| ID | Λήμμα | Ερμηνεία | |
|---|---|---|---|
| 51618 | τρικυμισμένος | , η, ο τρι-κυ-μι-σμέ-νος επίθ. ΣΥΝ. τρικυμιώδης, φουρτουνιασμένος. ΑΝΤ. ακύμαντος 1. που έχει τρικυμία: ~η: θάλασσα. ~ο: πέλαγος. ~α: νερά. 2. (μτφ.) ταραγμένος: ~η: ζωή/ψυχή. Πβ. αναστατωμένος, θυελλώδης, πολυ-κύμαντος, -τάραχος. | |
| 51619 | τρικυμιώδης | , ης, ες τρι-κυ-μι-ώ-δης επίθ. {τρικυμιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): τρικυμισμένος: ~ης: θάλασσα.|| (μτφ.) ~ης: (πολιτική) ζωή. Βλ. -ώδης. | |
| 51620 | τρίλεπτος | , η, ο βλ. -λεπτος, τρι- | |
| 51621 | τρίλημμα | τρί-λημ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) δυσκολία επιλογής ανάμεσα σε τρεις δυνατότητες εξίσου περιοριστικές ή αβέβαιες. 2. ΦΙΛΟΣ. υποθετικός συλλογισμός που περιλαμβάνει τρεις προτάσεις με διάζευξη στην πρώτη προκείμενη (μείζονα) και την άρση ή τη θέση τους στη δεύτερη προκείμενη πρόταση (ελάσσονα). Βλ. δίλημμα. [< αγγλ. trilemma, γερμ. Trilemma] | |
| 51622 | τρίλια1 | τρί-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. γρήγορη και επαναλαμβανόμενη εναλλαγή ενός φθόγγου με τον οξύτερο γειτονικό του. 2. (κατ΄ επέκτ.) κελάηδημα που μοιάζει με τρίλια: η ~ του αηδονιού. Πβ. τερέτ-, τιτίβ-ισμα. [< γαλλ. trille] | |
| 51623 | τρίλια2 | τρί-λια ουσ. (θηλ.): τρίλιζα. | |
| 51624 | τρίλιζα | τρί-λι-ζα ουσ. (θηλ.): παιχνίδι για δύο παίκτες που προσπαθούν να σχηματίσουν κάθετες, οριζόντιες ή διαγώνιες τριάδες με όμοια πούλια ή σύμβολα ("ο" και "x") σε ορθογώνιο τετράπλευρο χωρισμένο σε τετράγωνα. ΣΥΝ. τρίλια2 | |
| 51625 | τρίλιτρος | , η, ο βλ. -λιτρος, τρι- | |
| 51626 | τριλοβίτης | τρι-λο-βί-της ουσ. (αρσ.): ΠΑΛΑΙΟΝΤ. θαλάσσιο αρθρόποδο (τάξη Trilobita) με τρεις επιμήκεις λοβούς στο σώμα του, που έζησε κατά τον παλαιοζωικό αιώνα. Βλ. -ίτης2. [< γερμ. Trilobit < νεολατ. trilobus < αρχ. τρίλοβος, γαλλ. trilobites, αγγλ. trilobite] | |
| 51627 | τρίλοβος | , ος/η, ο τρί-λο-βος επίθ. 1. που έχει τρεις λοβούς: (ΒΟΤ.) ~ος: σφένδαμος. ~α: φύλλα. Δαμασκηνιά ~η. 2. ΑΡΧΙΤ. που σχηματίζει τρία μικρά τόξα: ~ο: παράθυρο. ~ο: άνοιγμα. Βλ. δίλοβος. [< 1: αρχ. τρίλοβος 2: γαλλ. trilobé, αγγλ. trilobal] | |
| 51628 | τριλογία | τρι-λο-γί-α ουσ. (θηλ.) 1. {σπανιότ. στον πληθ.} σύνολο τριών καλλιτεχνικών έργων, κυρ. λογοτεχνικών ή κινηματογραφικών, με εσωτερική ενότητα: ο πρώτος/δεύτερος/τρίτος τόμος της ~ας. Ταινία που κλείνει την ~. Βλ. τετραλογία. 2. ΦΙΛΟΛ. (στην αρχαιότητα) τρεις τραγωδίες με θεματολογική ενότητα, που παρουσιάζονταν μαζί στους δραματικούς αγώνες. Βλ. -λογία. ● ΣΥΜΠΛ.: Αθηναϊκή Τριλογία βλ. αθηναϊκός [< 2: μτγν. τριλογία, γαλλ. trilogie, γερμ. Trilogie, αγγλ. trilogy] | |
| 51629 | τριμαράν | τρι-μα-ράν ουσ. (ουδ.) {άκλ.}: ΝΑΥΤ. μηχανοκίνητο ή ιστιοφόρο σκάφος που αποτελείται από τρεις παράλληλους πλωτήρες. Βλ. καταμαράν. [< αγγλ. trimaran, 1949 < tri- + (kata)maran, γαλλ. ~, 1952] | |
| 51630 | τριμάρισμα | τρι-μά-ρι-σμα ουσ. (ουδ.) (προφ.) 1. ρύθμιση, φτιάξιμο: ~ της μηχανής/των πανιών (του σκάφους). Πβ. ρεγουλάρισμα. 2. ψαλίδισμα, ξάκρισμα: ~ του μουστακιού/φρυδιού. [< αγγλ. trim, trimming] | |
| 51631 | τριμελής | , ής, ές βλ. -μελής, τρι- | |
| 51632 | τρίμερ | τρί-μερ ουσ. (ουδ.) {άκλ.} 1. ΤΕΧΝΟΛ. χλοοκοπτική ή ξυριστική μηχανή: ηλεκτρικό/πτυσσόμενο ~. ~ ακριβείας. 2. ΗΛΕΚΤΡ. αντίσταση που ρυθμίζει την τάση του ρεύματος σε κύκλωμα: ~ πολλών στροφών. Βλ. ντίμερ, ποτενσιόμετρο, ροοστάτης. [< αγγλ. trimmer] | |
| 51633 | τριμερής | , ής, ές βλ. -μερής, τρι- | |
| 51634 | τρίμερος | , η, ο βλ. τριήμερος | |
| 51635 | τρίμετρος | , η, ο τρί-με-τρος επίθ. 1. που έχει μήκος ή ύψος τριών περίπου μέτρων: ~ο: καλώδιο. 2. ΜΕΤΡ. που απαρτίζεται από τρεις μετρικούς πόδες: ~ος: στίχος.|| (ως ουσ.) Ιαμβικό(ς) ~ο/~ος. Βλ. -μετρος. [< 2: αρχ. τρίμετρος] | |
| 51636 | τριμηνία | βλ. -μηνία, τρι- | |
| 51637 | τριμηνιαίος | , α, ο βλ. -μηνιαίος, τρι- |
Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
210 3664700
Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.
Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.
© 2022 ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ