Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58816 εγγραφές  [52080-52100]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51579τρίηχοτρί-η-χο ουσ. (ουδ.): ΜΟΥΣ. σύνολο από τρεις νότες που παίζονται στον χρόνο των δύο. ΣΥΝ. τριολέτο (2)
51580τριθέσιος, α, ο βλ. -θέσιος, τρι-
51581τρίθυρος, η, ο τρί-θυ-ρος επίθ. (λόγ.): (για όχημα) που έχει τρεις πόρτες: ~η: έκδοση/εκδοχή (αυτοκινήτου). ~ο: μοντέλο.|| (ως ουσ.) Το ~ο (: αμάξι που έχει δύο πόρτες αριστερά και δεξιά για τον οδηγό και τον συνοδηγό και την πόρτα του πορτμπαγκάζ). Βλ. -θυρος. ΣΥΝ. τρίπορτος
51582τριίστιος, ος/α, ο τρι-ί-στι-ος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) που διαθέτει τρία ιστία. Πβ. τρικάταρτος.
51583τριιωδοθυρονίνητρι-ι-ω-δο-θυ-ρο-νί-νη ουσ. (θηλ.): ΒΙΟΧ. ορμόνη του θυρεοειδούς αδένα (σύμβ. C15H12I3NO4)η οποία επηρεάζει την οξείδωση των κυττάρων και τη λειτουργία των ιστών· χρησιμοποιείται με τη μορφή παρασκευάσματος για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού και άλλων παθήσεων: ελεύθερη ~. Βλ. θυροξίνη, -ίνη. [< αγγλ. triiodothyronine, 1952]
51584τρικουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. τέχνασμα με σκοπό την παραπλάνηση, τη διασκέδαση ή την παραμόρφωση της πραγματικότητας: διαφημιστικά/έξυπνα/ηχητικά/θεατρικά/κινηματογραφικά/μαγικά/οπτικά/σκηνοθετικά/ταχυδακτυλουργικά ~. ~ (= κόλπο) με τράπουλα. 2. (κατ' επέκτ.) έξυπνος ή ευρηματικός τρόπος να πετύχει κανείς κάτι: επικοινωνιακό/πολιτικό ~.|| (αρνητ. συνυποδ.) Με ~ προσπαθούν να κρύψουν την αλήθεια. Πβ. αλχημεία, επινόηση, τερτίπι. ● Υποκ.: τρικάκι (το) [< γαλλ. truc, αγγλ. trick]
51585τρικάβαλος, η, ο τρι-κά-βα-λος επίθ. (αργκό): που γίνεται με μοτοσικλέτα στην οποία επιβαίνουν τρία άτομα: ~η: σούζα.|| (για οδηγό) Πήγα ~ στην ... ● επίρρ.: τρικάβαλο: (για οδήγηση μοτοσικλέτας) με τρεις αναβάτες: Αν πάμε ~, θα μας κόψουν κλήση. Βλ. καβάλα, δικάβαλο.|| (ως ουσ.) Το ~ σε μηχανάκι απαγορεύεται.
58673τρικάκιτρι-κά-κι ουσ. (ουδ.): χαρτί μικρών διαστάσεων με τυπωμένο διαφημιστικό ή κυρ. πολιτικό μήνυμα το οποίο πετούν σε δημόσιους χώρους ακτιβιστές ή άτομα που διαμαρτύρονται για κάποια απόφαση που δεν τα βρίσκει σύμφωνα.
51586τρικαλινός, ή, ό τρι-κα-λι-νός επίθ.: που σχετίζεται με τα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) ή/και τους Τρικαλινούς.
51587Τρικαλινός, ΤρικαλινήΤρι-κα-λι-νός επίθ./ουσ. & Τρικαλιώτης, Τρικαλιώτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Τρίκαλα (Θεσσαλίας).
51588τρικαντότρι-κα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): τρίκοχο με ανεστραμμένο γείσο, κυρ. των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. δίκοχο.
51589τρικατάληκτοτρι-κα-τά-λη-κτο επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (κυρ. για επίθετο) που έχει διαφορετικές καταλήξεις για καθένα από τα τρία γένη: Το "όμορφος" είναι τριγενές και ~.|| (ως ουσ.) Τα τριγενή και ~α σε -ός, -ή, -ό. Βλ. δικατάληκτο.
51590τρικάταρτος, η, ο τρι-κά-ταρ-τος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) που διαθέτει τρία κατάρτια. Πβ. τριίστιος. Βλ. -κάταρτος.|| (ως ουσ.) Το ~ο.
51591τρικέζατρι-κέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ., στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο) μηχάνημα δημιουργίας οπτικών ή/και ηχητικών τρικ: Επεξεργάστηκε το φιλμ στην ~.
51592τρικέρι & τρίκεροτρι-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): κηροπήγιο με τρεις υποδοχές κεριών, κυρ. για χρήση στην εκκλησία: Ο παπάς έψελνε, κρατώντας το ~. [< μεσν. τρικέριον]
51593τρικέφαλος, η, ο τρι-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει τρία κεφάλια: ~ος: δράκος/(ΜΥΘ.) σκύλος (= ο Κέρβερος). Βλ. -κέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: τρικέφαλος μυς & τρικέφαλος: ΑΝΑΤ. που διαθέτει τρεις κεφαλές: ~ βραχιόνιος μυς/γαστροκνήμιος μυς. Βλ. δι-, τετρα-κέφαλος. [< γαλλ. triceps] [< αρχ. τρικέφαλος]
51594τρίκιλος, η, ο βλ. -κιλος, τρι-
51595τρικινητήριος, α, ο βλ. -κινητήριος, τρι-
51596τρικλίζωβλ. τρεκλίζω
51597τρικλίνιοτρι-κλί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αίθουσα υποδοχής και φαγητού με τρία ανάκλιντρα σε ρωμαϊκές και βυζαντικές οικίες. [< μτγν. τρικλίνιον]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.