| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51598 | τρίκλινος | , η, ο βλ. -κλινος, τρι- | |
| 51599 | τρίκλισμα | βλ. τρέκλισμα | |
| 51600 | τρίκλιτος | , ος/η, ο βλ. -κλιτος, τρι- | |
| 51601 | τρικλοποδιά | τρι-κλο-πο-διά ουσ. (θηλ.) 1. ενέργεια κατά την οποία κάποιος τοποθετεί από πρόθεση το πόδι του μεταξύ των ποδιών ενός άλλου, για να τον κάνει να χάσει την ισορροπία του: Του έβαλε ~ και έπεσε. 2. (μτφ.-προφ.) πονηρή ή ύπουλη ενέργεια για την παρεμπόδιση της δράσης ή του έργου κάποιου: διπλωματική/πολιτική ~. Βάζουν ~ιές στη συμφωνία. Πβ. παγίδα, υποσκελισμός. Βλ. πέφτω στη λούμπα. | |
| 51602 | τρίκλωνος | , η, ο τρί-κλω-νος επίθ. (λόγ.) 1. που έχει τρία κλαδιά: ~ο: δέντρο. 2. που αποτελείται από τρία νήματα: ~η: κλωστή. ~ο: σχοινί. 3. (για καλώδιο) που διακλαδίζεται σε τρία μικρότερα. Βλ. -κλωνος1. [< 1: μτγν. τρίκλωνος] | |
| 51603 | τρικό | τρι-κό ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: πλεκτό ύφασμα με ραβδώσεις από φυσικές ή συνθετικές ίνες και συνεκδ. ρούχο από αυτό το ύφασμα: μηχανές (για) ~.|| Φορούσε μαύρο ~. [< γαλλ. tricot] | |
| 51604 | τρίκογχος | , η, ο τρί-κογ-χος επίθ. & (προφ.) τρίκοχος: ΑΡΧΙΤ. (για ορθόδοξο ναό) που έχει τρεις κόγχες: ~η: βασιλική. ~ο: ιερό. Βλ. -κογχος, σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός. [< μτγν. τρίκογχος] | |
| 51605 | τρικολόρε | τρι-κο-λό-ρε επίθ. {άκλ.} (προφ.): τρίχρωμος και κατ' επέκτ. πολύχρωμος: (ΜΑΓΕΙΡ.) σαλάτα ~.|| Έβαψε το δωμάτιό του ~.|| (μειωτ.) ~ μαλλί.|| (ως ουσ.) ~ (ενν. ζυμαρικά) με σπανάκι. [< ιταλ.-γαλλ. tricolore, αγγλ. tricolore salad] | |
| 51606 | τρίκορφος | , η, ο βλ. -κορφος, τρι- | |
| 51607 | τρικούβερτος | , η, ο τρι-κού-βερ-τος επίθ. (προφ.): που διακρίνεται από μεγάλη ένταση, διάρκεια, ζωντάνια: ~ος: γάμος/καβγάς. ~ο: γλέντι/πάρτι. Έστησαν ~ο χορό. | |
| 51608 | τρικουπικός | , ή, ό τρι-κου-πι-κός επίθ.: ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον Χαρίλαο Τρικούπη (1832-1896), τις πολιτικές του ιδέες ή την παράταξή του: ~ή: περίοδος. ~ό: κόμμα.|| (ως ουσ.) Οι Τ~οί (= οι οπαδοί του). | |
| 51609 | τρίκοχο | τρί-κο-χο ουσ. (ουδ.): πηλήκιο χωρίς γείσο με τρεις μυτερές απολήξεις περιμετρικά. Πβ. τρικαντό. Βλ. δίκοχο. [< γαλλ. tricorne] | |
| 51610 | τρίκοχος | , η, ο βλ. τρίκογχος | |
| 51611 | τρικράνι | τρι-κρά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.) 1. γεωργικό εργαλείο με τρεις μυτερές άκρες: Με το ~ μαζεύει τα πεσμένα φύλλα. Πβ. τσουγκράνα. 2. τρίαινα: Ψάρευε με το ~. Πβ. καμάκι. [< μεσν. *τρικράνι(ον) < αρχ. τρίκρανος ‘τρικέφαλος’] | |
| 51612 | τρικυκλικός | , ή, ό τρι-κυ-κλι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για υδρογονάνθρακα) που σε κάθε μόριο έχει τρεις δακτυλίους ατόμων: ~ή: ένωση. ~ές: αμίνες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά: ΦΑΡΜΑΚ. ενν. φάρμακα: χορήγηση ~ών ~ών. [< αγγλ. tricyclic antidepressant, 1966] [< αγγλ. tricyclic, γαλλ. tricyclique] | |
| 51613 | τρίκυκλος | , η, ο βλ. -κυκλος, τρι- | |
| 51614 | τρικύλινδρος | , η, ο τρι-κύ-λιν-δρος επίθ.: (για μηχανή) που διαθέτει τρεις κυλίνδρους: ~ος: (βενζινο)κινητήρας. ~ο: μοτέρ. Βλ. δι-, τετρα-κύλινδρος. [< γαλλ. tricylindre] | |
| 51615 | τρικυμία | τρι-κυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. φουρτούνα: άγρια/σφοδρή ~ στο πέλαγος. Το πλοίο έπεσε σε ~. Το καράβι προσορμίστηκε λόγω ~ας. Πβ. θαλασσοταραχή, τρικύμισμα. ΑΝΤ. γαλήνη (2), κάλμα, μπουνάτσα (1) 2. (μτφ.) περιπετειώδης κατάσταση ή ψυχική αναστάτωση: κυβερνητική ~. Έρχονται μεγάλες ~ες στην οικονομία. Παραμένει αισιόδοξος εν μέσω ~ας. Πέρασαν αρκετές ~ες (: περιπέτειες, ταλαιπωρίες) φέτος. Πβ. αντιξοότητα, δυσκολία, πρόβλημα.|| ~ στην καρδιά/στο μυαλό/στην ψυχή (πβ. αναταραχή, ταραχή). ● ΦΡ.: τρικυμία εν κρανίω (λόγ.) & τρικυμία στο κρανίο: (συνήθ. ειρων.) σύγχυση του νου, πανικός: ~ ~ επικρατεί στο κόμμα. [< γαλλ. une tempête sous un crâne] , τρικυμία εν ποτηρίω (λόγ.) & τρικυμία στο ποτήρι: για να δηλωθεί αδικαιολόγητη αναταραχή. ΣΥΝ. πολύ κακό για το τίποτα [< 1: αρχ. τρικυμία ‘τρίτο κύμα, τεράστιο’] | |
| 51616 | τρικυμίζει | τρι-κυ-μί-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρικύμι-σε, τρικυμί-σει, -σμένος} (λογοτ.): φουρτουνιάζει. ΣΥΝ. ανταριάζει (1) | |
| 51617 | τρικύμισμα | τρι-κύ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): πρόκληση τρικυμίας: ~ της θάλασσας.|| (μτφ.) ~ της ψυχής (= αναστάτωση, αναταραχή). |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ