| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51539 | τριγλυκερίδια | τρι-γλυ-κε-ρί-δι-α ουσ. (ουδ.) (τα) {-ων (λόγ.) -ίων}: ΒΙΟΧ. εστέρες που αποτελούνται από ένα μόριο γλυκερίνης και τρία μόρια ίδιων ή διαφορετικών λιπαρών οξέων και περιέχονται στις φυτικές τροφές και στους ζωικούς οργανισμούς· τα υψηλά επίπεδά τους στο ανθρώπινο αίμα αυξάνουν τον κίνδυνο εγκεφαλικών επεισοδίων και καρδιακών προβλημάτων. Βλ. χοληστερίνη. [< αγγλ. triglycerides, γαλλ. triglycérides, 1964] | |
| 51540 | τρίγλυφο | τρί-γλυ-φο ουσ. (ουδ.) {τριγλύφ-ου} & τρίγλυφος (η): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. (στον δωρικό ρυθμό) ορθογώνια μαρμάρινη συνήθ. πλάκα με τρεις κάθετες γλυφές που βρίσκεται μεταξύ δύο μετοπών πάνω από το επιστύλιο. Βλ. ζωφόρος. [< αρχ. τρίγλυφος] | |
| 51541 | τριγλωσσία | τρι-γλωσ-σί-α ουσ. (θηλ.) 1. ΓΛΩΣΣ. (για ομιλητή ή γλωσσική κοινότητα) χρήση τριών γλωσσών στην καθημερινή επικοινωνία. Βλ. διγλωσσία, -γλωσσία. 2. (μτφ.) ύπαρξη τριών διαφορετικών απόψεων για το ίδιο θέμα: ασυνεννοησία και ~ των υπευθύνων. Βλ. πολυγλωσσία. [< 1: γαλλ. triglossie, αγγλ. trilingualism, 1934] | |
| 51542 | τρίγλωσσος | , η, ο τρί-γλωσ-σος επίθ. 1. που έχει γραφτεί σε τρεις γλώσσες: ~ος: κατάλογος. ~η: έκδοση/μετάφραση. ~ο: βιβλίο/λεξικό. Βλ. -γλωσσος. 2. που χρησιμοποιεί τρεις γλώσσες άριστα: ~ος: μεταφραστής/πληθυσμός. 3. (σπανιότ.) που φέρει τρεις προεξοχές οι οποίες μοιάζουν με γλώσσες: ~α: βέλη. [< 1,2: γαλλ. trilingue, αγγλ. trilingual] | |
| 51543 | τριγλώχινα | τρι-γλώ-χι-να ουσ. (θηλ.) & (λόγ.) τριγλώχιν {τριγλώχιν-ος}: ΑΝΑΤ.-ΙΑΤΡ. η καρδιακή βαλβίδα που αποτελείται από τρεις γλωχίνες και βρίσκεται μεταξύ δεξιού κόλπου και δεξιάς κοιλίας: ανεπάρκεια ~ος. [< αρχ. τριγλώχιν < τριγλώχις ‘που έχει τρεις αιχμές (για βέλος)’] | |
| 51544 | τριγμός | τριγ-μός ουσ. (αρσ.) (λόγ.) 1. τρίξιμο και κατ' επέκτ. ταρακούνημα: (ΙΑΤΡ.) ~ των δοντιών (πβ. βρυγμός, βλ. τρισμός).|| Ενοχλητικοί/έντονοι ~οί στο ταμπλό (αυτοκινήτου). Απουσία/αποφυγή/εμφάνιση/μείωση/προβλήματα ~ών. Δεν ακούστηκε ο παραμικρός ~. 2. {συνήθ. στον πληθ.} (μτφ.) απειλητικό σημάδι για την κατάσταση ή πορεία ενός θεσμού, προμήνυμα ανατροπής ή διάλυσής του: ~οί στην αγορά ακινήτων/στα θεμέλια (της κοινωνίας/παράταξης)/στην οικονομία. Εσωκομματικοί/μετεκλογικοί ~οί. Σοβαροί ~οί για την κυβέρνηση. Εν μέσω ~ών έγινε η σύνοδος. ~ούς προκαλεί το ασφαλιστικό. Πβ. διασάλευση, δόνηση, κλυδωνισμός, κραδασμός. [< 1: αρχ. τριγμός] | |
| 51545 | τριγύρα | βλ. τριγύρω | |
| 51546 | τριγυρίζω | τρι-γυ-ρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {τριγύρι-σα, τριγυρί-σει, τριγυρίζ-οντας, τριγυρι-σμένος} & τριγυρνώ & τριγυρνάω 1. πηγαίνω εδώ και εκεί, περιφέρομαι: ~ άσκοπα/έξω. ~ει στη γειτονιά. ~ε χθες βράδυ στα καφενεία. Πβ. αλητεύω, αλωνίζω, περιδιαβαίνω.|| (κατ' επέκτ.) ~ στο διαδίκτυο. Πβ. περιηγούμαι.|| (μτφ.) Μια σκέψη ~ει στο μυαλό μου. 2. (μτφ.-συνήθ. αρνητ. συνυποδ.) προσεγγίζω κάποιον με επιμονή και συνήθ. ιδιοτέλεια: Τον ~ουν για να τον κληρονομήσουν. Την ~ει πολύ τελευταία (πβ. πολιορκώ, φλερτάρω). ΣΥΝ. γυροφέρνω (1), περιτριγυρίζω (2) 3. (για ασθένεια) εκδηλώνω τα πρώτα συμπτώματα: Την ~ει (= γυροφέρνει) γρίπη. 4. {κυρ. μεσοπαθ.} περιβάλλω κάτι: Η πεδιάδα ~εται από βουνά/δάσος. Χωριό ~σμένο από έλατα. Πβ. περικυκλώνω. ΣΥΝ. περιτριγυρίζω (1) [< μεσν. τριγυρίζω] | |
| 51547 | τριγυρινός | , ή, ό τρι-γυ-ρι-νός επίθ. (λαϊκό): που βρίσκεται γύρω από κάτι ή κοντά σε αυτό: ~ά: νησιά/χωριά.|| (ως ουσ.) Ήταν διαφορετικός από τους ~ούς του (πβ. τριγύρω). | |
| 51548 | τριγύρισμα | τρι-γύ-ρι-σμα ουσ. (ουδ.): η ενέργεια και το αποτέλεσμα του τριγυρίζω: ~ με το ποδήλατο.|| (μτφ.) ~ γύρω από τα ίδια θέματα. [< μεσν. τριγύρισμα] | |
| 51549 | τριγυρίστρα | τρι-γυ-ρί-στρα ουσ. (θηλ.) 1. (οικ.) γυναίκα που της αρέσει να τριγυρίζει, να κάνει βόλτες άσκοπα: Είναι ~· ποτέ δεν μένει σπίτι. Πβ. σουρτούκα. 2. ΙΑΤΡ. (σπάν.) περίδρομος. | |
| 51550 | τριγυρνώ | & τριγυρνάω βλ. τριγυρίζω | |
| 51551 | τριγύρω | τρι-γύ-ρω επίρρ. & (λογοτ.) τριγύρα: γύρω-γύρω: Ρίξε μια ματιά ~. Οικισμοί ~ από τη λίμνη. Τα παιδιά μαζεύτηκαν ~ της. Φωνές από ~.|| (ως επίθ.) H ~ περιοχή. Τα ~ σπίτια.|| (με επίρρ.) Παντού ~ τους υπήρχαν δέντρα. Πβ. ολόγυρα. ● Ουσ.: τριγύρω (οι): οι κοντινοί άνθρωποι, οι φίλοι κάποιου ή οι γείτονες: Ποτέ δεν άκουσε τους ~ του. Ζήτησε βοήθεια από τους ~. Πβ. τριγυρινός. ● ΦΡ.: εδώ/εκεί/κάπου γύρω/τριγύρω: με αόριστη αναφορά στη γύρω περιοχή: Πρέπει να μένει ~ ~. [< μεσν. τριγύρω] | |
| 51552 | τριγωνέλα | τρι-γω-νέ-λα ουσ. (θηλ.): ΒΟΤ. μονοετής πόα (επιστ. ονομασ. Trigonella foenum-graecum) με άσπρα, κίτρινα ή γαλάζια άνθη και έντονο άρωμα, που χρησιμοποιείται ως φαρμακευτικό βότανο και οι σπόροι της ως μπαχαρικό. [< γαλλ. trigonelle < νεολατ. trigonella < λατ. trigonum] | |
| 51553 | τριγωνίζω | τρι-γω-νί-ζω ρ. (μτβ.) {τριγωνίσει} 1. ΑΣΤΡΟΛ. σχηματίζω νοητό τρίγωνο στον αστρολογικό χάρτη: Η Σελήνη ~ει τον Ερμή. 2. (σπάν.) δίνω σε κάτι τριγωνική μορφή. Βλ. τετραγωνίζω. [< μτγν. τριγωνίζω] | |
| 51554 | τριγωνικός | , ή, ό τρι-γω-νι-κός επίθ.: που έχει σχήμα τριγώνου: ~ός: επίδεσμος/πίνακας. ~ή: βάση/πυραμίδα/σημαία. ~ό: διάγραμμα/πρίσμα.|| ~ή: συναλλαγή (: δύο ενδιαφερομένων μέσω τρίτου).|| (ΓΕΩΜ.) ~ή: ανισότητα.|| (ΑΘΛ., στο μπάσκετ) ~ή: επίθεση. [< μτγν. τριγωνικός, γαλλ. triangulaire, αγγλ. triangular] | |
| 51555 | τριγωνισμός | τρι-γω-νι-σμός ουσ. (αρσ.): ΓΕΩΔ. νοητός διαχωρισμός της επιφάνειας της Γης σε τρίγωνα, συνήθ. για την ακριβή χαρτογράφησή της. Βλ. -ισμός. [< μτγν. τριγωνισμός, γαλλ. triangulation] | |
| 51556 | τρίγωνο | τρί-γω-νο ουσ. (ουδ.) {τριγών-ου} 1. ΓΕΩΜ. γεωμετρικό σχήμα με τρεις πλευρές, τρεις κορυφές και τρεις γωνίες: ισόπλευρο/ισοσκελές ~. Τυχαίο ~ (= σκαληνό). Bάση/διάμεσος/εμβαδόν/ύψος ~ου.|| Σφαιρικό ~ (: που σχηματίζεται από τρία τόξα στην επιφάνεια σφαίρας). 2. (κατ' επέκτ.) οτιδήποτε έχει τριγωνικό σχήμα: Κόψτε κάθε τετράγωνο κομμάτι σε δύο ~α. Διπλώνετε τις κρέπες σε ~α.|| (ΓΕΩΜ., γνώμονας) Σχεδιάστε με το ~ δύο γωνίες.|| (ΙΑΤΡ.) Μηριαίο ~.|| (ΑΣΤΡΟΝ.) Βόρειο/νότιο ~ (: μικροί αστερισμοί στο αντίστοιχο ημισφαίριο). ~ θέσεως (: στην ουράνια σφαίρα).|| Το εμπορικό/ιστορικό ~ της Αθήνας. 3. ΖΑΧΑΡ. σιροπιαστό γλυκό με φύλλο κρούστας και γέμιση κρέμας σε τριγωνικό σχήμα: ~α Πανοράματος (Θεσσαλονίκης). 4. ΜΟΥΣ. απλό μεταλλικό μουσικό όργανο που έχει σχήμα τριγώνου, κρούεται στην εσωτερική του πλευρά με μικρή μεταλλική βέργα και χρησιμοποιείται συνήθ. στα κάλαντα. 5. ξυλουργικό εργαλείο για τη μέτρηση δίεδρων γωνιών. ΣΥΝ. γωνία (3) ● Υποκ.: τριγωνάκι (το) ● ΣΥΜΠΛ.: ερωτικό τρίγωνο & αιώνιο/κλασικό τρίγωνο & τρίγωνο: κατάσταση κατά την οποία ένας από τους δύο συζύγους ή γενικότ. συντρόφους συνδέεται ερωτικά και με τρίτο πρόσωπο. Πβ. ιψενικό τρίγωνο, τρίο. [< αγγλ. (eternal) triangle, 1907] , προειδοποιητικό τρίγωνο & (προφ.) τρίγωνο: φωτεινό σήμα που τοποθετείται στο οδόστρωμα πίσω από όχημα το οποίο έχει σταματήσει λόγω βλάβης: Αντανακλαστικό Τρίγωνο Αυτοκινήτου. [< αγγλ. warning triangle, 1971] , αμβλυγώνιο τρίγωνο βλ. αμβλυγώνιος, ανακουφιστικό τόξο/τρίγωνο βλ. ανακουφιστικός, ιψενικό τρίγωνο βλ. ιψενικός, οξυγώνιο τρίγωνο βλ. οξυγώνιος, ορθογώνιο τρίγωνο βλ. ορθογώνιος, σκαληνό τρίγωνο βλ. σκαληνός [< 1, 2: αρχ. τρίγωνον, γαλλ.-αγγλ. triangle] | |
| 51557 | τριγωνοειδής | , ής, ές τρι-γω-νο-ει-δής επίθ. (επιστ.): του οποίου το σχήμα είναι όμοιο με τρίγωνο: ~ές: έμβολο. Βλ. -ειδής. [< αρχ. τριγωνοειδής, αγγλ. trigonoid] | |
| 51558 | τριγωνομέτρηση | τρι-γω-νο-μέ-τρη-ση ουσ. (θηλ.): ΓΕΩΔ. τρόπος εντοπισμού ενός σημείου με τη χρήση τριγώνου ή με το νοητό σχηματισμό τριγώνων σε χάρτη: Με ~ βρέθηκε η ακριβής θέση του πομπού. Βλ. -μέτρηση. |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ