| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|
| 51585 | τρικάβαλος | , η, ο τρι-κά-βα-λος επίθ. (αργκό): που γίνεται με μοτοσικλέτα στην οποία επιβαίνουν τρία άτομα: ~η: σούζα.|| (για οδηγό) Πήγα ~ στην ... ● επίρρ.: τρικάβαλο: (για οδήγηση μοτοσικλέτας) με τρεις αναβάτες: Αν πάμε ~, θα μας κόψουν κλήση. Βλ. καβάλα, δικάβαλο.|| (ως ουσ.) Το ~ σε μηχανάκι απαγορεύεται. | |
| 58673 | τρικάκι | τρι-κά-κι ουσ. (ουδ.): χαρτί μικρών διαστάσεων με τυπωμένο διαφημιστικό ή κυρ. πολιτικό μήνυμα το οποίο πετούν σε δημόσιους χώρους ακτιβιστές ή άτομα που διαμαρτύρονται για κάποια απόφαση που δεν τα βρίσκει σύμφωνα. | |
| 51586 | τρικαλινός | , ή, ό τρι-κα-λι-νός επίθ.: που σχετίζεται με τα Τρίκαλα (Θεσσαλίας) ή/και τους Τρικαλινούς. | |
| 51587 | Τρικαλινός, Τρικαλινή | Τρι-κα-λι-νός επίθ./ουσ. & Τρικαλιώτης, Τρικαλιώτισσα: πρόσωπο που έχει ως τόπο γέννησης, κατοικίας ή καταγωγής τα Τρίκαλα (Θεσσαλίας). | |
| 51588 | τρικαντό | τρι-κα-ντό ουσ. (ουδ.) {άκλ.} (παλαιότ.): τρίκοχο με ανεστραμμένο γείσο, κυρ. των αξιωματικών του Πολεμικού Ναυτικού. Βλ. δίκοχο. | |
| 51589 | τρικατάληκτο | τρι-κα-τά-λη-κτο επίθ.: ΓΡΑΜΜ. (κυρ. για επίθετο) που έχει διαφορετικές καταλήξεις για καθένα από τα τρία γένη: Το "όμορφος" είναι τριγενές και ~.|| (ως ουσ.) Τα τριγενή και ~α σε -ός, -ή, -ό. Βλ. δικατάληκτο. | |
| 51590 | τρικάταρτος | , η, ο τρι-κά-ταρ-τος επίθ.: ΝΑΥΤ. (για ιστιοφόρο) που διαθέτει τρία κατάρτια. Πβ. τριίστιος. Βλ. -κάταρτος.|| (ως ουσ.) Το ~ο. | |
| 51591 | τρικέζα | τρι-κέ-ζα ουσ. (θηλ.): ΤΕΧΝΟΛ. (κυρ. παλαιότ., στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο) μηχάνημα δημιουργίας οπτικών ή/και ηχητικών τρικ: Επεξεργάστηκε το φιλμ στην ~. | |
| 51592 | τρικέρι & τρίκερο | τρι-κέ-ρι ουσ. (ουδ.): κηροπήγιο με τρεις υποδοχές κεριών, κυρ. για χρήση στην εκκλησία: Ο παπάς έψελνε, κρατώντας το ~. [< μεσν. τρικέριον] | |
| 51593 | τρικέφαλος | , η, ο τρι-κέ-φα-λος επίθ.: που έχει τρία κεφάλια: ~ος: δράκος/(ΜΥΘ.) σκύλος (= ο Κέρβερος). Βλ. -κέφαλος. ● ΣΥΜΠΛ.: τρικέφαλος μυς & τρικέφαλος: ΑΝΑΤ. που διαθέτει τρεις κεφαλές: ~ βραχιόνιος μυς/γαστροκνήμιος μυς. Βλ. δι-, τετρα-κέφαλος. [< γαλλ. triceps] [< αρχ. τρικέφαλος] | |
| 51594 | τρίκιλος | , η, ο βλ. -κιλος, τρι- | |
| 51595 | τρικινητήριος | , α, ο βλ. -κινητήριος, τρι- | |
| 51596 | τρικλίζω | βλ. τρεκλίζω | |
| 51597 | τρικλίνιο | τρι-κλί-νι-ο ουσ. (ουδ.): ΑΡΧΑΙΟΛ.-ΑΡΧΙΤ. αίθουσα υποδοχής και φαγητού με τρία ανάκλιντρα σε ρωμαϊκές και βυζαντικές οικίες. [< μτγν. τρικλίνιον] | |
| 51598 | τρίκλινος | , η, ο βλ. -κλινος, τρι- | |
| 51599 | τρίκλισμα | βλ. τρέκλισμα | |
| 51600 | τρίκλιτος | , ος/η, ο βλ. -κλιτος, τρι- | |
| 51601 | τρικλοποδιά | τρι-κλο-πο-διά ουσ. (θηλ.) 1. ενέργεια κατά την οποία κάποιος τοποθετεί από πρόθεση το πόδι του μεταξύ των ποδιών ενός άλλου, για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του: Του έβαλε ~ και έπεσε. 2. (μτφ.-προφ.) πονηρή ή ύπουλη ενέργεια για την παρεμπόδιση της δράσης ή του έργου κάποιου: διπλωματική/πολιτική ~. Βάζουν ~ιές στη συμφωνία. Πβ. παγίδα, υποσκελισμός. Βλ. πέφτω στη λούμπα. | |
| 51602 | τρίκλωνος | , η, ο τρί-κλω-νος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει τρία κλαδιά: ~ο: δέντρο. 2. που αποτελείται από τρία νήματα: ~η: κλωστή. ~ο: σχοινί. 3. (για καλώδιο) που διακλαδίζεται σε τρία μικρότερα. Βλ. -κλωνος1. [< 1: μτγν. τρίκλωνος] | |
| 51603 | τρικό | τρι-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλεκτό ύφασμα με ραβδώσεις από φυσικές ή συνθετικές ίνες και συνεκδ. ρούχο από αυτό το ύφασμα: μηχανές (για) ~.|| Φορούσε μαύρο ~. [< γαλλ. tricot] | |