| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51559 | τριγωνομετρία | τρι-γω-νο-με-τρί-α ουσ. (θηλ.): ΜΑΘ. κλάδος που ασχολείται με τη μελέτη ειδικών συναρτήσεων των γωνιών και των πλευρών ενός τριγώνου και την εφαρμογή τους σε προβλήματα, τα οποία η γεωμετρία αδυνατεί να λύσει: επίπεδη/σφαιρική ~. Βλ. -μετρία. [< γαλλ. trigonométrie, αγγλ. trigonometry] | |
| 51560 | τριγωνομετρικός | , ή, ό τρι-γω-νο-με-τρι-κός επίθ.: ΜΑΘ. που σχετίζεται με την τριγωνομετρία: ~ός: κύκλος/τύπος. ~ή: μορφή/σειρά/υψομετρία. ~ό: δίκτυο/σημείο. ~οί: υπολογισμοί. ~ές: εξισώσεις/σχέσεις/ταυτότητες. ● ΣΥΜΠΛ.: τριγωνομετρικές συναρτήσεις & κυκλικές συναρτήσεις: οι έξι βασικές συναρτήσεις γωνίας ή τόξου: γραφική παράσταση ~ών ~ων., τριγωνομετρικοί αριθμοί: το σύνολο των έξι αριθμών που σχετίζονται με γωνία ή τόξο (ημίτονο, συνημίτονο, εφαπτομένη, συνεφαπτομένη, τέμνουσα και συντέμνουσα): χρήση ~ών ~ών για επίλυση προβλημάτων. [< γαλλ. trigonométrique, αγγλ. trigonometrical] | |
| 51561 | τρίγωνος | , η, ο βλ. -γωνος, τρι- | |
| 51562 | τριδάκτυλος | , η, ο & τριδάχτυλος βλ. -δάκτυλος, τρι- | |
| 51563 | τρίδιπλος | , η, ο τρί-δι-πλος επίθ. 1. που είναι διπλωμένος στα τρία: ~ο: σεντόνι. 2. τριπλάσιος. 3. υπερβολικά ογκώδης: Με τόσο που τρώει έχει γίνει ~! ● ΦΡ.: διπλά και τρίδιπλα: διπλάσια και ακόμη παραπάνω: Αξίζει ~ ~ συγχαρητήρια.|| (ως επίρρ.) Πληρώνει ~ ~ για ... | |
| 51564 | τρίδυμος | , ος/η, ο τρί-δυ-μος επίθ. 1. που γεννήθηκε μαζί με δύο ακόμα αδέρφια με διαφορά λίγων λεπτών κατά τον ίδιο τοκετό: ~α: αγόρια/κορίτσια.|| ~η: κύηση (: με τρία έμβρυα). Βλ. -δυμος. 2. τριπλός. ● Ουσ.: τρίδυμο (το) (προφ.) 1. τρία άτομα που έχουν στενή συνεργασία ή εμφανίζονται συχνά μαζί: Νίκησε πάλι το ~ της επιτυχίας. Βλ. δίδυμο. 2. παιχνίδι στον ιππόδρομο που περιλαμβάνει ποντάρισμα στον συνδυασμό των τριών αλόγων που τερματίζουν πρώτα σε τυχαία ή μη σειρά., τρίδυμοι/τρίδυμες/τρίδυμα (οι/οι/τα) {τριδύμ-ων}: τρία αδέρφια που γεννιούνται από την ίδια κύηση: Γέννησε ~α. Βλ. δίδυμοι/δίδυμες/δίδυμα. ● ΣΥΜΠΛ.: τρίδυμο νεύρο & τρίδυμο {τριδύμ-ου}: ΑΝΑΤ. η πέμπτη εγκεφαλική συζυγία που αποτελείται από νεύρα για την κίνηση και την αίσθηση του προσώπου: νευραλγία ~ου. [< αγγλ. trigeminal (nerve)] , τρίδυμος λαχνός & (προφ.) τρίδυμο (το): τρεις λαχνοί τριών διαδοχικών σειρών που προσδιορίζονται μετά από κλήρωση ενός αριθμού σε μια από τις σειρές που κυκλοφορούν: Κληρώθηκε ο αριθμός ... της πέμπτης σειράς, οπότε κερδίζει ο ίδιος αριθμός της τέταρτης και της έκτης σειράς. [< μτγν. τρίδυμος] | |
| 51565 | τριεδρικός | , ή, ό τρι-ε-δρι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που εκλέγει τρεις βουλευτές: ~ή: περιφέρεια. 2. ΓΕΩΜ. που έχει τρεις έδρες με κοινή κορυφή: ~ή: αιχμή. Βλ. -εδρικός. | |
| 51566 | τρίεδρος | , ος/η, ο βλ. -εδρος, τρι- | |
| 51567 | τριεθνής | , ής, ές τρι-ε-θνής επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται ή ανήκει σε τρία έθνη: ~ής: στόλος/στρατός. ~ής: συνάντηση/συνεργασία. ~ές: τουρνουά. Βλ. -εθνής. ● Ουσ.: τριεθνές (το): μέρος όπου συναντώνται τα σύνορα τριών χωρών: το ~ του Έβρου/των Πρεσπών. | |
| 51568 | τριετής | , ής, ές βλ. -ετής, τρι- | |
| 51569 | τριετία | βλ. -ετία, τρι- & τρί- | |
| 51570 | τριζάτος | , η, ο [τριζᾶτος] τρι-ζά-τος επίθ. 1. (λαϊκό) που τρίζει: ~ο: πάτωμα. 2. (αργκό) καινούργιος ή πολύ επιμελημένος: ~ο: μπουφάν. ~α: παπούτσια. Βλ. -άτος. | |
| 51571 | τριζοβόλημα | τρι-ζο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): έντονο και συνεχόμενο τρίξιμο. | |
| 51572 | τριζοβολώ | [τριζοβολῶ] τρι-ζο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {τριζοβολ-ά, -ούν, -ούσε} (λογοτ.): τρίζω πολύ και συνεχώς: Τα ξύλα ~ούσαν στη φωτιά. Βλ. -βολώ. | |
| 51573 | τριζόνι | τρι-ζό-νι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος γρύλου με κοντά πόδια και σκούρο καφέ, σταχτί ή πράσινο χρώμα. | |
| 51574 | τρίζοντες | τρί-ζο-ντες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. τρίζων}: ΙΑΤΡ. ρόγχοι μικρής διάρκειας με μη μουσικό ήχο, που αποτελούν σύμπτωμα της λοβώδους πνευμονίας: εισπνευστικοί ~. | |
| 51575 | τρίζω | τρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτριξ-ε, τρίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. παράγω ξηρό, οξύ και ενοχλητικό ήχο: ~ει το αυτοκίνητο/το κάθισμα/το πάτωμα/η πόρτα/η σκάλα. ~ουν τα παράθυρα/τα φρένα (πβ. στριγκλίζω). ~ξαν τα τζάμια από την ισχυρή έκρηξη.|| ~ει τα δόντια στον ύπνο της (βλ. βρυγμός). Πβ. κροταλίζει. 2. (μτφ.) κινδυνεύω να καταρρεύσω, κλονίζομαι: ~ουν τα θεμέλια της δημοκρατίας/του συστήματος. ● ΦΡ.: θα τρίζουν τα κόκαλά του (μτφ.-ειρων.): για νεκρό που η συμπεριφορά ή οι πράξεις των επιγόνων του δεν τιμούν το όνομα και το έργο του. Πβ. θα στριφογυρίζει στον τάφο του., τρίζω τα δόντια (σε κάποιον) (προφ.): μιλώ απειλητικά, εκφοβιστικά: Πρέπει να του ~ξεις ~!, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, τρίζει η καρέκλα (κάποιου) βλ. καρέκλα [< 1: αρχ. τρίζω] | |
| 51576 | τριήμερος | , η, ο τρι-ή-με-ρος επίθ. & (λαϊκό) τρίμερος: που έχει διάρκεια τριών ημερών. Βλ. -ήμερος. ● Ουσ.: τριήμερα (τα): η τρίτη ημέρα μετά τον θάνατο κάποιου και συνεκδ. το τρισάγιο που ψάλλεται στον τάφο του., τριήμερο (το) {-ου (λόγ.) -έρου}: χρονικό διάστημα τριών ημερών, που προσφέρεται συνήθ. για ανάπαυση ή διασκέδαση: εορταστικό ~. ~ ειδικών τιμών/εκδηλώσεων. Το ~ του Αγίου Πνεύματος/της Καθαράς Δευτέρας. Πρόγνωση καιρού για το ~. Βλ. Παρασκευοσαββατοκύριακο. [< μτγν. τριήμερος] | |
| 51577 | τριημιτόνιο | τρι-η-μι-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. διάστημα τριών ημιτονίων μεταξύ δύο φθόγγων. [< μτγν. τριημιτόνιον] | |
| 51578 | τριήρης | τρι-ή-ρης ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. γρήγορο πολεμικό πλοίο με τρεις σειρές κουπιά. [< αρχ. τριήρης] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ