| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51525 | τριβή | τρι-βή ουσ. (θηλ.) 1. ΦΥΣ. δύναμη αντίστασης που ασκείται στην επιφάνεια επαφής δύο σωμάτων, όταν το ένα κινείται πάνω στο άλλο: εξωτερική/εσωτερική ~. Κινητική/στατική ~. ~ κύλισης/ολίσθησης. Γωνία/δύναμη/νόμοι της/ροπή της/συντελεστής ~ής.|| Η ~ των ελαστικών/του σώματος Α. ~ στον αέρα/στο έδαφος/στο νερό/στον πάγο. Υψηλή αντοχή σε ~. Υλικό ~ής. 2. (μτφ.-λόγ.) απόκτηση πείρας ύστερα από μακροχρόνια ενασχόληση: η ~ με την πραγματικότητα. Δεν έχει ~/του λείπει η ~ με τον κόσμο. Η ουσιαστική γνώση αποκτάται μέσα από την ~ με το εκάστοτε αντικείμενο. 3. (μτφ.-λόγ.) προστριβή, διαμάχη: Βρίσκονται/είναι σε συνεχή ~ και ένταση. Οι οικονομικές δυσκολίες δημιουργούσαν/προκαλούσαν ~ές στην οικογένεια. ● ΣΥΜΠΛ.: σημείο τριβής (μτφ.): ζήτημα για το οποίο υπάρχει έντονη διαφωνία, αντιπαράθεση, σύγκρουση απόψεων: Οι αυξήσεις αποτελούν/παραμένουν (μόνιμο) ~ ~ μεταξύ εργαζομένων και εργοδοτών. Τα ~α ~ στις σχέσεις των δύο χωρών., ανεργία τριβής βλ. ανεργία [< αρχ. τριβή ‘φθορά, εμπειρία, αναβολή, απασχόληση’, γαλλ. friction, frottement] | |
| 51526 | τριβίδι | τρι-βί-δι ουσ. (ουδ.) (λαϊκό): μικρό εργαλείο για τη λείανση επιφανειών. Πβ. πλάνη2. Βλ. -ίδι. | |
| 51527 | τριβόλι | τρι-βό-λι ουσ. (ουδ.) 1. ΒΟΤ. {συνήθ. στον πληθ.} τρίβολος: Ο κήπος γέμισε ~ια. 2. (μτφ.) ζωηρό, άτακτο ή ενοχλητικό παιδί: Δεν ηρεμεί με τίποτα το ~! ΣΥΝ. ζιζάνιο (2) [< μεσν. τριβόλι(ο)ν] | |
| 51528 | τριβολίζω | βλ. τριβελίζω | |
| 51529 | τριβολογία | τρι-βο-λο-γί-α ουσ. (θηλ.): ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. κλάδος που ασχολείται με τα φαινόμενα τα οποία σχετίζονται με την τριβή των υλικών, τη φθορά και τη λίπανση. Βλ. -λογία. [< αγγλ. tribology, 1966, γαλλ. tribologie, 1972] | |
| 51530 | τριβολογικός | , ή, ό τρι-βο-λο-γι-κός επίθ.: ΦΥΣ. -ΜΗΧΑΝ. που σχετίζεται με την τριβολογία: ~ή: συµπεριφορά (υλικού). ~ές: ιδιότητες. [< αγγλ. tribological, 1966] | |
| 51531 | τρίβολος | τρί-βο-λος ουσ. (αρσ.) {τριβόλ-ου} 1. ΒΟΤ. αγριόχορτο (επιστ. ονομασ. tribulus terrestris) με αγκάθια, μικρά λευκοκίτρινα άνθη και χαμηλό βλαστό: ~ ο χερσαίος. Βλ. ζιζάνιο, κολλιτσίδα. ΣΥΝ. τριβόλι (1) 2. (μτφ.) δυσκολία, πρόβλημα: Στην πορεία της συνάντησε ~ους και παγίδες. 3. (μτφ.) δύναμη του κακού. ● ΦΡ.: διά(β)ολοι/δια(β)όλοι και τρίβολοι/τριβόλοι βλ. διάβολος [< 1: αρχ. τρίβολος 2,3: παρετυμ. τρι- κατά το διάβολος] | |
| 51532 | τρίβραχυς | τρί-βρα-χυς ουσ. (αρσ.): ΜΕΤΡ. μετρικός πόδας της αρχαίας ελληνικής ποίησης που απαρτίζεται από τρεις βραχείες συλλαβές. [< μτγν. τρίβραχυς] | |
| 51533 | τρίβω | τρί-βω ρ. (μτβ.) {έτρι-ψα, τρί-ψει, τρί-φτηκα, -φτεί, τρίβ-οντας, -όμενος, τριμ-μένος κ. τετριμμένος} 1. κινώ ή σύρω πολλές φορές ένα σώμα πάνω σε άλλο, ασκώντας πίεση: ~ψε τα μάρμαρα. Η επιφάνεια ~φτηκε με σκληρό σφουγγάρι/με συρματόβουρτσα. Το ξύλο ~φτηκε με γυαλόχαρτο. Βλ. λειαίνω.|| (σε συνταγές) ~ετε το κρέας με λεμόνι.|| Έτριβε τα μάτια του από τη νύστα. Έτριβε τα χέρια του για να ζεσταθεί. ~φτηκε με την πετσέτα.|| Τρίψτε το λεκέ απαλά/ελαφρά με ένα πανί. ~ το νεροχύτη/τα πλακάκια του μπάνιου/τα ρούχα (: καθαρίζω).|| ~ τα ασημικά/το παρκέ (: γυαλίζω). 2. μετατρέπω σε τρίμματα ή σκόνη: ~ το κρεμμύδι/τον πάγο/το πιπέρι. ~ετε τα κολοκυθάκια/το τυρί στον τρίφτη. ~μένη: ντομάτα/σοκολάτα. ~μένο: ψωμί. ~μένα: αμύγδαλα/καρότα. Πβ. ψιλοκόβω.|| ~μένη: κανέλα/φρυγανιά. ~μένο: κύμινο. Βλ. αλέθω. 3. πιέζω με τα χέρια μου, μαλάζω: ~ετε το αλεύρι με το βούτυρο/λάδι. 4. κάνω εντριβή: Αρρώστησε και την ~ψε με οινόπνευμα. Του ~ψε την πλάτη, γιατί ήταν πιασμένος. ● Παθ.: τρίβομαι 1. φθείρομαι, λιώνω από τη χρήση: Το παλτό έχει ~φτεί στους αγκώνες/στα μανίκια. ~μένο: τζιν. ~μένα: παπούτσια/ρούχα. 2. χαϊδεύομαι: Η γάτα ~εται στα πόδια του.|| ~όταν πάνω του. Βλ. κωλο~. 3. (μτφ.-προφ.) αποκτώ εμπειρία σε κάτι ύστερα από μακροχρόνια ενασχόληση: ~φτηκε στη δουλειά από μικρός.|| Έχει ~φτεί στη ζωή (: πέρασε πολλά). 4. {στο γ' πρόσ.} (συνήθ. για γλυκό) γίνεται μικρά κομμάτια πολύ εύκολα, θρυμματίζεται: Το μπισκότο ~εται. ● ΣΥΜΠΛ.: τριβόμενα σύμφωνα: ΓΡΑΜΜ. που παράγονται με στένεμα στη φωνητική οδό και ταυτόχρονη παραγωγή τριβής κατά τη δίοδο του αέρα: Στα ~ ~ ανήκουν τα [v], [s], [z]. [< αγγλ. fricative consonant, γαλλ. consonne fricative] ● ΦΡ.: τρίβω κάτι στα μούτρα/στη μούρη κάποιου 1. για επιδεικτική χρήση αποδεικτικών στοιχείων, όταν έχει προηγηθεί αμφισβήτηση των δυνατοτήτων ή της ειλικρίνειας: Όταν πάρω το πτυχίο, θα τους το ~ψω ~! 2. για προσβλητική απόρριψη προσφοράς: Τους ~ψαν την πρόταση ~., τρίβω τα μάτια μου (μτφ.): για κάτι απίστευτο ή αναπάντεχο: Θα δεις πόσο έχω αδυνατίσει και θα τρίβεις ~ σου!, ξύνεται/τρίβεται στη γκλίτσα του τσοπάνη/τσοπάνου βλ. γκλίτσα, τρίβω τα χέρια μου βλ. χέρι ● βλ. τετριμμένος [< 1, 2: αρχ. τρίβω] | |
| 51534 | τρίβωνας | τρί-βω-νας ουσ. (αρσ.) 1. (στην αρχαιότητα) μάλλινος χιτώνας. 2. ράσο μοναχού. [< 1: αρχ. τρίβων ‘φθαρμένος μανδύας’ 2: μεσν. ~ ] | |
| 51535 | τρίγαμος | , η τρί-γα-μος επίθ./ουσ.: (για πρόσ.) που παντρεύεται για τρίτη φορά. Βλ. δίγαμος. [< αρχ. τρίγαμος] | |
| 51536 | τριγενής | , ής, ές τρι-γε-νής επίθ. {τριγεν-ούς | -είς, (ουδ. -ή)}: ΓΡΑΜΜ. (για επίθετο) που έχει τρία γένη (αρσενικό, θηλυκό, ουδέτερο): Το "δυνατός, -ή, -ό" είναι ~ές.|| (ως ουσ.) Τα ~ή και δικατάληκτα σε -ής, -ές. Βλ. -γενής. [< μτγν. τριγενής] | |
| 51537 | τρίγκος | τρί-γκος ουσ. (αρσ.): ΝΑΥΤ. το μεγαλύτερο πανί του καταρτιού της πλώρης. | |
| 51538 | τρίγλη | τρί-γλη ουσ. (θηλ.) (αρχαιοπρ.): ΙΧΘΥΟΛ. μπαρμπούνι. [< αρχ. τρίγλη, γαλλ. trigle] | |
| 51539 | τριγλυκερίδια | τρι-γλυ-κε-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ίων}: ΒΙΟΧ. εστέρες που αποτελούνται από ένα μόριο γλυκερίνης και τρία μόρια ίδιων ή διαφορετικών λιπαρών οξέων και περιέχονται στις φυτικές τροφές και στους ζωικούς οργανισμούς· τα υψηλά επίπεδά τους στο ανθρώπινο αίμα αυξάνουν τον κίνδυνο εγκεφαλικών επεισοδίων και καρδιακών προβλημάτων. Βλ. χοληστερίνη. [< αγγλ. triglycerides, γαλλ. triglycérides, 1964] | |
| 51540 | τρίγλυφο | τρί-γλυ-φο ουσ. (ουδ.) {τριγλύφ-ου} & τρίγλυφος (η): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (στον δωρικό ρυθμό) ορθογώνια μαρμάρινη συνήθ. πλάκα με τρεις κάθετες γλυφές που βρίσκεται μεταξύ δύο μετοπών πάνω από το επιστύλιο. Βλ. ζωφόρος. [< αρχ. τρίγλυφος] | |
| 51541 | τριγλωσσία | τρι-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. (για ομιλητή ή γλωσσική κοινότητα) χρήση τριών γλωσσών στην καθημερινή επικοινωνία. Βλ. διγλωσσία, -γλωσσία. 2. (μτφ.) ύπαρξη τριών διαφορετικών απόψεων για το ίδιο θέμα: ασυνεννοησία και ~ των υπευθύνων. Βλ. πολυγλωσσία. [< 1: γαλλ. triglossie, αγγλ. trilingualism, 1934] | |
| 51542 | τρίγλωσσος | , η, ο τρί-γλωσ-σος επίθ. 1. που έχει γραφτεί σε τρεις γλώσσες: ~ος: κατάλογος. ~η: έκδοση/μετάφραση. ~ο: βιβλίο/λεξικό. Βλ. -γλωσσος. 2. που χρησιμοποιεί τρεις γλώσσες άριστα: ~ος: μεταφραστής/πληθυσμός. 3. (σπανιότ.) που φέρει τρεις προεξοχές οι οποίες μοιάζουν με γλώσσες: ~α: βέλη. [< 1,2: γαλλ. trilingue, αγγλ. trilingual] | |
| 51543 | τριγλώχινα | τρι-γλώ-χι-να ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) τριγλώχιν {τριγλώχιν-ος}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η καρδιακή βαλβίδα που αποτελείται από τρεις γλωχίνες και βρίσκεται μεταξύ δεξιού κόλπου και δεξιάς κοιλίας: ανεπάρκεια ~ος. [< αρχ. τριγλώχιν < τριγλώχις ‘που έχει τρεις αιχμές (για βέλος)’] | |
| 51544 | τριγμός | τριγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. τρίξιμο και κατ' επέκτ. ταρακούνημα: (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών (πβ. βρυγμός, βλ. τρισμός).|| Ενοχλητικοί/έντονοι ~οί στο ταμπλό (αυτοκινήτου). Απουσία/αποφυγή/εμφάνιση/μείωση/προβλήματα ~ών. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) απειλητικό σημάδι για την κατάσταση ή πορεία ενός θεσμού, προμήνυμα ανατροπής ή διάλυσής του: ~οί στην αγορά ακινήτων/στα θεμέλια (της κοινωνίας/παράταξης)/στην οικονομία. Εσωκομματικοί/μετεκλογικοί ~οί. Σοβαροί ~οί για την κυβέρνηση. Εν μέσω ~ών έγινε η σύνοδος. ~ούς προκαλεί το ασφαλιστικό. Πβ. διασάλευση, δόνηση, κλυδωνισμός, κραδασμός. [< 1: αρχ. τριγμός] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ