| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51565 | τριεδρικός | , ή, ό τρι-ε-δρι-κός επίθ. 1. ΠΟΛΙΤ. που εκλέγει τρεις βουλευτές: ~ή: περιφέρεια. 2. ΓΕΩΜ. που έχει τρεις έδρες με κοινή κορυφή: ~ή: αιχμή. Βλ. -εδρικός. | |
| 51566 | τρίεδρος | , ος/η, ο βλ. -εδρος, τρι- | |
| 51567 | τριεθνής | , ής, ές τρι-ε-θνής επίθ. (λόγ.): που αναφέρεται ή ανήκει σε τρία έθνη: ~ής: στόλος/στρατός. ~ής: συνάντηση/συνεργασία. ~ές: τουρνουά. Βλ. -εθνής. ● Ουσ.: τριεθνές (το): μέρος όπου συναντώνται τα σύνορα τριών χωρών: το ~ του Έβρου/των Πρεσπών. | |
| 51568 | τριετής | , ής, ές βλ. -ετής, τρι- | |
| 51569 | τριετία | βλ. -ετία, τρι- & τρί- | |
| 51570 | τριζάτος | , η, ο [τριζᾶτος] τρι-ζά-τος επίθ. 1. (λαϊκό) που τρίζει: ~ο: πάτωμα. 2. (αργκό) καινούργιος ή πολύ επιμελημένος: ~ο: μπουφάν. ~α: παπούτσια. Βλ. -άτος. | |
| 51571 | τριζοβόλημα | τρι-ζο-βό-λη-μα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): έντονο και συνεχόμενο τρίξιμο. | |
| 51572 | τριζοβολώ | [τριζοβολῶ] τρι-ζο-βο-λώ ρ. (αμτβ.) {τριζοβολ-ά, -ούν, -ούσε} (λογοτ.): τρίζω πολύ και συνεχώς: Τα ξύλα ~ούσαν στη φωτιά. Βλ. -βολώ. | |
| 51573 | τριζόνι | τρι-ζό-νι ουσ. (ουδ.): ΖΩΟΛ. είδος γρύλου με κοντά πόδια και σκούρο καφέ, σταχτί ή πράσινο χρώμα. | |
| 51574 | τρίζοντες | τρί-ζο-ντες ουσ. (αρσ.) (οι) {σπάν. στον εν. τρίζων}: ΙΑΤΡ. ρόγχοι μικρής διάρκειας με μη μουσικό ήχο, που αποτελούν σύμπτωμα της λοβώδους πνευμονίας: εισπνευστικοί ~. | |
| 51575 | τρίζω | τρί-ζω ρ. (αμτβ. κ. μτβ.) {έτριξ-ε, τρίζ-οντας, συνήθ. στο γ' πρόσ.} 1. παράγω ξηρό, οξύ και ενοχλητικό ήχο: ~ει το αυτοκίνητο/το κάθισμα/το πάτωμα/η πόρτα/η σκάλα. ~ουν τα παράθυρα/τα φρένα (πβ. στριγκλίζω). ~ξαν τα τζάμια από την ισχυρή έκρηξη.|| ~ει τα δόντια στον ύπνο της (βλ. βρυγμός). Πβ. κροταλίζει. 2. (μτφ.) κινδυνεύω να καταρρεύσω, κλονίζομαι: ~ουν τα θεμέλια της δημοκρατίας/του συστήματος. ● ΦΡ.: θα τρίζουν τα κόκαλά του (μτφ.-ειρων.): για νεκρό που η συμπεριφορά ή οι πράξεις των επιγόνων του δεν τιμούν το όνομα και το έργο του. Πβ. θα στριφογυρίζει στον τάφο του., τρίζω τα δόντια (σε κάποιον) (προφ.): μιλώ απειλητικά, εκφοβιστικά: Πρέπει να του ~ξεις ~!, η γη/το έδαφος χάνεται/φεύγει/υποχωρεί/γλιστράει/τρίζει κάτω από τα πόδια μου βλ. έδαφος, τρίζει η καρέκλα (κάποιου) βλ. καρέκλα [< 1: αρχ. τρίζω] | |
| 51576 | τριήμερος | , η, ο τρι-ή-με-ρος επίθ. & (λαϊκό) τρίμερος: που έχει διάρκεια τριών ημερών. Βλ. -ήμερος. ● Ουσ.: τριήμερα (τα): η τρίτη ημέρα μετά τον θάνατο κάποιου και συνεκδ. το τρισάγιο που ψάλλεται στον τάφο του., τριήμερο (το) {-ου (λόγ.) -έρου}: χρονικό διάστημα τριών ημερών, που προσφέρεται συνήθ. για ανάπαυση ή διασκέδαση: εορταστικό ~. ~ ειδικών τιμών/εκδηλώσεων. Το ~ του Αγίου Πνεύματος/της Καθαράς Δευτέρας. Πρόγνωση καιρού για το ~. Βλ. Παρασκευοσαββατοκύριακο. [< μτγν. τριήμερος] | |
| 51577 | τριημιτόνιο | τρι-η-μι-τό-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. διάστημα τριών ημιτονίων μεταξύ δύο φθόγγων. [< μτγν. τριημιτόνιον] | |
| 51578 | τριήρης | τρι-ή-ρης ουσ. (θηλ.): ΑΡΧ. γρήγορο πολεμικό πλοίο με τρεις σειρές κουπιά. [< αρχ. τριήρης] | |
| 51579 | τρίηχο | τρί-η-χο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. σύνολο από τρεις νότες που παίζονται στον χρόνο των δύο. ΣΥΝ. τριολέτο (2) | |
| 51580 | τριθέσιος | , α, ο βλ. -θέσιος, τρι- | |
| 51581 | τρίθυρος | , η, ο τρί-θυ-ρος επίθ. (λόγ.): (για όχημα) που έχει τρεις πόρτες: ~η: έκδοση/εκδοχή (αυτοκινήτου). ~ο: μοντέλο.|| (ως ουσ.) Το ~ο (: αμάξι που έχει δύο πόρτες αριστερά και δεξιά για τον οδηγό και τον συνοδηγό και την πόρτα του πορτμπαγκάζ). Βλ. -θυρος. ΣΥΝ. τρίπορτος | |
| 51582 | τριίστιος | , ος/α, ο τρι-ί-στι-ος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) που διαθέτει τρία ιστία. Πβ. τρικάταρτος. | |
| 51583 | τριιωδοθυρονίνη | τρι-ι-ω-δο-θυ-ρο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα (σύμβ. C15H12I3NO4)η οποία επηρεάζει την οξείδωση των κυττάρων και τη λειτουργία των ιστών· χρησιμοποιείται με τη μορφή παρασκευάσματος για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού και άλλων παθήσεων: ελεύθερη ~. Βλ. θυροξίνη, -ίνη. [< αγγλ. triiodothyronine, 1952] | |
| 51584 | τρικ | ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τέχνασμα με σκοπό την παραπλάνηση, τη διασκέδαση ή την παραμόρφωση της πραγματικότητας: διαφημιστικά/έξυπνα/ηχητικά/θεατρικά/κινηματογραφικά/μαγικά/οπτικά/σκηνοθετικά/ταχυδακτυλουργικά ~. ~ (= κόλπο) με τράπουλα. 2. (κατ' επέκτ.) έξυπνος ή ευρηματικός τρόπος να πετύχει κανείς κάτι: επικοινωνιακό/πολιτικό ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Με ~ προσπαθούν να κρύψουν την αλήθεια. Πβ. αλχημεία, επινόηση, τερτίπι. ● Υποκ.: τρικάκι (το) [< γαλλ. truc, αγγλ. trick] |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ