Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52100-52120]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51585τρικάβαλος, η, ο τρι-κά-βα-λος επίθ. (αργκό): που γίνεται με μοτοσικλέτα στην οποία επιβαίνουν τρία άτομα: ~η: σούζα.|| (για οδηγό) Πήγα ~ στην ... ● επίρρ.: τρικάβαλο: (για οδήγηση μοτοσικλέτας) με τρεις αναβάτες: Αν πάμε ~, θα μας κόψουν κλήση. Βλ. καβάλα, δικάβαλο.|| (ως ουσ.) Το ~ σε μηχανάκι απαγορεύεται.
58673τρικάκιτρι-κά-κι ουσ. (ουδ.): χαρτί μικρών διαστάσεων με τυπωμένο διαφημιστικό ή κυρ. πολιτικό μήνυμα το οποίο πετούν σε δημόσιους χώρους ακτιβιστές ή άτομα που διαμαρτύρονται για κάποια απόφαση που δεν τα βρίσκει σύμφωνα.
51586τρικαλινός, ή, ό τρι-κα-λι-νός επίθ.: που σχετίζεται με τα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) ή/και τους Τρικαλινούς.
51587Τρικαλινός, ΤρικαλινήΤρι-κα-λι-νός επίθ./ουσ. & Τρικαλιώτης, Τρικαλιώτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Τρίκαλα (Θεσσαλίας).
51588τρικαντότρι-κα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): τρίκοχο με ανεστραμμένο γείσο, κυρ. των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. δίκοχο.
51589τρικατάληκτοτρι-κα-τά-λη-κτο επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (κυρ. για επίθετο) που έχει διαφορετικές καταλήξεις για καθένα από τα τρία γένη: Το "όμορφος" είναι τριγενές και ~.|| (ως ουσ.) Τα τριγενή και ~α σε -ός, -ή, -ό. Βλ. δικατάληκτο.
51590τρικάταρτος, η, ο τρι-κά-ταρ-τος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) που διαθέτει τρία κατάρτια. Πβ. τριίστιος. Βλ. -κάταρτος.|| (ως ουσ.) Το ~ο.
51591τρικέζατρι-κέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ., στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο) μηχάνημα δημιουργίας οπτικών ή/και ηχητικών τρικ: Επεξεργάστηκε το φιλμ στην ~.
51592τρικέρι & τρίκεροτρι-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): κηροπήγιο με τρεις υποδοχές κεριών, κυρ. για χρήση στην εκκλησία: Ο παπάς έψελνε, κρατώντας το ~. [< μεσν. τρικέριον]
51593τρικέφαλος, η, ο τρι-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει τρία κεφάλια: ~ος: δράκος/(ΜΥΘ.) σκύλος (= ο Κέρβερος). Βλ. -κέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: τρικέφαλος μυς & τρικέφαλος: ΑΝΑΤ. που διαθέτει τρεις κεφαλές: ~ βραχιόνιος μυς/γαστροκνήμιος μυς. Βλ. δι-, τετρα-κέφαλος. [< γαλλ. triceps] [< αρχ. τρικέφαλος]
51594τρίκιλος, η, ο βλ. -κιλος, τρι-
51595τρικινητήριος, α, ο βλ. -κινητήριος, τρι-
51596τρικλίζωβλ. τρεκλίζω
51597τρικλίνιοτρι-κλί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αίθουσα υποδοχής και φαγητού με τρία ανάκλιντρα σε ρωμαϊκές και βυζαντικές οικίες. [< μτγν. τρικλίνιον]
51598τρίκλινος, η, ο βλ. -κλινος, τρι-
51599τρίκλισμαβλ. τρέκλισμα
51600τρίκλιτος, ος/η, ο βλ. -κλιτος, τρι-
51601τρικλοποδιάτρι-κλο-πο-διά ουσ. (θηλ.) 1. ενέργεια κατά την οποία κάποιος τοποθετεί από πρόθεση το πόδι του μεταξύ των ποδιών ενός άλλου, για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του: Του έβαλε ~ και έπεσε. 2. (μτφ.-προφ.) πονηρή ή ύπουλη ενέργεια για την παρεμπόδιση της δράσης ή του έργου κάποιου: διπλωματική/πολιτική ~. Βάζουν ~ιές στη συμφωνία. Πβ. παγίδα, υποσκελισμός. Βλ. πέφτω στη λούμπα.
51602τρίκλωνος, η, ο τρί-κλω-νος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει τρία κλαδιά: ~ο: δέντρο. 2. που αποτελείται από τρία νήματα: ~η: κλωστή. ~ο: σχοινί. 3. (για καλώδιο) που διακλαδίζεται σε τρία μικρότερα. Βλ. -κλωνος1. [< 1: μτγν. τρίκλωνος]
51603τρικότρι-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλεκτό ύφασμα με ραβδώσεις από φυσικές ή συνθετικές ίνες και συνεκδ. ρούχο από αυτό το ύφασμα: μηχανές (για) ~.|| Φορούσε μαύρο ~. [< γαλλ. tricot]

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.