= το όζον). Βλ. μονο-, δι-, πολυ-ατομικός. [< γαλλ. triatomique, αγγλ. triatomic] | |
| 51520 | τριβέας | τρι-βέ-ας ουσ. (αρσ.) {τριβ-είς, -έων} 1. ΜΗΧΑΝΟΛ. μεταλλικό εξάρτημα μηχανής το οποίο στηρίζει άτρακτο ή άλλο στρεφόμενο τμήμα μηχανής: ωστικός ~. Κυλινδρικοί ~είς. 2. ΤΕΧΝΟΛ. μηχάνημα για τη λείανση ή τον καθαρισμό επιφανειών. ● ΣΥΜΠΛ.: ένσφαιρος τριβέας βλ. ένσφαιρος [< μτγν. τριβεύς, γαλλ. coussinet, palier] | |
| 51521 | τριβείο | [τριβεῖο] τρι-βεί-ο ουσ. (ουδ.) ΤΕΧΝΟΛ. 1. εργαλείο ή μηχάνημα για τη λείανση στερεών υλικών: έκκεντρο/επαγγελματικό/παλμικό ~. Ηλεκτρικά ~α. ~ αέρος/ταινίας/φινιρίσματος. ~ τοίχων. ~ με ιμάντα. Πβ. πλάνη2. 2. (σπάν.-κυρ. παλαιότ.) μηχάνημα για κονιορτοποίηση. | |
| 51522 | τριβέλι | τρι-βέ-λι ουσ. (ουδ.) 1. (μτφ.) έντονη και βασανιστική σκέψη, ανησυχία, σκοτούρα: Η αποτυχία του έγινε ~ (: έγνοια, στενοχώρια). 2. ΤΕΧΝΟΛ. ΤΡΟΦ. είδος ζυμαρικού με κοντό σπειροειδές σχήμα: (ΜΑΓΕΙΡ.) ~ με γαρίδες. Κοτόπουλο με ~. 3. ΤΕΧΝΟΛ.τριβέλα & (λαϊκό-παρωχ.) τριβέλι τρυπάνι. [< 3: μεσν. τριβέλ(λ)ιον < τρεβέλιον < λατ. terebellum] | |
| 51524 | τριβέλισμα | τρι-βέ-λι-σμα ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): ενόχληση, ταλαιπωρία. Πβ. βάσανο. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ