Αναζήτηση
 
Βρέθηκαν 58824 εγγραφές  [52120-52140]

IDΛήμμαΕρμηνεία
51604τρίκογχος, η, ο τρί-κογ-χος επίθ. & (προφ.) τρίκοχος: ΑΡΧΙΤ. (για ορθόδοξο ναό) που έχει τρεις κόγχες: ~η: βασιλική. ~ο: ιερό. Βλ. -κογχος, σταυροειδής (εγγεγραμμένος) ναός. [< μτγν. τρίκογχος]
51605τρικολόρετρι-κο-λό-ρε επίθ. {άκλ.} (προφ.): τρίχρωμος και κατ' επέκτ. πολύχρωμος: (ΜΑΓΕΙΡ.) σαλάτα ~.|| Έβαψε το δωμάτιό του ~.|| (μειωτ.) ~ μαλλί.|| (ως ουσ.) ~ (ενν. ζυμαρικά) με σπανάκι. [< ιταλ.-γαλλ. tricolore, αγγλ. tricolore salad]
51606τρίκορφος, η, ο βλ. -κορφος, τρι-
51607τρικούβερτος, η, ο τρι-κού-βερ-τος επίθ. (προφ.): που διακρίνεται από μεγάλη ένταση, διάρκεια, ζωντάνια: ~ος: γάμος/καβγάς. ~ο: γλέντι/πάρτι. Έστησαν ~ο χορό.
51608τρικουπικός, ή, ό τρι-κου-πι-κός επίθ.: ΙΣΤ. -ΠΟΛΙΤ. που σχετίζεται με τον Χαρίλαο Τρικούπη (1832-1896), τις πολιτικές του ιδέες ή την παράταξή του: ~ή: περίοδος. ~ό: κόμμα.|| (ως ουσ.) Οι Τ~οί (= οι οπαδοί του).
51609τρίκοχοτρί-κο-χο ουσ. (ουδ.): πηλήκιο χωρίς γείσο με τρεις μυτερές απολήξεις περιμετρικά. Πβ. τρικαντό. Βλ. δίκοχο. [< γαλλ. tricorne]
51610τρίκοχος, η, ο βλ. τρίκογχος
51611τρικράνιτρι-κρά-νι ουσ. (ουδ.) (παλαιότ.) 1. γεωργικό εργαλείο με τρεις μυτερές άκρες: Με το ~ μαζεύει τα πεσμένα φύλλα. Πβ. τσουγκράνα. 2. τρίαινα: Ψάρευε με το ~. Πβ. καμάκι. [< μεσν. *τρικράνι(ον) < αρχ. τρίκρανος ‘τρικέφαλος’]
51612τρικυκλικός, ή, ό τρι-κυ-κλι-κός επίθ.: ΧΗΜ. (για υδρογονάνθρακα) που σε κάθε μόριο έχει τρεις δακτυλίους ατόμων: ~ή: ένωση. ~ές: αμίνες. Κυρ. στο ● ΣΥΜΠΛ.: τρικυκλικά αντικαταθλιπτικά: ΦΑΡΜΑΚ. ενν. φάρμακα: χορήγηση ~ών ~ών. [< αγγλ. tricyclic antidepressant, 1966] [< αγγλ. tricyclic, γαλλ. tricyclique]
51613τρίκυκλος, η, ο βλ. -κυκλος, τρι-
51614τρικύλινδρος, η, ο τρι-κύ-λιν-δρος επίθ.: (για μηχανή) που διαθέτει τρεις κυλίνδρους: ~ος: (βενζινο)κινητήρας. ~ο: μοτέρ. Βλ. δι-, τετρα-κύλινδρος. [< γαλλ. tricylindre]
51615τρικυμίατρι-κυ-μί-α ουσ. (θηλ.) 1. φουρτούνα: άγρια/σφοδρή ~ στο πέλαγος. Το πλοίο έπεσε σε ~. Το καράβι προσορμίστηκε λόγω ~ας. Πβ. θαλασσοταραχή, τρικύμισμα. ΑΝΤ. γαλήνη (2), κάλμα, μπουνάτσα (1) 2. (μτφ.) περιπετειώδης κατάσταση ή ψυχική αναστάτωση: κυβερνητική ~. Έρχονται μεγάλες ~ες στην οικονομία. Παραμένει αισιόδοξος εν μέσω ~ας. Πέρασαν αρκετές ~ες (: περιπέτειες, ταλαιπωρίες) φέτος. Πβ. αντιξοότητα, δυσκολία, πρόβλημα.|| ~ στην καρδιά/στο μυαλό/στην ψυχή (πβ. αναταραχή, ταραχή). ● ΦΡ.: τρικυμία εν κρανίω (λόγ.) & τρικυμία στο κρανίο: (συνήθ. ειρων.) σύγχυση του νου, πανικός: ~ ~ επικρατεί στο κόμμα. [< γαλλ. une tempête sous un crâne] , τρικυμία εν ποτηρίω (λόγ.) & τρικυμία στο ποτήρι: για να δηλωθεί αδικαιολόγητη αναταραχή. ΣΥΝ. πολύ κακό για το τίποτα [< 1: αρχ. τρικυμία ‘τρίτο κύμα, τεράστιο’]
51616τρικυμίζειτρι-κυ-μί-ζει ρ. (μτβ. κ. αμτβ.) {τρικύμι-σε, τρικυμί-σει, -σμένος} (λογοτ.): φουρτουνιάζει. ΣΥΝ. ανταριάζει (1)
51617τρικύμισματρι-κύ-μι-σμα ουσ. (ουδ.) (λογοτ.): πρόκληση τρικυμίας: ~ της θάλασσας.|| (μτφ.) ~ της ψυχής (= αναστάτωση, αναταραχή).
51618τρικυμισμένος, η, ο τρι-κυ-μι-σμέ-νος επίθ. ΣΥΝ. τρικυμιώδης, φουρτουνιασμένος. ΑΝΤ. ακύμαντος 1. που έχει τρικυμία: ~η: θάλασσα. ~ο: πέλαγος. ~α: νερά. 2. (μτφ.) ταραγμένος: ~η: ζωή/ψυχή. Πβ. αναστατωμένος, θυελλώδης, πολυ-κύμαντος, -τάραχος.
51619τρικυμιώδης, ης, ες τρι-κυ-μι-ώ-δης επίθ. {τρικυμιώδ-ους | -εις (ουδ. -η)} (λόγ.): τρικυμισμένος: ~ης: θάλασσα.|| (μτφ.) ~ης: (πολιτική) ζωή. Βλ. -ώδης.
51620τρίλεπτος, η, ο βλ. -λεπτος, τρι-
51621τρίλημματρί-λημ-μα ουσ. (ουδ.) 1. (λόγ.) δυσκολία επιλογής ανάμεσα σε τρεις δυνατότητες εξίσου περιοριστικές ή αβέβαιες. 2. ΦΙΛΟΣ. υποθετικός συλλογισμός που περιλαμβάνει τρεις προτάσεις με διάζευξη στην πρώτη προκείμενη (μείζονα) και την άρση ή τη θέση τους στη δεύτερη προκείμενη πρόταση (ελάσσονα). Βλ. δίλημμα. [< αγγλ. trilemma, γερμ. Trilemma]
51622τρίλια1τρί-λια ουσ. (θηλ.) 1. ΜΟΥΣ. γρήγορη και επαναλαμβανόμενη εναλλαγή ενός φθόγγου με τον οξύτερο γειτονικό του. 2. (κατ΄ επέκτ.) κελάηδημα που μοιάζει με τρίλια: η ~ του αηδονιού. Πβ. τερέτ-, τιτίβ-ισμα. [< γαλλ. trille]
51623τρίλια2τρί-λια ουσ. (θηλ.): τρίλιζα.

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΑΘΗΝΩΝ

  Πανεπιστημίου 28, 106 79, Αθήνα
  210 3664700
  Αυτή η διεύθυνση ηλεκτρονικού ταχυδρομείου προστατεύεται από τους αυτοματισμούς αποστολέων ανεπιθύμητων μηνυμάτων. Χρειάζεται να ενεργοποιήσετε τη JavaScript για να μπορέσετε να τη δείτε.

ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ

Αθήνα 2023.
Τρίστηλο με έγχρωμα λήμματα, σε χαρτί βίβλου των 60γρ. διαστάσεων 21 x 29,50 εκατοστά.